Συμφωνία ΗΠΑ Ιράν, κέρδη και απώλειες

Του Μελέτη Ρεντούμη

Η επικείμενη υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στην Ελβετία σηματοδοτεί το τέλος μιας εξαιρετικά επικίνδυνης περιόδου που απείλησε να μετατρέψει τη Μέση Ανατολή σε θέατρο ενός μακροχρόνιου πολέμου φθοράς με παγκόσμιες συνέπειες.

Τέσσερις μήνες μετά την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής στρατιωτικής επιχείρησης εναντίον του Ιράν, η συμφωνία δεν αποτελεί μόνο μια προσπάθεια τερματισμού των εχθροπραξιών, αλλά και μια αναγνώριση ότι καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές δεν πέτυχε πλήρως τους αρχικούς στρατηγικούς της στόχους.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πόλεμος εξελίχθηκε διαφορετικά από ό,τι είχε αρχικά σχεδιαστεί. Η Ουάσιγκτον επιδίωκε να εξαναγκάσει το Ιράν σε πλήρη υποχώρηση όσον αφορά το πυρηνικό του πρόγραμμα, να περιορίσει οριστικά τις περιφερειακές του φιλοδοξίες και να αποδυναμώσει το καθεστώς των μουλάδων σε τέτοιο βαθμό ώστε να τεθεί ακόμη και ζήτημα πολιτικής αλλαγής στο εσωτερικό της χώρας.

Ωστόσο, παρά τις εκτεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις, το καθεστώς στην Τεχεράνη παρέμεινε όρθιο, οι βασικοί μηχανισμοί εξουσίας συνέχισαν να λειτουργούν και η πολιτική ηγεσία διατήρησε την ικανότητα να διαπραγματεύεται από θέση σχετικής ισχύος.

Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική ηγεσία μπορεί να υποστηρίξει ότι πέτυχε σημαντικές φθορές στις στρατιωτικές και πυρηνικές υποδομές του Ιράν, ενώ απέσπασε μια νέα δέσμευση περί μη απόκτησης πυρηνικού όπλου.

Επιπρόσθετα, η συμφωνία επιτρέπει στον Ντόναλντ Τραμπ να παρουσιάσει μια πολιτική διέξοδο από έναν πόλεμο που γινόταν ολοένα και πιο δαπανηρός οικονομικά και πολιτικά. Το κόστος των επιχειρήσεων αυξανόταν συνεχώς, τα στρατιωτικά αποθέματα πιέζονταν και η αμερικανική οικονομία άρχιζε να αισθάνεται τις συνέπειες της παρατεταμένης έντασης στις ενεργειακές αγορές.

Το Ιράν, από την πλευρά του, εξέρχεται της σύγκρουσης τραυματισμένο αλλά όχι ηττημένο. Οι ζημιές σε υποδομές, οι απώλειες προσωπικού και οι οικονομικές επιπτώσεις υπήρξαν σημαντικές.

Εκτός αυτού, η Τεχεράνη κατάφερε να αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει μια παρατεταμένη στρατιωτική πίεση από τις δύο ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι για πρώτη φορά στην ιστορία αξιοποίησε αποτελεσματικά το ισχυρότερο γεωοικονομικό της όπλο: τη δυνατότητα παρεμπόδισης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.

Γενικά, τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη, καθώς μέσω αυτών διακινείται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και σημαντικό ποσοστό του υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Η δυνατότητα του Ιράν να απειλήσει τη λειτουργία αυτού του θαλάσσιου διαδρόμου απέδειξε ότι διαθέτει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί, το οποίο κανένας στρατιωτικός βομβαρδισμός δεν μπορεί εύκολα να εξουδετερώσει.

Ένα από τα μεγαλύτερα κέρδη της Τεχεράνης είναι ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα δεν καταργείται αλλά παραπέμπεται σε περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Ενώ πριν από τον πόλεμο οι αμερικανικές απαιτήσεις περιλάμβαναν πλήρη παράδοση των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου και ουσιαστικό τερματισμό κάθε σχετικής δραστηριότητας, σήμερα συζητείται ακόμη και η πιθανότητα περιορισμένου εμπλουτισμού υπό διεθνή εποπτεία. Αυτό από μόνο του συνιστά σημαντική μετατόπιση των αμερικανικών θέσεων.

Παράλληλα, το Ιράν διατηρεί ενεργό το βαλλιστικό του πρόγραμμα, παρά τα πλήγματα που δέχθηκε. Οι περιφερειακές του σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα, την Ινδία και το Πακιστάν παρέμειναν λειτουργικές, ενώ οι σχέσεις του με τους συμμάχους του στη Μέση Ανατολή δεν κατέρρευσαν. Η Χεζμπολάχ στον Λίβανο εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα ισχύος και η περιφερειακή επιρροή της Τεχεράνης δεν εξαλείφθηκε.

Για το Ισραήλ, τα αποτελέσματα είναι πιο σύνθετα. Αν και κατάφερε να εμπλέξει άμεσα τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση εναντίον του Ιράν, δεν πέτυχε τον στρατηγικό στόχο της οριστικής εξάλειψης της ιρανικής απειλής.

Το πυρηνικό ζήτημα παραμένει ανοικτό, το βαλλιστικό πρόγραμμα συνεχίζει να υφίσταται και οι περιφερειακές δομές επιρροής του Ιράν εξακολουθούν να λειτουργούν. Ως εκ τούτου, η ασφάλεια του Ισραήλ δεν φαίνεται να έχει βελτιωθεί θεαματικά μετά το τέλος της σύγκρουσης.

Με βάση τα παραπάνω, η σταθεροποίηση της περιοχής μπορεί να οδηγήσει σε αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας, να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να προσφέρει ανάσα στις κεντρικές τράπεζες που προσπαθούν να διαχειριστούν ταυτόχρονα χαμηλότερη ανάπτυξη και υψηλό κόστος χρήματος. Οι χώρες της Ευρώπης, οι οποίες παραμένουν ευάλωτες σε ενεργειακές αναταράξεις μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, έχουν ιδιαίτερο συμφέρον από τη διατήρηση της εκεχειρίας.

Ταυτόχρονα, η συμφωνία μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την επιστροφή ξένων επενδύσεων στο Ιράν και για τη σταδιακή αποκατάσταση των εμπορικών σχέσεων της χώρας με τη διεθνή κοινότητα, εφόσον υπάρξει χαλάρωση των κυρώσεων. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προσθέσει νέα ενεργειακή προσφορά στις διεθνείς αγορές και να ενισχύσει τη σταθερότητα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η συμφωνία δεν αποτελεί ξεκάθαρη νίκη ούτε των Ηνωμένων Πολιτειών ούτε του Ιράν. Οι ΗΠΑ απέφυγαν να βυθιστούν σε έναν ατελείωτο πόλεμο φθοράς και διατήρησαν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις εξελίξεις μέσω της διπλωματίας, ενώ από την άλλη το Ιράν απέδειξε την ανθεκτικότητά του, διατήρησε τον πυρήνα της στρατηγικής του ισχύος και απέκτησε ισχυρότερα διαπραγματευτικά χαρτιά από όσα διέθετε πριν από τον πόλεμο.

Σε κάθε περίπτωση, ο πραγματικός νικητής, εφόσον η συμφωνία εφαρμοστεί και δεν καταρρεύσει στις επόμενες εβδομάδες, ίσως αποδειχθεί η παγκόσμια οικονομία, η οποία εξέρχεται προς το παρόν από μία νέα ενεργειακή και γεωπολιτική κρίση, χωρίς όμως να λύνεται ουσιαστικά το πρόβλημα και οι βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης στην Μέση Ανατολή.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός