Οι έμποροι των Αριστερών

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Η ιστορική εξέλιξη των πολιτικών σχηματισμών δεν καθορίζεται από τις προθέσεις των υποκειμένων ούτε από τις ηθικές διακηρύξεις των ηγεσιών τους, αλλά από την αδυσώπητη κίνηση των υλικών αντιθέσεων και της ταξικής πάλης. Όταν εξετάζουμε την πορεία της σύγχρονης κυβερνώσας αριστεράς, οφείλουμε να προσπεράσουμε τις εύκολες, γραμμικές αναγνώσεις περί προδοσίας ή ανικανότητας προσώπων και να εστιάσουμε στη βαθύτερη δομική μετάλλαξη ενός χώρου που μετατράπηκε από εργαλείο κοινωνικής αμφισβήτησης σε προσοδοφόρο πολιτικό εμπόρευμα. Η πολιτισμική κληρονομιά της χώρας έχει ήδη προσφέρει το εννοιολογικό πλαίσιο για αυτή την ανάλυση μέσα από το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Οι Έμποροι των Εθνών. Η τηλεοπτική μεταφορά αυτού του έργου συνδέθηκε άρρηκτα με μια συλλογική μελαγχολία που ξεκινά με τη φράση, ήτανε μια φορά μάτια μου κι έναν καιρό. Αυτός ο πρώτος στίχος δεν αποτελεί απλώς μια ρομαντική αναπόληση, αλλά το ιδεολογικό προπέτασμα καπνού μιας ολόκληρης περιόδου που μυθοποίησε τις λαϊκές διεκδικήσεις για να τις ενσωματώσει τελικά στο αστικό σύστημα διακυβέρνησης.

Η πρόσφατη, ραγδαία εξέλιξη με την παραίτηση του Σωκράτη Φάμελλου από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί το νομοτελειακό αποτέλεσμα αυτής της μακράς πορείας εμπορευματοποίησης, συνοδευόμενη όμως από έναν βαθύτατο πολιτικό εκφυλισμό των ίδιων των πρωταγωνιστών της. Στη δήλωσή του, ο Φάμελλος επιστράτευσε μια ρητορική που, κάτω από το πρόσχημα της καταγγελίας του «διχασμού», διολίσθησε σε επικίνδυνες ατραπούς που θυμίζουν τον τραμπισμό. Η εργαλειοποίηση του θύματος, η παρουσίαση του εαυτού του ως του μοναδικού εγγυητή της θεσμικής νομιμότητας απέναντι σε «σκοτεινές εσωτερικές δυνάμεις» και η κατασκευή ενός εσωτερικού εχθρού αποτελούν κλασικά δείγματα λαϊκισμού της αστικής δεξιάς. Από μαρξιστική σκοπιά, αυτή η υιοθέτηση τραμπικών μεθόδων επικοινωνίας δεν είναι τυχαία. Μαρτυρά την πλήρη αδυναμία παραγωγής ιδεολογικού λόγου· όταν τα επιχειρήματα της ταξικής ανάλυσης στερεύουν, η γραφειοκρατία καταφεύγει στο θέαμα, στην πόλωση και στην προσωποποίηση των δομικών προβλημάτων, μετατρέποντας την πολιτική σύγκρουση σε μια αρένα προσωπικών αντεγκλήσεων.

Αυτός ο εκφυλισμός της ηγεσίας βρίσκει τις ρίζες του στην ιστορική μετάλλαξη του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος από εκφραστής της λαϊκής ελπίδας μετατράπηκε σε μια άλλη Σειρήνα της Οδύσσειας. Στην προσπάθειά του να προσεγγίσει τη δική του πολιτική «Ιθάκη» –μια θέση στο διεθνές ή εγχώριο κατεστημένο της σοσιαλδημοκρατίας– άρχισε να εκπέμπει ένα παραπλανητικό, γλυκό τραγούδι που σκοπό είχε να αποπροσανατολίσει και να αποσπάσει. Το πιο κυνικό στοιχείο αυτής της μετάλλαξης ήταν η απόπειρά του να αποσπάσει τους πρώην πολιτικούς του συντρόφους όχι στη βάση κάποιου συλλογικού σχεδίου ή ιδεολογικού οράματος, αλλά ως απλά, μεμονωμένα άτομα. Η αποδόμηση της συλλογικότητας και η αναγωγή των στελεχών σε μονάδες προς εξαγορά ή ενσωμάτωση αποτελεί την απόλυτη νίκη της αστικής ιδεολογίας του ατομικισμού μέσα στον ίδιο τον ιστό της αριστεράς. Οι πρώην σύντροφοι έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως μέλη ενός επαναστατικού ή ριζοσπαστικού υποκειμένου και μετατράπηκαν σε ελεύθερα διακινούμενα άτομα στην πολιτική αγορά, έτοιμα να ανταλλάξουν την ιστορία τους με μια θέση στη νέα αυλή του ηγέτη.

Αυτή η επιλογή σηματοδότησε την απόλυτη κυριαρχία των εμπόρων των αριστερών ιδεών, οι οποίοι, σε πλήρη αναλογία με τους παπαδιαμαντικούς εμπόρους των εθνών, μετέτρεψαν τις αξίες, τα σύμβολα και την ιστορική μνήμη των κοινωνικών αγώνων σε ανταλλάξιμα αγαθά. Στην κλασική πολιτική οικονομία, η εμπορευματοποίηση προϋποθέτει την απόσπαση της αξίας χρήσης από την ανταλλακτική αξία. Οι ιδέες της κοινωνικής δικαιοσύνης έπαψαν να λειτουργούν ως εργαλεία για την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων και έγιναν απλώς το brand name μιας κάστας επαγγελματιών. Η επιβίωση αυτής της κάστας εξαρτιόταν από την ικανότητά της να πουλά την ελπίδα μιας ανώδυνης διαχείρισης του συστήματος, διατηρώντας ταυτόχρονα τα προνόμια που απορρέουν από τον έλεγχο των κρατικών μηχανισμών, ακόμα και όταν ο διχασμός και οι τραμπικές κορώνες επιστρατεύονται για να κρύψουν το πολιτικό κενό.

Όταν όμως οι υλικές συνθήκες αλλάζουν και το αστικό κράτος απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη προσαρμογή στις ανάγκες της αγοράς, η σοσιαλδημοκρατική διαχείριση ξεμένει από επιχειρήματα και το ιδεολογικό προϊόν απαξιώνεται. Η κρίση που βιώνει ο χώρος και η ανάδυση νέων σχηματισμών, όπως η ΕΛ.Α.Σ, δεν είναι παρά ο κατακερματισμός της ίδιας της πολιτικής αγοράς. Η παραίτηση Φάμελλου κάτω από το βάρος της δικής του ρητορικής αντανακλά την αδυναμία της παραδοσιακής κομματικής γραφειοκρατίας να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στις διαφορετικές φατρίες που μάχονται για τα υπολείμματα αυτής της εμπορικής επιχείρησης. Ο διχασμός στον οποίο αναφέρεται ο πρώην πρόεδρος δεν είναι μια ιδεολογική διαφωνία για το μέλλον του σοσιαλισμού, αλλά μια σκληρή σύγκρουση μηχανισμών για τον έλεγχο του κομματικού κράτους, των χρηματοδοτήσεων και της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, όπου οι μέθοδοι του πολιτικού αντιπάλου υιοθετούνται πλέον χωρίς καμία ντροπή.

Από μαρξιστική σκοπιά, η ηγεσία ενός τέτοιου κόμματος δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον συλλογικό διαχειριστή των συμφερόντων της ίδιας της γραφειοκρατίας του. Όταν η κοινωνική βάση απομακρύνεται, συνειδητοποιώντας ότι η ρητορική του κόμματος δεν αντιστοιχεί σε καμία βελτίωση των υλικών όρων της ζωής της, το κόμμα αποκόπτεται από την ταξική του γείωση. Χωρίς οργανική σύνδεση με το προλεταριάτο, η πολιτική δραστηριότητα εκφυλίζεται σε έναν εσωστρεφή πόλεμο φθοράς, όπου το κάθε στέλεχος προσπαθεί να διασώσει το προσωπικό του πολιτικό κεφάλαιο. Ο Φάμελλος, εγκλωβισμένος ανάμεσα στις Σειρήνες του παρελθόντος και τον κυνισμό του παρόντος, επέλεξε την ηρωική έξοδο με όρους επικοινωνιακού εντυπωσιασμού. Σε μια περίοδο δομικής κρίσης, η πολιτική των ίσων αποστάσεων και της ταξικής ειρήνης δεν μπορεί να λειτουργήσει, καθώς η πραγματικότητα απαιτεί καθαρές επιλογές και οι μηχανισμοί αναζητούν πιο επιθετικές μορφές επιβίωσης, έστω και αν αυτές αμαυρώνουν την ίδια την ιστορία της αριστεράς.

Το συμπέρασμα αυτής της ανάλυσης είναι ότι το σβήσιμο του πολιτικού αυτού κύκλου ήταν ιστορικά προδιαγεγραμμένο από τη στιγμή που η αριστερή ταυτότητα έγινε αντικείμενο συναλλαγής και τα στελέχη μετατράπηκαν σε ιδιώτες προς εκμετάλλευση. Οι έμποροι των αριστερών διαπιστώνουν σήμερα ότι η πελατεία τους έχει χαθεί, όχι επειδή η κοινωνία στράφηκε μαζικά προς τον συντηρητισμό, αλλά επειδή η ίδια η ζωή απέδειξε ότι η απόπειρα συμβιβασμού των συμφερόντων του κεφαλαίου με τις ανάγκες της εργασίας είναι μια ουτοπία. Η παραίτηση του προέδρου σφραγίζει το τέλος των ψευδαισθήσεων και αφήνει το πεδίο ελεύθερο για την ανασυγκρότηση των αυθεντικών κοινωνικών δυνάμεων. Η εργατική τάξη οφείλει να αντιληφθεί ότι η απελευθέρωσή της δεν θα προέλθει από τους μεσάζοντες της ελπίδας, ούτε από τις Σειρήνες που τραγουδούν για ατομικές λύσεις, αλλά από τη δική της, αυτόνομη πολιτική οργάνωση που θα αρνηθεί να γίνει εμπόρευμα στα χέρια των σύγχρονων εμπόρων των εθνών.