Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Το τελευταίο κείμενο του Διαμαντή Πεπελάση: «Ευκαιρία που χάθηκε οι Ολυμπιακοί Αγώνες»


Πρόλογος στο βιβλίο των Π. Συναδινού – Ν. Χούτα για την Ολυμπιάδα

Γεννήθηκα στη Γαστούνη που απέχει περίπου όσο ένας μαραθώνιος δρόμος (45,23 χλμ.) από την αρχαία Ολυμπία. Με καταγωγή από την Ηλεία η πρώτη μου προσέγγιση αναφορικά με το θεσμό των σύγχρο νων Ολυμπιακών Αγώνων είναι από τη μεριά των αρχαίων καταβολών του. Αυτό το ιδιαίτερο ενδιαφέρον ήταν που οδήγησε το 1838 συντοπίτες μου από το γειτονικό οικισμό της Ολυμπίας, το Δήμο Λετρίνων, στην απόφαση επανίδρυσης «εκείνων των ευγενών αγώνων, οίτινες ετελούντο εντός της πάλαι Ήλιδος»[1] με αφορμή την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως εθνικής επετείου.

Φυσικά οι διαφοροποιήσεις των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων από το αρχαίο τους πρότυπο είναι ακραίες. Ακόμα και σε σύγκριση με τους πρώτους της σύγχρονης εποχής στην Αθήνα το 1896 –αυτό το καταπληκτικό ιστορικό γεγονός της αναβάπτισης– οι σημερινοί Αγώνες μοιάζουν να μην έχουν και πολλές ομοιότητες. Έχουν εξελιχθεί, χρόνια τώρα σε μια γιγάντια κερδοφόρα επιχείρηση, και για το λόγο αυτό η φάση επιλογής της διοργανώτριας πόλης είναι μια εξόχως ανταγωνιστική διαδικασία, που απασχολεί επισταμένα τις μεγάλες και «ανερχόμενες» πόλεις του πλανήτη. Κυρίως από τη Βαρκελώνη (1992) και έπειτα οι Αγώνες έδειξαν, ότι μπορούν να αποτελέσουν κινητήριο μοχλό ευρύτερων αλλαγών και παρεμβάσων στη λειτουργία και όψη των πόλεων που επιθυμούν να τους αναλαμβάνουν.

Με το όραμα αυτό, μετά την πίκρα της αποτυχημένης υποψηφιότητας της Ελλάδας το 1990, για τη διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων με αφορμή την εκατονταετηρίδα εορτασμού από την αναβίωσή τους (1896-1996), που αρκεί να σημειώσω, ότι δεν είχε τύχη από την ώρα που στη χώρα επικρατούσε πολιτική αστάθεια εκείνη την περίοδο, ξεκίνησε η προσπάθεια ανάληψης της διοργάνωσης του 2004. Πράγματι η Αθήνα μέσα στα επτά περιπετειώδη χρόνια της προετοιμασίας  άλλαξε.

Οι δημόσιες υποδομές της αναβαθμίστηκαν και η λειτουργία της πόλης βελτιώθηκε σε σημαντικό βαθμό. Ωστόσο πολλές ευκαιρίες, μικρές και μεγάλες, χάθηκαν. Η ερημιά στην οποία, λυπάμαι γι’ αυτό, καταδικάσαμε ορισμένες από τις ολυμπιακές εγκαταστάσεις, αποτυπώνει με τραγικό τρόπο το στρεβλό αναπτυξιακό πρότυπο των τελευταίων δεκαετιών. Η στρεβλότητά του οφειλόταν στην απουσία άμεσων και μακροπρόθεσμων σχεδιασμών. Η Ελλάδα πάσχει λόγω αδικαιολόγητης εμμονής στις βραχυπρόθεσμες λύσεις και αντιλήψεις.

Πιστέψαμε ότι η επιτυχία των Αγώνων θα ήταν πανάκεια για τη μεγιστοποίηση των οφελών που θα προέκυπταν μεταολυμπιακά. Για όλη εκείνη την εποχή της προετοιμασίας και τη μετέπειτα φάση της αξιοποίησης πρέπει να ειπωθούν πολλά, πριν την αξιολογήσει κανείς. Συγκρατώ από την πολύχρονη και πρωτόγνωρη δοκιμασία της προετοιμασίας τα εξαιρετικά προσόντα που επέδειξε η νέα γενιά, συμμετέχοντας στην προσπάθεια επιτυχούς διεξαγωγής τους. Πιστεύω στην ανάθεση ευθυνών στη νέα γενιά, στην ευκαιρία να δείξουν τα ταλέντα τους. Την πεποίθησή μου αυτή προσπάθησα να κάνω πράξη, όταν βρισκόμουν σε θέσεις δημόσιας ευθύνης. Οι χιλιάδες νέοι εθελοντές των Ολυμπιακών Αγώνων «Αθήνα 2004» ήταν ένα σπάνιο φαινόμενο, αρκετό για να φανούν οι δυνατότητες της χώρας σε ανθρώπινο δυναμικό.

Οργανώσαμε πετυχημένους Ολυμπιακούς Αγώνες και αυτό μας πιστώθηκε από την καχύποπτη διεθνή κοινότητα, αλλά δε μπορέσαμε να κάνουμε το επόμενο βήμα. Να κεφαλαιοποιήσουμε την επιτυχία τους. Αφήσαμε σε εκκρεμότητα την ανακοίνωση των επίσημων οικονομικών τους στοιχείων δείγμα και αυτό της αντίληψης περί (μη) αξιοποίησής τους. Ο Αύγουστος του 2004, έντεκα χρόνια μετά μας φαίνεται μακρινός, ίσως και ξένος με τη σημερινή πραγματικότητα. Η μελέτη των οικονομικών και άλλων επενεργειών τους, κρίνεται ως αναγκαία, προκειμένου να σχηματισθεί μια ολοκληρωμένη άποψη για τη συνεισφορά τους στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Προς το σκοπό αυτό διερευνήθηκε ένας ευρύς όγκος βιβλιογραφικού υλικού.

Επίσημα στοιχεία θεμελιώνουν την ανάλυση των συγγραφέων, προσφέροντας χρήσιμα συμπεράσματα και σχόλια. Η ψύχραιμη προσέγγιση του θέματος από τους συγγραφείς, Πέτρο Συναδινό και Νίκο Χούτα, φωτίζει τις πολλές του όψεις, διευρύνοντας σημαντικά το πεδίο ερμηνειών τους.

[1] Γιαννόπουλος Π.Ε. Γεώρ., «Η επανίδρυσις των Ολυμπιακών Αγώνων, Η πρώτη ιδέα», στο Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, Αθήνα, 1926, τόμ. 9ος, σ. 576-577.

*Πρόλογος του Διαμαντή Πεπελάση  στο βιβλίο των Πέτρου Συναδινού και Νίκου Χούτα   «Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνα 2004», για τον απολογισμό της Ολυπιάδας