Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Το καρπούζι, το μαχαίρι και η σημαία

 Του Χρήστου Χωμενίδη 

Το καρπούζι, το μαχαίρι και η σημαία

Και ξαφνικά, την εβδομάδα που μάς πέρασε, η κοινή μας γνώμη παθιάστηκε για το εάν οι σημαιοφόροι στις σχολικές παρελάσεις της έκτης δημοτικού θα πρέπει να είναι οι άριστοι των μαθητών ή οι τυχεροί κάποιας κλήρωσης.

Είμαι απολύτως βέβαιος ότι στη σχετικά πρόσφατη (τεχνολογικά ωστόσο παλαιολιθική) εποχή, όταν η ειδησεογραφία εν πολλοίς καθοριζόταν -τα νέα έμπαιναν σε σειρά σπουδαιότητας- από τις μεγάλες εφημερίδες και από τους εθνικής εμβέλειας τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς διαύλους, διευθυντές σαν τον Αντώνη Καρκαγιάννη της «Καθημερινής» και τον Λέοντα Καραπαναγιώτη των «Νέων» δεν θα αφιέρωναν ούτε μονόστηλο στο εν λόγω ζήτημα. «Εδώ ο κόσμος καίγεται. Άλλη σκασίλα δεν είχαμε παρά ποιό από τα δωδεκάχρονα θα κρατάει τη σημαία!» θα κάγχαζαν. Και πολύ σωστά.

Ο κόσμος εξακολουθεί να καίγεται. Οι φλόγες έχουν δυναμώσει, απειλούν να μάς κάνουν παρανάλωμα και όχι επειδή είναι καλοκαίρι και η πυροσβεστική δυσκολεύεται να τις αντιμετωπίσει στα Κύθηρα και αλλού. Και όμως. Οι Έλληνες φανατίζονται, φιλονικούν, αλληλοσπαράσσονται διαδικτυακώς για τους προέφηβους σημαιοφόρους.

Γελοίο; Απ’ τη στιγμή που απασχολεί εκατομμύρια ανθρώπους, δεν είναι νοητό να ξεμπερδέψεις με έναν τέτοιο χαρακτηρισμό.

Θλιβερό; Σίγουρα ναι. Φανερώνει δυό πράγματα, το ένα χειρότερο από το άλλο.

Πρώτον ότι πάρα πολλοί γονείς αντιμετωπίζουν -κι ας μην το παραδέχονται, κι ας μην το συνειδητοποιούν ενίοτε- τα παιδάκια τους σαν προέκταση του εγώ τους. Τα ανατρέφουν, τα μορφώνουν, τα διαπαιδαγωγούν, προσδοκώντας να τα καμαρώσουν και να τα χειροκροτήσουν στην παρέλαση. Έτσι και το βλαστάρι δεν χρισθεί σημαιοφόρος -ή έστω παραστάτης-, αυτό θα συνιστά αποτυχία όχι μονάχα για το ίδιο μα και για σύσσωμη την οικογένεια. Εάν αντιθέτως οδηγήσει στο «εν-δυό!» ενώπιον των επισήμων την τάξη του, τότε θα ανάψουν οι κάμερες των κινητών και οι φωτογραφίες θα αναρτηθούν ως τρόπαια στο σαλόνι.

Αγνοούν προφανώς οι καλοί συμπολίτες μας ότι η πορεία του καθενός στη ζωή συνήθως δεν συνδέεται με τις σχολικές του επιδόσεις. Πως η μεγάλη πλειονότητα όσων αληθινά διέπρεψαν, από τον Αϊνστάιν και τον Ωνάση μέχρι τον Πικάσσο και τον Στηβ Τζομπς, υπήρξαν μέτριοι ή και κακοί μαθητές. Δεν τους περνάει δε καν από το μυαλό, καταπώς φαίνεται, ότι ο σκοπός της ζωής δεν είναι η επιτυχία αλλά η ευτυχία. «Να παίζετε, να ερωτεύεστε και να διαβάζετε ό,τι σάς κινεί το ενδιαφέρον!» μάς συμβούλευε ο πιό χαρισματικός δάσκαλος που είχα ποτέ μου. «Για τα άλλα. για τις πληκτικές υποχρεώσεις, έχετε δεκαετίες μπροστά σας…»

Μοιάζει, δεύτερον, να μη γνωρίζουν οι γονείς πώς μπαίνουν πλέον οι βαθμοί στα περισσότερα ελληνικά σχολεία. Ότι ολοένα και περισσότεροι δάσκαλοι και καθηγητές, προκειμένου να μην έρχονται σε προστριβές με τις μανούλες και με τους μπαμπάδες, μοιράζουν «Άριστα» με τη σέσουλα. Πριμοδοτούν και τον πιό ασυγκέντρωτο και τον πιό ανεπίδεκτο μαθητή. Έτσι κι αλλιώς, από τις πρώτες κιόλας τάξεις του γυμνασίου, αναδύονται -σαν πρόκληση και σαν φόβητρο- οι Πανελλαδικές Εξετάσεις. Τα παιδιά ξεκινούν εντατικά φροντιστήριο. Το σχολείο υποβαθμίζεται στο μη παρέκει, καταντά ένας χώρος για να περνούν οι διδασκόμενοι τα πρωινά τους προτού ξεκινήσει το απογευματινό σούρτα-φέρτα από τα μαθηματικά στη φυσική κι από τα αρχαία στην έκθεση ιδεών. Στην αποστήθιση τουτέστιν καλλιεπών κοινοτοπιών που ευνουχίζουν τη δημιουργική και ρηξικέλευθη σκέψη.

 Το ότι η στοιχειώδης και η μέση εκπαίδευση πηγαίνει εδώ και μισό αιώνα στην Ελλάδα από το κακό στο χειρότερο αποτελεί γεγονός αυταπόδεικτο. Αρκεί να σκεφθεί κανείς πως ακόμα και στη δεκαετία του 1970 ένας απόφοιτος του εξαταξίου τότε γυμνασίου μπορούσε να σταδιοδρομήσει με αξιώσεις στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Πως λειτουργούσαν παράλληλα τεχνικές σχολές, οι οποίες έβγαζαν εξαιρετικούς μάστορες. Το να έχεις τελείωσει, φερ’ειπείν, μηχανικός στον «Προμηθέα» σε έκανε περιζήτητο από τις ναυτιλιακές εταιρείες.

Κάθε σχεδόν υπουργός παιδείας εξαγγέλλει αναλαμβάνοντας καθήκοντα μία μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Όλες παρουσιάζουν το ίδιο πρόβλημα: Αφορούν στη λειτουργία των ΑΕΙ και των ΤΕΙ, άντε και τον τρόπο εισαγωγής σε αυτά. Ο άνθρωπος ωστόσο, ως προσωπικότητα, ως παραγωγικό και πολιτικό υποκείμενο, διαπλάθεται κατά τα χρόνια του δημοτικού. Εάν είχαμε πραγματικά καλά δημοτικά σχολεία, οι καινούργιες φουρνιές των Ελλήνων θα ήταν πιό ελεύθερες, πιό δημιουργικές, πιό ρωμαλέες από εμάς.

Η μεταρρύθμιση, εν πάση περιπτώσει, της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που φέρει την υπογραφή της Άννας Διαμαντοπούλου στάθηκε αξιομνημόνευτη. Υπήρξε μια φιλότιμη απόπειρα εξυγίανσης και εκσυγχρονισμού των πανεπιστημίων και των τεχνολογικών ιδρυμάτων, σύνδεσής τους με τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας, απαλλαγής τους από ταμπού όπως το εκχυδαϊσμένο «άσυλο» και οι «αιώνιοι φοιτητές». Οι Συριζανέλ έσπευσαν φυσικά να σαρώσουν τον νόμο Διαμαντοπούλου και να νεκραναστήσουν τής δεκαετίας του 1980. Όπισθεν ολοταχώς.

Το έχω ξαναγράψει. Η «Πρώτη Φορά Αριστερά» είναι η ταξικότερη, η κοινωνικά πιό άδικη -σε σημείο στυγνότητας- κυβέρνηση που έχει γνωρίσει, μεταπολεμικά τουλάχιστον, ο τόπος. Απεργάζεται μεθοδικότατα μια Ελλάδα δύο ταχυτήτων. Βαθιά και ανίατα σχεδόν διαιρεμένη.

Στον «θαυμαστό καινούργιο κόσμο» που εγκυμονείται στο μυαλό του Αλέξη Τσίπρα και των στελεχών του, η δημόσια παιδεία, η δημόσια υγεία, η κρατική εν γένει πρόνοια θα υποβαθμίζεται διαρκώς.

Τα παιδιά των οικονομικά ασθενέστερων θα φοιτούν σε απαράδεκτα σχολεία, με κακοπληρωμένους δάσκαλους και με ανεπαρκή μέσα. Θα εισάγονται εν συνεχεία σε υπολειτουργούσες σχολές, οι οποίες θα κατρακυλάνε χρόνο με τον χρόνο στη διεθνή κατάταξη. Θα ρίχνονται εν τέλει ως πτυχιούχοι σε μια αγορά εργασίας, η οποία δεν θα μπορεί ούτε θα θέλει να τους απορροφήσει καθότι θα τής είναι -λόγω ελλιπών προσόντων- μάλλον άχρηστοι. Θα καταλήγουν να εκλιπαρούν τους πολιτικούς προστάτες τους για την πρόσληψή τους στο δημόσιο.

Τα παιδιά -αντιθέτως- των οικονομικά πιό εύρωστων θα πληρώνουν τα δίδακτρα ιδιωτικών σχολείων, ιδιωτικών πανεπιστημίων, εδώ ή στο εξωτερικό, και θα προικίζονται με παντός είδους εφόδια. Θα εισέρχονται στην παραγωγή από θέση ισχύος. Θα διεκδικούν την ηγεσία στους τομείς τους, με τις ανάλογες ασφαλώς αποδοχές. Θα συγκροτούν μια ευάριθμη ελίτ, που θα κρατάει και το καρπούζι και το μαχαίρι.

Ενώ οι άλλοι, οι πλατιές μάζες, ο «λαός» που τον φλομώνουν καθημερινά στα ψέμματα οι επαγγελματίες προστάτες του, οι εργατοπατέρες και οι χαλασοχώρηδες, θα κρατάει απλώς τη σημαία στις παρελάσεις. Με υπερηφάνεια και με απελπισία.

* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας 

ΑΠΟ ΤΟ CAPITAL.GR