Το Ανέγγιχτο «Καπετανάτο» των Τραπεζών: Το Μεγάλο Κόλπο της Υπερκερδοφορίας και η Κοινωνική Χρεοκοπία

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Η ελληνική οικονομία βιώνει μία από τις πιο προκλητικές και αποσιωπημένες αντιφάσεις της σύγχρονης ιστορίας της.

Τη στιγμή που η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών λυγίζει καθημερινά υπό το βάρος της ακρίβειας, του πληθωρισμού και της στεγαστικής κρίσης, το εγχώριο τραπεζικό σύστημα λειτουργεί ως ένα ιδιότυπο, ανέγγιχτο «καπετανάτο».

Ένα Κράτος εν Κράτει, το οποίο απολαμβάνει ιδιότυπη ασυλία, καταγράφει ιστορικά ρεκόρ κερδοφορίας και την ίδια στιγμή αρνείται να επιστρέψει στην κοινωνία ακόμη και τα στοιχειώδη.

Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι και αποκαλύπτουν το μέγεθος της συστηματικής αδικίας που ελάχιστοι στην πολιτική σκηνή τολμούν να  εξηγήσουν και, κυρίως, κανένας δεν αγγίζει.

Για να γίνει κατανοητή η μεγάλη αντίφαση, ας ανατρέξουμε στο παρελθόν και στον λογαριασμό που πλήρωσαν οι Έλληνες φορολογούμενοι.

Στην περίοδο της μνημονιακής κρίσης (2012-2015), οι τέσσερις συστημικές τράπεζες (Eurobank, Εθνική, Πειραιώς, Alpha Bank) διασώθηκαν από την απόλυτη κατάρρευση μέσω τριών διαδοχικών ανακεφαλαιοποιήσεων.

Το συνολικό κόστος αυτής της μετάγγισης χρήματος  ξεπέρασε το αστρονομικό ποσό των 65 δισεκατομμυρίων ευρώ. Μόνο μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), δηλαδή με απευθείας επιβάρυνση του δημοσίου χρέους που αυτονόητα φορτώθηκε στις πλάτες των πολιτών, διοχετεύθηκαν καθαρά 32 δισεκατομμύρια ευρώ. Έτσι, η Πειραιώς απορρόφησε περίπου 11 δισ., η Εθνική 9 δισ., η Eurobank 6 δισ. και η Alpha Bank 4,5 δισ. ευρώ.

Στο διάστημα αυτό, κόπηκαν μισθοί, εξανεμίστηκαν συντάξεις και η δημόσια υγεία γονάτισε ώστε να  σταθούν όρθια τα τραπεζικά ιδρύματα που στο προηγούμενο διάστημα μοίραζαν δίχως κανένα εχέγγυο, κάθε λογής δάνεια (εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, κάρτες κλπ) σαν… κομφετί στις αποκριές.  

Σήμερα, οι ίδιες τράπεζες που κρατήθηκαν στη ζωή με το αίμα της κοινωνίας, εμφανίζουν καθαρά κέρδη-μαμούθ που για το έτος 2025 διαμορφώθηκαν στα 4,63 έως 4,7 δισεκατομμύρια ευρώ.

Όμως, παρά τα κέρδη δισεκατομμυρίων, δεν καταβάλλουν άμεσο φόρο εισοδήματος επί των κερδών τους σε μετρητά, καθώς αυτός συμψηφίζεται λογιστικά.

 Πώς γίνεται αυτό; Εδώ κρύβεται το αποκαλούμενο «μεγάλο κόλπο».  Δηλαδή, ο μηχανισμός της Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης (Deferred Tax Credit – DTC).

Το DTC που έχει ψηφιστεί από την Ελληνική Βουλή και έχει εγκριθεί από τους ευρωπαϊκούς εποπτικούς μηχανισμούς (SSM/ΕΚΤ),  είναι μια νομική και λογιστική «αλχημεία» της περιόδου της κρίσης. Όταν οι τράπεζες υπέστησαν τεράστιες ζημιές από το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων (PSI) και τα κόκκινα δάνεια, το κράτος τους επέτρεψε να μετατρέψουν αυτές τις ζημιές σε μελλοντικές φορολογικές ελαφρύνσεις, τις οποίες μάλιστα εγγυήθηκε το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο ώστε να προσμετρώνται ως «ποιοτικά» εποπτικά κεφάλαια.

Στην πράξη, για το 2025, ο ονομαστικός φόρος εισοδήματος (με συντελεστή 22%) που αναλογούσε στις τέσσερις συστημικές τράπεζες άγγιξε τα 1,1 με 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ. Αντί όμως οι τράπεζες να βάλουν το χέρι στην τσέπη και να πληρώσουν σε ρευστό το κράτος, χρησιμοποίησαν το DTC.

Συμψήφισαν, δηλαδή, τον φόρο με τις παλιές τους ζημιές. Το αποτέλεσμα είναι προκλητικό: οι τράπεζες εμφανίζουν κέρδη δισεκατομμυρίων, αλλά στα δημόσια ταμεία δεν μπαίνει ούτε ένα ευρώ σε ζεστό χρήμα, την ώρα που το εναπομείναν υπόλοιπο του DTC που «κουβαλάνε» στους ισολογισμούς τους παραμένει στο δυσθεώρητο ύψος των 9,5 έως 10 δισεκατομμυρίων ευρώ (Εθνική 3,5 δισ., Πειραιώς 3,1 δισ., Eurobank 2,7 δισ., Alpha Bank 2,4 δισ.).

Η πρόκληση όμως γίνεται ακόμα πιο εξοργιστική στο επίπεδο των μερισμάτων. Παρά το γεγονός ότι ο SSM τις υποχρεώνει πλέον να συνδέουν τα μερίσματα με την ταχύτερη απόσβεση του DTC, η ουσία για τον πολίτη παραμένει η ίδια: το κράτος στερείται δισεκατομμύρια σε μετρητά ενώ οι μέτοχοι εισπράττουν κανονικά ρευστό. Συγκεκριμένα για τη χρήση του 2025, οι διοικήσεις αποφάσισαν τη διανομή-ρεκόρ περίπου 2,83 δισεκατομμυρίων ευρώ στους μετόχους τους μέσω μερισμάτων και προγραμμάτων επαναγοράς μετοχών (buybacks), εκτινάσσοντας το ποσοστό διανομής (payout ratio) στο 55% με 60% των κερδών τους.

Και κάπου εδώ έρχεται η χαριστική βολή για τον μέσο φορολογούμενο. Αυτά τα τραπεζικά μερίσματα των εκατομμυρίων, φορολογούνται στην Ελλάδα με τον προκλητικά χαμηλό, σχεδόν μηδενικό συντελεστή του 5%.

Όταν ένας μισθωτός ή συνταξιούχος φορολογείται με συντελεστές που αγγίζουν το 44% από το πρώτο ευρώ και ένας ελεύθερος επαγγελματίας στραγγαλίζεται από τεκμήρια, οι μεγαλοεπενδυτές των τραπεζών απολαμβάνουν μια σκανδαλώδη φορολογική ασυλία.

Την ίδια ακριβώς στιγμή που συμβαίνει αυτό το πάρτι κερδών και μερισμάτων, εξελίσσεται η μεγαλύτερη κοινωνική τραγωδία της μεταπολίτευσης: ο εφιάλτης των πλειστηριασμών. Οι τράπεζες «καθάρισαν» τους ισολογισμούς τους μειώνοντας τα κόκκινα δάνεια κάτω από το 5%, αλλά δεν το έκαναν μέσω γενναίων κουρεμάτων προς τους δανειολήπτες.

Αντίθετα, μεταβίβασαν μαζικά τα δάνεια αυτά σε ξένα funds και εταιρείες διαχείρισης (servicers). Και αυτή τη στιγμή-  σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της πλατφόρμας e-auction- χιλιάδες ακίνητα βρίσκονται στο στόχαστρο των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών. Το πιο αποκαλυπτικό και θλιβερό στοιχείο είναι ότι σχεδόν το 75% των κατοικιών που βγαίνουν στο σφυρί έχουν τιμή πρώτης προσφοράς κάτω από τις 150.000 ευρώ.  Νομικά, οι συστημικές τράπεζες έχουν πουλήσει αυτά τα δάνεια και οι servicers και τα funds είναι πλέον ανεξάρτητες νομικές οντότητες…

Αυτό αποδεικνύει περίτρανα ότι τα θύματα αυτής της επιθετικής στρατηγικής δεν είναι οι «στρατηγικοί κακοπληρωτές», αλλά η μικρομεσαία ελληνική οικογένεια που έχασε τα εισοδήματά της στην κρίση.

Οι πολίτες που πλήρωσαν τα 65 δισεκατομμύρια για να σώσουν τις τράπεζες, τώρα βλέπουν τις ίδιες τράπεζες –μέσω των servicers– να τους πετούν έξω από τα σπίτια τους.

Παράλληλα, το «καπετανάτο» των τραπεζών συνεχίζει να αφαιμάζει την καθημερινότητα των πολιτών μέσω των εσόδων από προμήθειες, τα οποία ανήλθαν στο αδιανόητο ποσό των 2,44 δισεκατομμυρίων ευρώ. Μπορεί οι πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις και οι πολιτικές πιέσεις να επέβαλαν μειώσεις σε ορισμένες απλές ψηφιακές συναλλαγές, ωστόσο η τραπεζική ευρηματικότητα βρήκε νέες διόδους. Οι τράπεζες εισάγουν πλέον σταδιακά το μοντέλο των «σταθερών μηνιαίων συνδρομών» για τη διατήρηση ακόμη και των πιο απλών λογαριασμών ταμιευτηρίου.

Με χρεώσεις που ξεκινούν από 0,50€ έως 1€ τον μήνα, μετατρέπουν την απλή κατοχή ενός λογαριασμού –που θεσπίστηκε ως  υποχρεωτικός για τη μισθοδοσία ή τη συνταξιοδότηση– σε ένα μόνιμο, έμμεσο χαράτσι, κεφαλαιοποιώντας την τεράστια αύξηση του όγκου των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι αδυσώπητο. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αποτελεί τον ορισμό του «σοσιαλισμού για τους ισχυρούς και του άγριου καπιταλισμού για τους αδύναμους».

Οι Τράπεζες που διασώθηκαν με δημόσιο χρήμα, γιγαντώθηκαν με τις θυσίες των πολιτών, και σήμερα, οχυρωμένες πίσω από το λογιστικό οπλοστάσιο του DTC και τις πλάτες των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών (SSM), λειτουργούν χωρίς καμία κοινωνική συνείδηση.

Η επίσημη δικαιολογία ότι η ταχύτερη απόσβεση του DTC έως το 2032-2033 αποτελεί προτεραιότητα για τη σταθερότητα του συστήματος, δεν μπορεί να κρύψει την ηθική και κοινωνική χρεοκοπία αυτής της πολιτικής. Όσο η πολιτεία αρνείται να επιβάλει μια πραγματική, έκτακτη φορολόγηση σε μετρητά επί των τραπεζικών κερδών και όσο επιτρέπει την ασύδοτη δράση των funds εις βάρος της πρώτης κατοικίας, το «καπετανάτο» θα συνεχίζει να πλουτίζει, αφήνοντας πίσω του μια κοινωνία οικονομικά ακρωτηριασμένη.