Το Παραμορφωμένο Πορτρέτο της Αριστεράς: Ο Λακάν, ο Ντόριαν Γκρέι και η αναζήτηση ενός Μεγάλου Άλλου

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Οι αλλεπάλληλες αποχωρήσεις και οι συνεχείς ανακατατάξεις στον χώρο της ελληνικής Αριστεράς δεν συνιστούν απλώς μια οργανωτική κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν χάνει απλώς στελέχη· χάνει τη δυνατότητα να πείθει ότι εξακολουθεί να αποτελεί φορέα εξουσίας. Πρόκειται για μια βαθιά κρίση ταυτότητας. Για να ερμηνεύσουμε τη δυναμική αυτής της αυτοκαταστροφικής πορείας, τα παραδοσιακά εργαλεία της πολιτικής ανάλυσης αποδεικνύονται ελλιπή.

Οφείλουμε να αναζητήσουμε απαντήσεις σε μια άλλη επιστήμη, και συγκεκριμένα στην ψυχαναλυτική θεωρία του Ζακ Λακάν, η οποία προσφέρει ένα απρόσμενα χρήσιμο εργαλείο για να κατανοήσουμε τι κρύβεται πίσω από την κοινοβουλευτική αποσύνθεση.

Για να συλλάβουμε την εικόνα αυτής της πτώσης, η λογοτεχνία μάς προσφέρει μια ιδανική μεταφορά: το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι του Όσκαρ Ουάιλντ. Για μια μακρά περίοδο, το κόμμα παρουσίαζε στην κοινωνία το λαμπερό, άφθαρτο πρόσωπο του Ντόριαν: την υπόσχεση της ριζοσπαστικής αλλαγής και της ηθικής ανωτερότητας. Αυτός ήταν ο «Καθρέφτης» στον οποίο κοιτάζονταν οι βουλευτές και τα στελέχη του, αντλώντας την πολιτική τους ύπαρξη.

Ωστόσο, στη σοφίτα του κομματικού μηχανισμού υπήρχε ένα κρυμμένο πορτραίτο που απορροφούσε αθόρυβα όλα τα τραύματα, τις συνθηκολογήσεις, τους κυνικούς συμβιβασμούς της διακυβέρνησης και τη σταδιακή αποξένωση από την κοινωνική βάση.

Την ίδια στιγμή που ο δημόσιος λόγος παρέμενε θεωρητικά αλώβητος, το κρυμμένο πορτραίτο γερνούσε και παραμορφωνόταν από την ασχήμια της πραγματικότητας. Σήμερα, ο καθρέφτης έσπασε οριστικά. Οι βουλευτές αναγκάζονται να κοιτάξουν κατάματα το παραμορφωμένο πορτραίτο στη σοφίτα και έρχονται αντιμέτωποι με αυτό που ο Λακάν ονομάζει Πραγματικό (Real): την ωμή, αδιαμεσολάβητη πραγματικότητα μιας κοινοβουλευτικής ομάδας που συρρικνώνεται δραματικά.

Προφανώς, η κρίση αυτή έχει βαθιές υλικές, εκλογικές και κοινωνικές αιτίες—από τη φθορά της κυβερνητικής εμπειρίας μέχρι την αλλαγή της ταξικής σύνθεσης της εκλογικής βάσης και την κρίση κοινωνικής εκπροσώπησης. Η ψυχαναλυτική ανάγνωση δεν αναιρεί το ιστορικό γεγονός ότι η κρίση αυτή γεννήθηκε μέσα από τη βίαιη μετάβαση ενός κόμματος διαμαρτυρίας σε κόμμα διακυβέρνησης. Αντίθετα, επιχειρεί να δείξει πώς αυτή η ιστορική εμπειρία συνεχίζει να οργανώνει τις προσδοκίες, τις διαψεύσεις και τις πολιτικές επιλογές των πρωταγωνιστών της. Η ψυχική οικονομία δεν υποκαθιστά αυτές τις πραγματικότητες· φωτίζει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικοί δρώντες βιώνουν, ερμηνεύουν και διαχειρίζονται αυτή την κατάρρευση σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο.

Στη λακανική θεωρία, η ανθρώπινη επιθυμία δεν είναι μια απλή βιολογική ανάγκη, αλλά δομείται γύρω από τον Μεγάλο Άλλο (L’Autre). Ο Άλλος εκπροσωπεί τη Συμβολική τάξη: τη γλώσσα, τον νόμο, τους θεσμούς και τους κοινωνικούς κανόνες που προϋπάρχουν και μας καθορίζουν. Επειδή η γλώσσα αδυνατεί να εκφράσει απόλυτα το «είναι» μας, η επιθυμία μας μετατρέπεται αναγκαστικά σε «επιθυμία του Άλλου». Δεν επιθυμούμε αυτόνομα· επιθυμούμε να αναγνωριστούμε από τον Άλλο, να καταλάβουμε τη θέση που εκείνος έχει ορίσει για εμάς.

Ο Μεγάλος Άλλος δεν είναι απαραίτητα ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Είναι η θέση από την οποία πιστεύουμε ότι προέρχεται η κοινωνική αναγνώριση και η νομιμοποίηση. Άλλοτε αυτή τη θέση την καταλαμβάνει ένα κόμμα, άλλοτε ένας θεσμός, άλλοτε ένας χαρισματικός ηγέτης. Δεν έχει σημασία ποιος την κατέχει κάθε φορά· σημασία έχει ότι οι άνθρωποι ενεργούν σαν να υπάρχει μια ανώτερη αρχή που μπορεί να επικυρώσει την πολιτική τους ταυτότητα.

Για χρόνια, πολλοί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπιζαν το ίδιο το κόμμα ως τον φορέα που εγγυόταν τη νομιμοποίηση της πολιτικής τους ταυτότητας — το κόμμα, δηλαδή, διεκδίκησε να ενσαρκώσει αυτή τη θέση του Μεγάλου Άλλου. Από αυτή την οπτική, η μετακίνηση ορισμένων βουλευτών προς νέα σχήματα, όπως η ΕΛ.Α.Σ., μπορεί να ιδωθεί ως αναζήτηση ενός νέου «Μεγάλου Άλλου»: ενός πολιτικού φορέα που υπόσχεται να αποκαταστήσει τη χαμένη νομιμοποίηση και ταυτότητα, προσφέροντας έναν νέο καθρέφτη που θα τους επιστρέψει μια καθαρή εικόνα

Όταν όμως ο Μεγάλος Άλλος καταρρέει, δεν καταρρέει μόνο ένας οργανισμός. Καταρρέει η βεβαιότητα ότι κάποιος μπορεί ακόμη να εγγυηθεί το νόημα της πολιτικής μας ταυτότητας.

Η μαζική φυγή προς την έξοδο, ωστόσο, δεν είναι μια ηρωική πράξη ιδεολογικής διαφοροποίησης. Η αποχώρηση μπορεί να ιδωθεί ως μια προσπάθεια διαφυγής από το παραμορφωμένο πορτραίτο, ως η αναζήτηση ενός νέου χώρου όπου η πολιτική ταυτότητα θα αποκτήσει ξανά συνοχή. Ο βουλευτής που αποχωρεί τείνει να αποδίδει την ευθύνη της φθοράς αποκλειστικά στους άλλους. Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση νευρωτικής μετατόπισης: η δυσκολία να αναγνωρίσει ότι ο ίδιος υπήρξε συνδημιουργός της ασχήμιας του πορτραίτου.

Από την άλλη πλευρά, όσοι παραμένουν στο εσωτερικό του συρρικνωμένου κόμματος, διεκδικώντας ρόλους στην ηγεσία μιας πλέον περιορισμένης κοινοβουλευτικής ομάδας, βρίσκονται σε μια κατάσταση εμμονικής προσκόλλησης στο σύμπτωμα. Η εμμονή στη διατήρηση του κομματικού σχήματος μοιάζει λιγότερο με στρατηγική ανασυγκρότησης και περισσότερο με αδυναμία αποδοχής ότι ο φορέας που συγκροτούσε την πολιτική τους ταυτότητα έχει πάψει να λειτουργεί όπως παλιά. Το κόμμα κινδυνεύει να λειτουργεί πλέον κυρίως ως μηχανισμός αναπαραγωγής του εαυτού του και όχι ως φορέας νέας πολιτικής.

Οι εναπομείναντες δυσκολεύονται να αποδεχθούν το τέλος της παλιάς δομής, επειδή αυτό θα σήμαινε και τον δικό τους συμβολικό θάνατο — την οριστική τους εξαφάνιση από το οπτικό πεδίο του Μεγάλου Άλλου.

Πίσω όμως από αυτό το θέατρο των ιδεολογικών αναζητήσεων, κρύβεται ο πολύ πιο πεζός, υλικός πυρήνας της πολιτικής επιβίωσης: η αδυσώπητη μάχη για τη σφραγίδα, το κτίριο και την κρατική επιχορήγηση. Εκεί είναι που η θεωρία πατάει γερά στην πραγματικότητα. Αυτό το τριπλό φετίχ δεν αποτελεί μια απλή γραφειοκρατική λεπτομέρεια, αλλά την ίδια την υλική βάση πάνω στην οποία δομείται η φαντασίωση της κομματικής ύπαρξης.

Η «σφραγίδα» συμπυκνώνει τη θεσμική νομιμοποίηση ενός κόμματος στα μάτια του συστήματος· χωρίς αυτήν, η πολιτική ομάδα εκπίπτει στην κατάσταση του «παρία», στερημένη από όνομα και γενεαλογία. 

Το «κτίριο» της Κουμουνδούρου λειτουργεί ως ο φυσικός ναός της συλλογικής ταυτότητας· η απώλειά του ισοδυναμεί με έναν οδυνηρό εκπατρισμό.

Όσο για την «επιχορήγηση», αυτή αποτελεί τον υλικό όρο αναπαραγωγής του κομματικού μηχανισμού. Χωρίς αυτό το οικονομικό οξυγόνο, οι μετακλητοί υπάλληλοι, τα γραφεία τύπου και οι επικοινωνιακές εκστρατείες καταρρέουν ακαριαία, αποκαλύπτοντας το κενό πάνω στο οποίο ήταν χτισμένα.

Η μάχη για αυτά τα λάφυρα μοιάζει με καυγά για τα ασημικά σε μια οικογένεια που έχει ήδη χρεοκοπήσει ηθικά. Κάθε πλευρά παλεύει να αποδείξει ότι είναι ο «νόμιμος κληρονόμος» και όχι ο σφετεριστής. Το τραγικό είναι ότι, ακόμα κι αν κερδίσουν τη σφραγίδα και το κτίριο, κινδυνεύουν να διοικούν ένα άδειο κάστρο, χρηματοδοτούμενοι για να εκπροσωπούν μια κοινωνική βάση που τους έχει ήδη γυρίσει την πλάτη.

Η αληθινή πολιτική Πράξη (acte), σύμφωνα με τον Λακάν, απαιτεί κάτι ριζοσπαστικό: να ρισκάρεις την ίδια σου τη συμβολική συγκρότηση, να αποδεχθείς την πιθανότητα της ολοκληρωτικής αποτυχίας προκειμένου να γεννηθεί κάτι πραγματικά νέο. Οι τρέχουσες αποχωρήσεις και οι εσωτερικοί πόλεμοι δεν έχουν αυτόν τον χαρακτήρα. Είναι κινήσεις αυτοσυντήρησης, τακτικισμοί στη σκακιέρα μιας δομής που καταρρέει κάτω από το βάρος της ίδιας της κενότητας.

Έτσι, η φιγούρα του «πρώην βουλευτή» μετατρέπεται σε σύμβολο της ύστερης μεταπολιτευτικής μελαγχολίας. Πολιτικοί που έχασαν το συμβολικό τους σπίτι περιφέρονται στους διαδρόμους της Βουλής, κουβαλώντας μια έδρα που μοιάζει με ξένο σώμα, τρομοκρατημένοι από την πολιτική ανυπαρξία που παραμονεύει έξω από το κομματικό κέλυφος.

Ίσως λοιπόν η τραγωδία της ελληνικής Αριστεράς να μην είναι ότι έχασε την εξουσία. Είναι ότι εξακολουθεί να αναζητά τον επόμενο καθρέφτη αντί να αναρωτηθεί γιατί έσπασε ο προηγούμενος. Και όσο αναζητά νέους καθρέφτες, θα πολλαπλασιάζει τους «πρώην» χωρίς να γεννά κάτι πραγματικά νέο.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος θα κληρονομήσει τα ερείπια ενός κομματικού μηχανισμού. Είναι αν μπορεί να συγκροτηθεί μια νέα πολιτική αφήγηση που δεν θα χρειάζεται έναν ακόμη καθρέφτη για να πιστέψει στην ύπαρξή της.

(Συνεχίζεται)