Συμφωνία Mercosur: Η γη των αγρο­τών στα νύχια των funds

Γράφει ο John D. Pappas

Η συμ­φω­νία ΕΕ – Μercosur απο­κτά ιδιαίτερη σημα­σία αν ιδω­θεί υπό το πρίσμα συνθη­κών αυξα­νόμε­νης χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κής αβε­βαιότη­τας. Τέτοιες συνθήκες δια­μορ­φώ­νο­νται από τη συσ­σώ­ρευση δημόσιου και ιδι­ω­τι­κού χρέους, τη μακρο­χρόνια νομι­σμα­τική χαλάρωση, την απο­σύν­δεση χρη­μα­τι­στη­ρια­κών αξιών από την πραγ­μα­τική οικο­νο­μία κ.λπ. Σε τέτοιο περι­βάλ­λον και μάλι­στα υπό το φάσμα διαρ­κώς εντει­νόμε­νων ανη­συ­χιών για μια παγκόσμια χρη­μα­τι­στη­ριακή κατάρ­ρευση (φούσκα)1 η στα­θε­ρότητα των χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κών τίτλων καθίστα­ται επι­σφα­λής και η ανα­ζήτηση «ασφα­λών» υλι­κών απο­θε­μάτων αξίας (real assets) εντείνε­ται.

Η γη στο χρη­μα­τι­στήριο

Η γη, υπό αυτές τις συνθήκες, λει­τουρ­γεί ως στρα­τη­γικό αντι­στάθμι­σμα περιου­σια­κού κιν­δύνου (hedge), δηλαδή ως μη ανα­πα­ρα­γώ­γιμο, απτό και δια­χρο­νικά πολύτιμο περιου­σιακό στοι­χείο, ικανό να δια­τη­ρεί αξία σε περιόδους νομι­σμα­τι­κής ή χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής αστάθειας. Ως τέτοιο αντι­στάθμι­σμα, θεω­ρείται από τις ευρω­παϊκές ελίτ ότι δεν αφορά πρω­τίστως τους αγρότες, αλλά τις τράπε­ζες και τους θεσμι­κούς επεν­δυ­τές, όπως τα επεν­δυ­τικά κεφάλαια (funds), που επι­δι­ώ­κουν δια­φο­ρο­ποίηση και προ­στα­σία των χαρ­το­φυ­λα­κίων τους.

Προς αυτό τον σκοπό η συμ­φω­νία ΕΕ – Μercosur, μέσω της εντα­τι­κο­ποίη­σης του αντα­γω­νι­σμού και της συμπίε­σης των αγρο­τι­κών εισο­δη­μάτων, διευ­κο­λύνει έμμεσα, διά των μηχα­νι­σμών της αγο­ράς και όχι διά θεσμι­κών ή κανο­νι­στι­κών δια­τάξεων, τη μετα­τροπή της γης σε χρη­μα­το­οι­κο­νο­μικό ενερ­γη­τικό στοι­χείο. Η γη παύει να αντι­με­τω­πίζε­ται πρω­τίστως ως κοι­νω­νι­κός-παρα­γω­γι­κός πόρος και μετα­τρέπε­ται σε στρα­τη­γικό απο­θε­μα­τικό αξίας.

Δια­δι­κα­στικά αυτή η μετα­τροπή θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί διά της μεθόδου του οικο­νο­μι­κού εξα­να­γκα­σμού των αγρο­τών, καθώς, στο πλαίσιο της συμ­φω­νίας ΕΕ – Μercosur, (1) οι τιμές συμπιέζο­νται από εισα­γω­γές χαμη­λότε­ρου κόστους, (2) τα περι­θώ­ρια κέρ­δους μικρο­με­σαίων εκμε­ταλ­λεύσεων μηδε­νίζο­νται και (3) το κόστος συμ­μόρ­φω­σης με ευρω­παϊκά κανο­νι­στικά πρότυπα παρα­μένει υψηλό. Κατά συνέπεια τότε η γη πωλείται ή ενοι­κιάζε­ται εξα­να­γκα­στικά, δηλαδή συγκε­ντρώ­νε­ται σε μεγα­λύτε­ρες μονάδες, συχνά μέσω τρα­πε­ζών, funds ή αγρο­βιο­μη­χα­νι­κών ομίλων. Χωρίς βία, χωρίς νόμο απαλ­λο­τρίω­σης, αλλά ως δια­ρθρω­τική ανα­γκαιότητα της διε­θνούς αγο­ράς.

Κατ’ ουσίαν δηλαδή η συμ­φω­νία ΕΕ – Μercosur σημα­το­δο­τεί την εγκα­τάλειψη από την Ευρω­παϊκή Ενωση της Κοι­νής Αγρο­τι­κής Πολι­τι­κής, όπως του­λάχι­στον την ξέραμε μέχρι τώρα, και την απίσχναση των κοι­νο­τι­κών ταμείων στήρι­ξης του αγρο­τι­κού εισο­δήμα­τος.

Συγκε­φα­λαι­ω­τικά, οι συνέπειες της συμ­φω­νίας ΕΕ – Μercosur για τους μικρο­με­σαίους αγρότες είναι δομι­κές, σε βάρος της οικο­νο­μι­κής βιω­σι­μότη­τάς τους, οπότε αργά ή γρήγορα θα εξα­να­γκα­στούν να ρευ­στο­ποι­ήσουν τη γη τους και να μετα­σχη­μα­τι­στούν από ιδιο­κτήτες-επι­χει­ρη­μα­τίες σε ακτήμο­νες-μισθω­τούς. Ετσι, δια­μορ­φώ­νε­ται ένα «νεο­φε­ου­δα­λικό» χρη­μα­το­οι­κο­νο­μικό πρότυπο,2 στο οποίο ο έλεγ­χος των πόρων απο­συν­δέε­ται από την κοι­νω­νική παρα­γωγή και συγκε­ντρώ­νε­ται σε κεφα­λαια­κούς φορείς, ήτοι σε τράπε­ζες και funds.

Πάντοτε η γη ήταν το θέμα

Προ­κει­μένου δε να αξιο­λο­γήσουμε τη συμ­φω­νία ΕΕ – Μercosur σε στρα­τη­γικό επίπεδο, όσον αφορά δηλαδή την εθνική ασφάλεια της χώρας μας, αξίζει να επι­ση­μάνουμε τον κύριο λόγο για τον οποίο ο Ελευ­θέριος Βενι­ζέλος προ­έβη σε ανα­δα­σμό γης υπέρ των ακτη­μόνων αγρο­τών το 1911-1912, λίγο πριν από τους Βαλ­κα­νι­κούς Πολέμους (1912-1913). Ο Βενι­ζέλος αντι­λαμ­βα­νόταν ότι η κοι­νω­νική συνοχή στην αγρο­τική Ελλάδα, η άμβλυνση των αγρο­τι­κών συγκρούσεων, ειδικά μετά το Κιλε­λέρ (1910), και η ένταξη των ακτη­μόνων στο εθνικό σχέδιο ήταν βασι­κές προ­ϋπο­θέσεις πολι­τι­κής στα­θε­ρότη­τας και στρα­τι­ω­τι­κής κινη­το­ποίη­σης –δηλαδή πολε­μι­κού ηθι­κού των στρα­τευ­σίμων αγρο­τών– ενόψει των επι­κείμε­νων εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κών πολέμων τότε. Με απλά λόγια, αλλιώς πολε­μάει ένας ακτήμων και εντε­λώς δια­φο­ρε­τικά πολε­μάει ένας ιδιο­κτήμων.

Το 1917-1923 πραγ­μα­το­ποι­ήθηκε ακόμη πιο εκτε­τα­μένη ανα­δια­νομή γης, πάλι από τον Βενι­ζέλο, και προ­ε­τοίμασε το έθνος για το έπος του ’40, οπότε η Ελλάδα είχε συγκρο­τήσει έναν στρατό ιδιο­κτη­μόνων που πολε­μούσαν με αυτο­θυ­σία και πάθος για την πατρίδα, το φιλότιμο και τη γη τους, η οποία απο­τε­λεί τη βάση βιο­πο­ρι­σμού της οικο­γένειάς τους στα μετόπι­σθεν.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Βενι­ζέλος υπήρξε ο συνε­χι­στής της προ­σπάθειας του Ιωάννη Καπο­δίστρια, ο οποίος για τους ίδιους λόγους προ­γραμ­μάτιζε τον ανα­δα­σμό των εθνι­κών γαιών υπέρ των ακτη­μόνων το 1832, σε συν­δυ­α­σμό με τη θεσμο­θέτηση δικαι­ώ­μα­τος ψήφου για όλους τους ενήλι­κες Ελλη­νες ανε­ξάρ­τητα από την περιου­σιακή τους κατάσταση το 1831. Δυστυ­χώς, γι’ αυτά τα δύο ρηξι­κέλευθα μέτρα, που ουσια­στικά καταρ­γούσαν τους κοτζα­μπάση­δες, δολο­φο­νήθηκε το 1831, λίγους μήνες προ­τού τα εφαρ­μόσει.

Κατά συνέπεια η «παλαιά Ελλάδα» των κοτζα­μπάση­δων και των τσι­φλι­κάδων κατέληξε στην ήττα-παρω­δία του 1897. Τότε δηλαδή που οι Τούρ­κοι «μας πήρανε φαλάγγι» στη Θεσ­σα­λία και ικε­τεύαμε τις ευρω­παϊκές δυνάμεις να μας δια­σώ­σουν.

Επο­μένως το πισω­γύρι­σμα στην «παλαιά Ελλάδα» των μεγα­λο­γαιο­κτη­μόνων –με τη μορφή των funds σε σύγ­χρονη τεχνο­κρα­τική μορφή– δεν πρόκει­ται να δια­σφα­λίσει τη χώρα στο ορατό μέλ­λον με ένο­πλες δυνάμεις ακτη­μόνων κατά τουρ­κι­κών στρα­τευ­μάτων ιδιο­κτη­μόνων. Διότι ορθώς ο Καπο­δίστριας και ο Βενι­ζέλος διέγνω­σαν –και οι Τούρ­κοι σήμερα γνω­ρίζουν– ότι η ιδιο­κτη­σία γης από τους πολ­λούς είναι παράγο­ντας εθνι­κής ασφα­λείας.

1 Το παγκόσμιο χρη­μα­το­πι­στω­τικό σύστημα αντι­με­τω­πίζει όλο και μεγα­λύτερη συστη­μική έκθεση κιν­δύνου (risk exposure), καθώς το δημόσιο χρέος μεγάλων οικο­νο­μιών ξεπερ­νάει πλέον το 100% του ΑΕΠ τους και συνε­χίζει να αυξάνε­ται: Ιαπω­νία 237%, ΗΠΑ 121%, Ηνω­μένο Βασίλειο (UK) 101%, Γαλ­λία 113%, Κανα­δάς 111%, κ.τ.λ. (εκτι­μήσεις: IMF/WorldEconomics για το έτος 2025)
2 Ο όρος «νεο­φε­ου­δα­λικό χρη­μα­το­οι­κο­νο­μικό πρότυπο» χρη­σι­μο­ποιείται εδώ μετα­φο­ρικά για να περι­γράψει μορ­φές συγκέντρω­σης ελέγ­χου επί παρα­γω­γι­κών πόρων (όπως η γη) και απώ­λειας οικο­νο­μι­κής αυτο­νο­μίας μικρών παρα­γω­γών και όχι για να υπο­δη­λώ­σει ιστο­ρική επι­στροφή σε φεου­δαρ­χι­κές νομι­κές ή κοι­νω­νι­κές σχέσεις

ΑΠΟ ΤΟ DOCUMENTO