
Του Μελέτη Ρεντούμη
Η φετινή έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη φορολογία στέλνει ένα διπλό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον μήνυμα προς την ελληνική κυβέρνηση. Από τη μία πλευρά αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συστήματος, ενώ από την άλλη αναδεικνύει με σαφήνεια ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να επιβαρύνεται από ένα ιδιαίτερα υψηλό φορολογικό βάρος, κυρίως στην εργασία, γεγονός που περιορίζει την ανταγωνιστικότητα και τις αναπτυξιακές της προοπτικές.
Η αναγνώριση της Κομισιόν δεν είναι τυπική ούτε αυτονόητη. Η εφαρμογή του ψηφιακού συστήματος myDATA, η διασύνδεση των φορολογικών δεδομένων, η αξιοποίηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και η δυνατότητα αυτόματης χρήσης των φορολογικών πληροφοριών αποτελούν ίσως τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση των τελευταίων δεκαετιών στη σχέση κράτους και φορολογουμένων.
Η ψηφιοποίηση των διαδικασιών, η κατάργηση του παραδοσιακού τέλους χαρτοσήμου και η δημιουργία ενός ενιαίου ψηφιακού περιβάλλοντος για φορολογικές δηλώσεις και συναλλαγές αυξάνουν τη διαφάνεια, μειώνουν τη γραφειοκρατία και περιορίζουν τα περιθώρια φοροδιαφυγής.
Η αποτελεσματικότητα αυτών των παρεμβάσεων αποτυπώνεται ήδη στα αυξημένα φορολογικά έσοδα και στη σταδιακή διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Η χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών, η διασταύρωση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο και η αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων επιτρέπουν στη φορολογική διοίκηση να εντοπίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια περιπτώσεις απόκρυψης εισοδημάτων. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ενισχύει όχι μόνο τα δημόσια οικονομικά αλλά και το αίσθημα φορολογικής δικαιοσύνης μεταξύ των συνεπών πολιτών και επιχειρήσεων.
Ωστόσο, η ίδια έκθεση επισημαίνει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί. Η Ελλάδα εμφανίζει τον υψηλότερο έμμεσο φορολογικό συντελεστή επί της εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς φθάνει στο 44,8%, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ταυτόχρονα, το βάρος των φόρων κατανάλωσης όχι μόνο δεν μειώθηκε, όπως συνέβη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά αυξήθηκε, ενώ και η συμμετοχή του ΦΠΑ στα συνολικά φορολογικά έσοδα παρουσιάζει τη μεγαλύτερη άνοδο μεταξύ των κρατών-μελών. Παράλληλα, η Ελλάδα διατηρεί την πρώτη θέση στους περιβαλλοντικούς φόρους ως ποσοστό του ΑΕΠ, γεγονός που αντικατοπτρίζει κυρίως την υψηλή φορολόγηση της ενέργειας και των καυσίμων.
Σε κάθε περίπτωση, το μήνυμα της Κομισιόν είναι σαφές. Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής δεν πρέπει να αποτελεί αυτοσκοπό για τη συνεχή αύξηση των φορολογικών εσόδων μέσω της διατήρησης υψηλών συντελεστών. Αντίθετα, η επιτυχία των μεταρρυθμίσεων δημιουργεί πλέον τον δημοσιονομικό χώρο ώστε η κυβέρνηση να προχωρήσει σταδιακά σε ελαφρύνσεις, ιδιαίτερα στην εργασία και στην παραγωγική οικονομία. Όσο περισσότερο περιορίζεται η φοροδιαφυγή, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η δυνατότητα μείωσης των φορολογικών βαρών για όσους ήδη συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η φορολογική στρατηγική της χώρας θα πρέπει να βασιστεί στη μετατόπιση του βάρους από τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές προς τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας.
Η περαιτέρω ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για την ανάλυση κινδύνου, η απλούστευση της νομοθεσίας και η σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών και φορολογικών επιβαρύνσεων στην εργασία μπορούν να δημιουργήσουν ισχυρά κίνητρα για επενδύσεις, αύξηση της απασχόλησης και επιστροφή παραγωγικού κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία.
Παράλληλα, η μείωση της εξάρτησης από τους έμμεσους φόρους θα ενίσχυε την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και θα βελτίωνε την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.
Συμπερασματικά, η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτυπώνει ουσιαστικά ότι η Ελλάδα έχει ολοκληρώσει με επιτυχία το πρώτο στάδιο της φορολογικής μεταρρύθμισης, δηλαδή τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι η μετατροπή αυτής της επιτυχίας σε ένα πιο ανταγωνιστικό και αναπτυξιακό φορολογικό μοντέλο, που θα αναβαθμίσει συνολικά την προοπτική της χώρας.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

