«Το κοινό περί δικαίου αίσθημα»

Του Παναγιώτη Μενέγου 

Οι δικαστικές αποφάσεις δεν είναι αμφισβητούμενες φάσεις. Να μαζευόμαστε με μπίρες και φραπέδες, να τις παίζουμε στο ριπλέι, άντε να φωνάξουμε και κανέναν καθηγητή διαιτησίας για να αποφασίσουμε αν το πέναλτι που δόθηκε ήταν σωστό ή λάθος. Οι δικαστικές αποφάσεις απαιτούν εξειδικευμένη, κι όχι εκλαϊκευμένη, γνώση για να παρθούν, να τελεσιδικήσουν και να επικοινωνηθούν στην κοινωνία ούτως ώστε να συμβαδίσουν ή έστω να μην προκαλέσουν «το κοινό περί δικαίου αίσθημα».

Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, «το κοινό περί δικαίου αίσθημα».

Μοιάζει με μια κατασκευή που επινοήθηκε για να εκφράσει εποχές πολύ μακρινές και διαφορετικές. Τότε που δεν υπήρχε το απέραντο λαϊκό δικαστήριο των σόσιαλ μίντια, τότε που το πρόβλημα ήταν η ελάχιστη πρόσβαση στην πληροφορία κι όχι η υπερπληροφόρηση, τότε που ίσως είχε ακόμα σημασία η αλήθεια. (Κι, ας πούμε, κάποιος που καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό για 2 βιασμούς ανηλίκων δύσκολα θα μπορούσε να κάνει δηλώσεις ως «δικαιωμένος» και «νικητής», φτιάχνοντας το δικό του πλαίσιο «αλήθειας».) Το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» συνήθως περπατά μαζί με κάτι επικίνδυνες υπεραπλουστεύσεις όπως «οι αποφάσεις του δικαστηρίου πρέπει να εκφράζουν την κοινωνία» που επί της ουσίας ακυρώνουν δια του όχλου αιώνες κατακτήσεων του νομικού πολιτισμού. Για να το καταλάβει κανείς καλύτερα, όσο θυμωμένος-η κι αν αισθάνεται αυτές τις μέρες (ή τον τελευταίο καιρό), αρκεί ένα απλό τεστ: αν είστε κατηγορούμενος-η για ο,τιδήποτε θα θέλατε να δικαστείτε με δημοψήφισμα ή με τον θεσμικό τρόπο που έχει αποφασίσει η κοινωνία μας; Μάλλον το δεύτερο, σωστά;

Having said all that, έλα όμως που το ρημάδι «το κοινό περί δικαίου αίσθημα» μπορεί να είναι κούφιο, ίσως κενό νοήματος, έως και παραπλανητικό, αλλά στο τέλος της ημέρας είναι κι… απαραίτητο. Ως πυλώνας του κοινωνικού συμβολαίου. Έχουμε ανάγκη την (ψευδ)αίσθηση της απονομής δικαιοσύνης. Έχουμε ανάγκη, όχι μόνο να πιστεύουμε αλλά και, να το βλέπουμε στην πράξη ότι η δικαιοσύνη είναι όντως τυφλή και δεν αλληθωρίζει ταξικά, συντεχνιακά ή όταν απλά έχεις στη διάθεσή σου έναν δικηγόρο καλό στο να έρπεται και μερικές δεκάδες φωτογραφίες με πρωθυπουργούς, μεγαλοεπιχειρηματίες κι όλους αυτούς που συγκροτούν αυτό που λέγεται κατεστημένο. Στην πράξη, το ξέρουμε επίσης, αυτό δε θα επιτευχθεί ποτέ. Όσο η δικαιοσύνη θα ασκείται από άνθρωπους, θα υπάρχει διαφθορά και, τότε ναι, θα αλληθωρίζει.

Με αποκορύφωμα την απόφαση για τον Δημήτρη Λιγνάδη, λοιπόν, είμαστε ξανά σε δύσκολη θέση. Από τη μία θέλουμε να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας και να μην προδώσουμε τις προοδευτικές μας αξίες στο βωμό των κραυγών και του λιντσαρίσματος. Από την άλλη, η φωτογραφία της στιγμής είναι αφόρητη: Κορκονέας, Χορταριάς, Φιλιππίδης και Λιγνάδης είναι έξω – one too many. Η αναταραχή (έστω στο φρενοκομείο των σόσιαλ) είναι μεγάλη, η αίσθηση της επιλεκτικής ατιμωρησίας διάχυτη, «το σύστημα προστατεύει τους δικούς του».

Το πρόβλημα όμως δεν είναι αν οι αποφάσεις δυσαρεστούν. Αυτό που μας λείπει βασικά είναι πειστικές απαντήσεις;

  • Πώς είναι δυνατόν το δικαστήριο να ΜΗΝ αναγνωρίζει τα ελαφρυντικά «πρότερου καλού βίου» και «μετέπειτα καλής συμπεριφοράς» στον Λιγνάδη αλλά ΝΑ του χορηγεί αναστολή μέχρι το Εφετείο;
  • Τι συνάγεται από την παραπάνω αντίφαση; Είναι ή δεν είναι επικίνδυνος ο Λιγνάδης για να διαπράξει κι άλλα εγκλήματα;
  • Τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η υπόθεση και χορηγείται αναστολή παρά τη βαρύτατη ποινή των 12 ετών που επιβλήθηκε (…αναστολή που δε χορηγείται στη συντριπτική πλειοψηφία ανάλογων καταδικών);
  • Πώς είναι δυνατόν να έμεινε προφυλακιστέος κάποιος ως κατηγορούμενος αλλά να είναι προσωρινά ελεύθερος ως, έστω σε πρώτο βαθμό, καταδικασθείς;
  • Στην περίπτωση ειδικού φρουρού Κορκονέα, έσπασαν τα ισόβια, εφαρμόστηκε ο νέος ποινικός κώδικας κι αποφυλακίστηκε μετά από συνολικά 11 χρόνια κάθειρξης (που δεν είναι καθόλου λίγα). Στην περίπτωση του αναρχικού Γιάννη Μιχαηλίδη, απεργού πείνας επί σχεδόν δύο μήνες, γιατί δεν αφαρμόζεται ο νόμος που προβλέπει την αποφυλάκισή του εδώ κι επτά μήνες; (Για να μη μιλήσουμε για τα σίριαλ με τις εκπαιδευτικές άδειες του Βασίλη Δημάκη, τις άδειες του Κουφοντίνα, την πρόσφατη άδεια Γιωτόπουλου και φυσικά την εξοργιστικά άδικη επτάμηνη προφυλάκιση του «Ινδιάνου» για τα γεγονότα της Νέας Σμύρνης.) Ποιος πατάει λοιπόν το κουμπί και το κράτος γίνεται πότε «κράτος δικαίου» και πότε «κράτος που εκδικείται»;
  • Πώς είναι δυνατόν να στέκει ότι «ο Πέτρος Φιλιππίδης δεν είναι επικίνδυνος να τελέσει ίδια αδικήματα, αφού είναι ανεπιθύμητος στον τόπο δράσης του και οι συνεργάτιδες του είναι υποψιασμένες» όπως πρότεινε η εισαγγελέας στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο κι έληξε η προσωρινή κράτηση του γνωστού ηθοποιού που δικάζεται για βιασμούς και απόπειρες βιασμών;

Είναι και τα πολιτικά ερωτήματα. Τώρα που ο Λιγνάδης είναι σε πρώτο βαθμό ένοχος, θα δώσει επιτέλους κάποιες εξηγήσεις η υπουργός Πολιτισμού για τον διορισμό του στο Εθνικό Θέατρο χωρίς διαγωνισμό και χωρίς το παραμικρό background check (δε μιλάμε καν για παραίτησή της, αυτό θα ήταν γεωλογικό κι όχι πολιτικό γεγονός). Θα μας πει κανείς αν ξεκίνησε κάποια έρευνα για να βγουν στο φως πιθανές άλλες υποθέσεις ή αυτό πια δεν το κάνουν οι αρχές αλλά όσοι δημοσιογράφοι έχουν μείνει που δεν προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα; Τέλος, όντως η υπόθεση Λιγνάδη πολιτικοποιήθηκε κι έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από όλες τις πλευρές, αλλά πότε θα σταματήσει η κυβέρνηση μέσω των στελεχων ή των πρωτοψαλτών της να λέει ψέματα για το νόμο Παρασκευόπουλου και τον ποινικό κώδικα του 2019 που ήταν στη σωστή κατεύθυνση ως προς την ελάφρυνση των ποινών και την αποσυμφόρηση των φυλακών, όπως γίνεται σε κάθε πολιτισμένο μέρος του κόσμου;

Είναι και κάτι άλλο.

Η πρόεδρος του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου στην υπόθεση Λιγνάδη, Παναγιώτα Γούπη, θα κριθεί από την ιστορία για τις ψήφους της (σταθερά υπέρ του «γνωστού σκηνοθέτη» σε κάθε ψηφοφορία). Το ίδιο και οι δύο τακτικοί δικαστές, αλλά και οι τέσσερις ένορκοι. Αυτό όμως για το οποίο πρέπει να κριθεί σήμερα, τώρα, η πρόεδρος είναι που επέτρεψε να διεξαχθεί αυτή η πολύκροτη δίκη μέσα στα λύματα του βόθρου της υπεράσπισης του Αλέξη Κούγια που έφτασε μέχρι και να κάνει υπαινιγμούς στην εισαγγελέα για «απρόοπτα τύπου Τουλουπάκη». Ιερό το δικαίωμα της υπεράσπισης, όχι περισσότερο ή λιγότερο ιερό όμως κι από την υποχρέωση για μια δίκη δίκαιη, αξιοπρεπή κι όχι κακοποιητική προς τα θύματα, τους μάρτυρες κι όσους την κάλυπταν καθημερινά αντιμετωπίζοντας τον οχετό του σελέμπριτι ποινικολόγου.

Αν και το διά ταύτα μάλλον εδώ κρύβεται. Ό,τι κι αν γίνει από δω και πέρα, ο Δημήτρης ΛΙγνάδης έχει υποστεί μια ηθική, κοινωνική κι επαγγελματική απαξίωση χωρίς επιστροφή. Τίποτα δεν τη δικαιολογεί περισσότερο από την υπεράσπιση που επέλεξε. Για την οποία, μάλιστα, λίγο πριν μπει στην Πόρσε καμάρωνε υπερήφανος στις κάμερες

ΑΠΟ ΤΟ NEWS 247