Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Τι θέλει, τι βλέπει και πού το πάει ο Αλέξης Τσίπρας

Του Νίκου Γαλάτη

 

Παρότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τον Αλέξη Τσίπρα να υστερεί από τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε δημοφιλία ή ικανότητα να κυβερνήσει, τα ποσοστά και των δύο είναι μικρότερα από τον Κανένα. Που σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι σε μεγάλο ποσοστό δεν έχουν μιλήσει ακόμα. Ούτε προεξοφλούν το τι θα κάνουν σε μια προσωπική αναμέτρηση σε μια μετωπική αναμέτρηση Δεξιάς- Αριστεράς ή καλύτερα Μητσοτάκη- Δημοκρατικής Παράταξης, όπως θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ήδη στη ΔΕΘ, αφού διεκδίκησε την διαδοχή του Ανδρέα Παπανδρέου, ο Αλέξης Τσίπρας εμφάνισε ένα μετριοπαθές προφίλ- με ανοίγματα στην …ελεύθερη οικονομία και τον κόσμο των επιχειρήσεων, με υπόσχεση μείωσης φόρων για τις επιχειρήσεις, όταν αυτό είναι εφικτό.

Η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα δεν ήταν άνοιγμα μόνο προς την Κεντροαριστερά, αλλά και στο συντηρητικό ακροατήριο – τη μεσαία τάξη και τις μικρές επιχειρήσεις στις οποίες υποσχέθηκε 100.000 μικρά δάνεια- πολύ πριν λειτουργήσει η Αναπτυξιακή Τράπεζα- που δρομολογήθηκε.

Με φοβερή ειλικρίνεια ο πρωθυπουργός είπε στην Θεσσαλονίκη, ότι «ο-παλιός- ΣΥΡΙΖΑ που χτυπάτε, δεν υπάρχει πια». Και με απόλυτη αυτογνωσία δέχτηκε πως μπαίνουμε σε εποχή συγκλίσεων- κάνοντας ανοιχτή πρόσκληση στο ΠΑΣΟΚ  για συνεργασία. Δηλαδή προεξόφλησε πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι πρώτη δύναμη και το ξέρει.

Από την άλλη τόνισε με νόημα πως οι μεθεπόμενες εκλογές- θεωρητικά, μπορεί κι αυτές, αν υπάρξει πλειοψηφία για αλλαγή του νόμου από αυτή τη Βουλή- θα γίνουν με απλή αναλογική. Τι σημαίνει αυτό;

Aυτό σημαίνει πως αργά ή γρήγορα, ακόμα κι αν υπάρξει κυβέρνηση Μητσοτάκη, που μπορεί να σκοντάψει στις …Προεδρικές Εκλογές- η Νέα Δημοκρατία δεν θα μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση, ούτε καν με συμμάχους -που φαίνεται να χάνει.

Ο νέος εκλογικός νόμος ευνοεί ολοφάνερα το δεύτερο κόμμα, αν αυτό είναι ο ΣΥΡΙΖΑ ή κάποιο άλλο από την «δημοκρατική παράταξη». Αυτό σε αντίθεση με τη Νέα Δημοκρατία μπορεί να βρει πιο εύκολα συμμάχους ανάμεσα στα τρία-τέσσερα κόμματα που θα μπουν στην Βουλή.

Δεδομένου του ότι τα δυο αντισυστημικά κόμματα- της Αριστεράς και της Δεξιάς- θα κατέχουν όπως φαίνεται 40-50 έδρες από τις 300 της Βουλής οι επόμενες κυβερνήσεις, όπως κι αυτή στην πράξη θα είναι κυβερνήσεις μειοψηφίας που εκλέγονται από 250-260 βουλευτές- αν δεν είναι κυβερνήσεις μεγάλων σχηματισμών. Αν το δεύτερο κόμμα κατέχει 70-90 από αυτές δεν φτάνει να συμπλεύσει μόνο ένα μικρότερο για να σχηματιστεί κυβέρνηση.

Αν το πρώτο κόμμα δεν σχηματίσει αυτοδύναμη, αλλά ευάλωτη, κυβέρνηση οι πολυκομματικές -και επίσης ευάλωτες- κυβερνήσεις είναι πλέον κανόνας για την Ελλάδα με την ανάδειξη μικρότερων κομμάτων- όπως οι ΑΝΕΛ σήμερα- σε εγγυτητές-ρυθμιστές.

Όλα αυτά σημαίνουν αφενός πως ο νέος φορέας θα είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας στη Βουλή, ακόμα κι αν είναι τρίτο κόμμα. Μια κυβέρνηση θα αποτελείται από δυο-τρία ή τέσσερα κόμματα που μπορεί στη πράξη να σημαίνει ότι δεν θα μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση χωρίς το δεύτερο κόμμα.

Η αριθμητική αυτή οδηγεί στην αναπόφευκτη συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ- Κεντροαριστεράς. Αλλά μπορεί και να οδηγεί στο αδιανόητο σήμερα ενδεχόμενο …συνεργασίας ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ– που μπορεί να κρύβεται πίσω από τις λέξεις που χρησιμοποίησε- με μετριοπάθεια και διάθεση συναίνεσης- ο Αλέξης Τσίπρας.

Φυσικά οι επόμενες εκλογές θα γίνουν σε κλίμα πόλωσης ανάμεσα στα δυο μεγάλα κόμματα που μπορεί να σημαίνει την εξαφάνιση ή την διάσπαση του νέου φορέα, που δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Το μόνο βέβαιο είναι- αυτό που είπε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, μάλλον με νηφαλιότητα: έρχεται η εποχή των συγκλίσεων και των συμμαχικών κυβερνήσεων.

Το μόνο ερώτημα είναι ποιος θα συγκλίνει με ποιον. Που στην πράξη περνάει από το ερώτημα πόσα και ποια κόμματα θα είναι στην επόμενη πεντακομματική η εξακομματική Βουλή.

Αν δεν βρεθούν μικρότερα κόμματα από τα δυο μεγάλα, ύστερα πιθανόν από απανωτές εκλογές που μπορεί και να τα εξαφανίσουν ή να τα συμπιέσουν, η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ, μπροστά στο αδιέξοδο, φαίνεται αναπόφευκτη. Για ένα διάστημα και υπό την μορφή «οικουμενικής» ή «κυβέρνηση» εθνικής ενότητας» ή υπό την μορφή του νέας διαχωριστικής γραμμής που ανέδειξε στην ομιλία του ο πρωθυπουργός: Πού δεν είναι πια ανάμεσα σε αντιμνημονιακούς και μνημονιακούς. Αλλά ανάμεσα σε ευρωπαϊστές και μη ευρωπαϊστές.

Δεν θα γινόταν πιο σαφής σ΄αυτό ο Αλέξης Τσίπρας αν δεν είχε μια ολόκληρη αναφορά στην ομιλία του πώς- εκτός από την Κεντροαριστερά, υπάρχουν και κομμάτια της Δεξιάς με τα οποία μπορεί να συνεργασθεί. Άλλωστε το έκανε ήδη με τον Πάνο Καμμένο. Γιατί όχι και με τον -μεταρρυθμιστή- Μητσοτάκη;

“Στο μέλλον»- είπε στη συνέντευξη τύπου στη Θεσσαλονίκη- «μπορεί να υπάρξουν συμπτώσεις ανάμεσα σε δυνάμεις που βρίσκονται παραδοσιακά στο στρατόπεδο της Δεξιάς και δυνάμεις που βρίσκονται στο στρατόπεδο της Αριστεράς;». Αν εννοούσε τον Πάνο Καμμένο δεν θα μιλούσε για το μέλλον, αλλά για το παρελθόν και το παρόν. Ποιες είναι αυτές οι δυνάμεις και πώς θα εκφραστούν οι συμπτώσεις;

Eίναι μάλλον φανερό ότι ο Αλέξης Τσίπρας- μάστορας των συμμαχιών κυρίως με αντιπάλους- διαβλέπει δυσκολίες στο να περάσει την τρίτη αξιολόγηση χωρίς συναινέσεις. Να είναι αυτός δηλαδή που θα βγάλει τη χώρα από το μνημόνιο. Αλλά διαβλέπει πώς το 2019 θα είναι μια χρόνια πολιτικού αδιεξόδου στην οποία τοποθετεί τον εαυτό του ως εθνικό ηγέτη υπεράνω κομμάτων που θα διευκολύνει την χώρα -μετά τον συμβιβασμό του- με την πολιτική της συναίνεσης- που ήδη προσωποποιεί ο ίδιος.

Φυσικά η εικόνα αυτή μπορεί να έχει άλλους αποδέκτες. Να είναι μία ακόμα τρίπλα του Αλέξη Τσίπρα -που αν μη τι άλλο ξέρει να κερδίζει εκλογές. Να θέσει δηλαδή ένα δίλημμα τους ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς. Να διεισδύσει και πάλι στο χώρο της φιλελεύθερης δεξιάς και να απομονώσει όσους στο χώρο του ΠΑΣΟΚ βλέπουν με περισσότερη αντιπάθεια τον ίδιο, από όσο τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Που δεν αντιλαμβάνεται ότι ο ρόλος που διεκδικεί ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι αυτός του διαδόχου του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά του εθνικού ηγέτη.