Το φάντασμα της ενωμένης Δημοκρατικής Παράταξης εμφανίσθηκε στη Βουλή και τρόμαξε τη Δεξιά – Το σχέδιο Μητσοτάκη για διαρκή επικράτηση θα τελειώσει με πρωτοβουλία Τσίπρα, Γεννηματά, Βαρουφάκη κ.α. για προοδευτική κυβέρνηση

Του Γ. Λακόπουλου

Την περασμένη Πέμπτη στη Βουλή συνέβη ένα θαύμα. Δεν ήταν τα αραιοκατοικημένα έδρανα  ενώ  μιλούσαν οι πολιτικοί αρχηγοί. Ούτε  καν το στραπατσάρισμα του ατυχούς  Κυριάκου  Μητσοτάκη από τον Αλέξη Τσίπρα -που είχε καιρό να τον βρει απέναντί του και ξεθύμανε.

Το θαύμα ήταν ότι στην αίθουσα υπήρχαν δυο πλειοψηφίες. Μια κοινοβουλευτική. Με τις 158 έδρες που έχει η ΝΔ με το λειψό 40% ,των εκλογών. Και  μια πολιτική.

Με το πολύ μεγαλύτερο ποσοστό που αθροίζουν τα κόμματα, των οποίων οι αρχηγοί κινήθηκαν στην ίδια γραμμή αποκαθήλωσης του Πρωθυπουργού από τον εφήμερο επικοινωνιακό θρόνο που έκτισε πάνω στον κορονοϊό.

Τα ποσοστά που πήραν ο ΣΥΡΙΖΑ, το Κινάλ και το κόμμα Βαρουφάκη φτάνουν στο  43% -υπερβαίνουν το κατώφλι της απόλυτης πλειοψηφίας με το ΚΚΕ και τα δημοκρατικά κόμματα που δεν μπήκαν στη Βουλή.

Η αντιπροσωπευτική Δημοκρατία λειτουργεί βεβαίως με τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς. Ακόμη και όταν προκύπτουν με νόθευση των λαϊκών συσχετισμών, δια των εκλογικών συστημάτων.

Αλλά το φαινόμενο της αντιπολιτευτικής σύγκλισης στη Βουλή, παραμονές εκλογών με απλή αναλογική, είχε την αυτονόητη σημασία του. Απέδειξε την  διαρκή πολιτική αλήθεια : η Δημοκρατική Παράταξη είναι πλειοψηφική δύναμη και η Δεξιά επικρατεί όταν τη βρίσκει διασπασμένη.

Το 1965 και το 1981 η Ένωση Κέντρου και το ΠΑΣΟΚ Παπανδρέου ενσωμάτωσαν τη βάση της Αριστερά και τους  δημοκρατικούς πολίτες έφτασαν σε θριαμβευτικά ποσοστά- 53% και 48%. 

Το 2015 η Αριστερά , παίρνοντας υπό τον Αλέξη Τσίπρα την ηγεμονία του δημοκρατικού χώρου έγραψε ιστορία.

Ακόμη και σε περιόδους εκλογικής κατάτμησης της παράταξης το άθροισμα της επιρροής των δημοκρατικών κομμάτων ξεπερνούσε την επιρροή της Δεξιάς.

Το θαύμα της Βουλής την περασμένη Πέμπτη με τα δημοκρατικά κόμματα σε κοινή γραμμή μετά από καιρό καταλύει το ανοσιούργημα του 2012.

 Όταν ο Βαγγέλης Βενιζέλος οδήγησε το ΠΑΣΟΚ -που είχε αποδιαρθρώσει και εκτρέψει ιδεολογικά προηγουμένως ο Γ. Παπανδρέου– στο άρμα της Δεξιάς.

Το κατέστησε εμπροσθοφυλακή του Σαμαρά εναντίον της Αριστεράς με τη οποία το ΠΑΣΟΚ – επί Ανδρέα Παπανδρέου και Κ. Σημίτη– είχε τακτικές συμμαχίες στο μαζικό χώρο. Στα συνδικάτα και την αυτοδιοίκηση. Τα αποτελέσματα αυτής της ιστορικά ανάρμοστης αλλαγής τα ξέρουμε.

Τώρα προκύπτει ότι μαζί με τον Βενιζέλο -και τους λοιπούς όψιμους θαυμαστές του Μητσοτάκη- φεύγει και η διασπαστική κατάρα της Δημοκρατικής Παράταξης. Τα τέσσερα  κόμματα της παράταξης κινήθηκαν στο ίδιο πλαίσιο στη Βουλή, σε μια κρίσιμη στιγμή.

Αν αφήσουμε έξω το ΚΚΕ, ο Τσίπρας, η Γεννηματά και ο Βαρουφάκης, με τον κοινό αντικυβερνητικό παρονομαστή στις τοποθετήσεις τους, έδωσαν ανάσα στους δημοκρατικούς πολίτες.

Ικανοποίησαν όσους είχαν χρόνια να δουν τους πολιτικούς φορείς που τους εκπροσωπούν να συγκλίνουν απέναντι στη Δεξιά. Απέναντι στη συντηρητική παράταξη που μπορεί να αλλάζει κομματικές ονομασίες και αρχηγούς, αλλά δεν αλλάζει πολιτική, ιδεολογία, ταξικές προτιμήσεις, μεθόδους και πρακτικές.

Αυτό που αναδείχθηκε στη Βουλή είναι το νέο όραμα της Ενωμένης Δημοκρατικής Παράταξης. 

 Η ενότητα των προοδευτικών δυνάμεων είναι υπέρτερο αγαθό από τις μικροδιαφορές που μπορεί να χωρίζουν τις ηγεσίες των κομμάτων τους.

Δεν μιλάμε για τις κουμουνδούρειες θεωρίες για «συμμαχίες» και «συνεργασία» που αποπνέουν ήττα και περιθωριοποίηση.

 Αλλά για την ανασύσταση της Παράταξης με νέο πλειοψηφικό πολιτικό φορέα, Αριστεράς- Κεντροαριστεράς υπό τον Αλέξη Τσίπρα και ισότιμες συγκλίσεις-  ακόμη και με εσωτερικές πανδημοκρατικές αρχαιρεσίες που δεν θα επιτρέψει στον  Νεομητσοτακισμό να επικρατήσει για καιρό, όπως επιδιώκει.

Αποτελεί πρωτίστως ευθύνη του Αλέξη Τσίπρα ως εκπρόσωπου του μεγαλύτερου κόμματους του χώρου να αναλάβει πρωτοβουλίες για σύγκλιση από τη βάση εν όψει των εκλογών που θα διαμορφώνουν το πολιτικό τοπίο με την εντιμότητα της απλής αναλογικής.

Η κομματική βάση και τα στελέχη των τριών κομμάτων πρέπει να παροτρύνουν τον Τσίπρα, την Γεννηματά και τον Βαρουφάκη, να διαμορφώσουν κοινό πρόγραμμα, κοινή πολιτική με στόχο της προοδευτική διακυβέρνηση.

Υπέρ της χώρας, όχι υπέρ του εαυτού του. Και να βρουν ό,τι θα τους κάνει να το προσωποποιήσουν νικηφόρα για να απομονωθούν όπου χρειαστεί οι εστίες «μητσοτακισμού» στην παράταξη.

Αυτό που είδαμε τη Βουλή δείχνει ότι η πολιτική ζωή ξαναβρίσκει τις φυσικές αναλογίες της.

 Ο Τσίπρας είπε στην τελευταία συνεδρίαση του κόμματός του: «Οι εκλογές με απλή αναλογική θα είναι ταυτόχρονα και η ευκαιρία για την διαμόρφωση προοδευτικής πλειοψηφίας«. Μίλησε για «πρόγραμμα κοινωνικής και οικονομικής ανασυγκρότησης».

Δεν αρκούν οι διακηρύξεις. Το  επόμενο διάστημα θα χρειαστούν  πρωτοβουλίες ώστε η κοινωνική πλειοψηφία να εδραιωθεί ως πολιτική πλειοψηφία και να γίνει στην κάλπη εκλογική επικράτηση.