Το φάντασμα του East Med, ένα αχρείαστο γεύμα και η παλινόρθωση της τουρκικής διπλωματίας

Του Διογένη Λόππα 

Οι αυτοκρατορικές βλέψεις του ηγέτη της ρωσικής ομοσπονδίας, δεν είναι μόνο ότι έφεραν γενική αναστάτωση σε παγκόσμιο επίπεδο και ότι ξύπνησαν υπόγειες δυνάμεις από τις οποίες θεωρούσαμε ότι είχαμε ξεφύγει. Ο κ. Putin άφησε την ιστορία έγκυο. Και ενώ όλοι με αγωνία περιμένουμε το τέλος των διαπραγματεύσεων και μια κάποια επιστροφή σε μια όποια κανονικότητα (εάν είναι δυνατόν να υπάρξει), όλοι οι σοβαροί δρώντες παίρνουν θέση και κινούν τα πιόνια τους προς την επίτευξη γεωπολιτικών στόχων που έως χθες λίμναζαν κάτω από τα στοργικές φτερούγες της Pax Americana. 

Μιας όπως φαίνεται επισφαλούς περιόδου, που μοιάζει λιγότερο με το τέλος της ιστορίας του εμφάνταστου  Αμερικανού και περισσότερο με τη Νίκειο ειρήνη του αειθαλούς Θουκυδίδη.  Άλλωστε η ιστορία δεν αγάπησε ποτέ τις μακρόχρονες ηγεμονίες. Το άγχος της διατήρησης των κεκτημένων και κυριότερα η διαρκής ανάγκη υπενθύμισης της ισχύος, εξανάγκασαν όλες ανεξαιρέτως τις ηγεμονίες να περιπέσουν σε αχρείαστες επεμβάσεις που δοκίμασαν τόσο τις οικονομικές, όσο και τις ηθικές τους αντοχές. Και βέβαια η ιστορία ήταν πάντοτε φειδωλή στην αναπαραγωγή Μάρκων Αυρήλιων, αλλά ιδιαίτερα γενναιόδωρη στην ανάδειξη Καλιγούλων. Αν, κακοποιώντας τον Πλούταρχο, προσπαθούσαμε να προβάλουμε στο σήμερα την προσωπικότητα του Καλιγούλα, θα πέφταμε σίγουρα πάνω σε έναν γνωστό μας γείτονα, με το όνομα Ταγίπ. 

Με τον πρόεδρο Erdogan, αποφάσισε να συνομιλήσει απευθείας μια ακόμα ατυχής αναπαραγωγή ηγέτη, ο κ. Μητσοτάκης, σε μια ακόμα αγωνιώδη προσπάθεια άσκησης αχρείαστης προσωπικής διπλωματίας, με το (επικοινωνιακό) βλέμμα στραμμένο στον πρόεδρο Macron, τον οποίο προσπαθεί χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία να αντιγράψει από τη στιγμή που ανήλθε στην εξουσία. Αυτή η κακή ιδέα, που όλως περιέργως είχε και τη συναίνεση της αντιπολίτευσης, πρόσφερε πολύτιμες ανάσες στους Τούρκους, οι οποίοι βγαίνοντας από μια μακρά περίοδο εσωστρέφειας και ανταλλαγής απειλών με τη Δύση, εμφανίσθηκαν ως όψιμοι πασιφιστές, που απλώς έχουν κάποιες ασήμαντες διαφορές τις οποίες επιθυμούν να λύσουν με απόλυτα ειρηνικό τρόπο.  

 Έτσι οδηγηθήκαμε στον τραγέλαφο, τη μία μέρα η Τουρκία να απαιτεί επίσημα από την αναθεώρηση της συνθήκης της Λωζάνης μέχρι τη συνεκμετάλλευση των μισών ελληνικών θαλασσών και την επόμενη οι δύο ηγέτες να ανταλλάζουν φιλοφρονήσεις μπροστά στις κάμερες, σαν να επρόκειτο για συνάντηση του Alexander de Croo (Βέλγιο) με τον ομόλογό του του Λουξεμβούργου, Xavier Bettel, για να λύσουν το καυτό πρόβλημα της μετανάστευσης της branta bernicla (χήνας των Αρδεννών), τη μοναδική ίσως συνοριακή διαφορά των δύο αυτών ευρωπαϊκών χωρών, συμμάχων στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. 

Το ΝΑΤΟ ως γνωστόν απεχθάνεται τις συνοριακές διαφορές, ιδίως των ίδιων των μελών του, και για το λόγο αυτό είναι πάντα πρόθυμο να μεσολαβήσει, ώστε να λυθούν με τον προσφερότερο για τη συμμαχία τρόπο.   Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι όταν αναφερόμαστε στη συμμαχία, τα credits δεν πάνε ποτέ για παράδειγμα στην Εσθονία ή την Αλβανία, αλλά συνήθως, και με οπωσδήποτε ανισοβαρή τρόπο, στις ΗΠΑ. Έτσι αυτό που λογίζεται ως συμφέρον της Πολωνίας, της Λετονίας έστω και της Γερμανίας, ουδόλως απασχολεί τη συμμαχία, που αντίθετα, όταν ένα γεωπολιτικό χαλίκι εισχωρήσει στο παπούτσι του Λευκού Οίκου, μετατρέπεται σε κανονικό μπάτλερ.  

Τώρα τελευταία, τα χαλίκια είναι ανησυχητικά πολλά και έχουν οδηγήσει την ηγεσία των καλών μας συμμάχων σε παροξυσμό. Το μεγαλύτερο από αυτά προκλήθηκε από ένα σοβαρό λάθος στρατηγικής της συμμαχίας, η οποία αγνόησε μια σοφή ρήση που μάλιστα προέρχεται από τα σπλάχνα της άγριας δύσης και η οποία λέει ότι αν κρατάς ένα όπλο, πρέπει να είσαι έτοιμος να το χρησιμοποιήσεις, αλλιώς είσαι από χέρι χαμένος. Το ΝΑΤΟ λοιπόν κρατούσε ένα όπλο, αλλά όταν οι Ρώσοι έβγαλαν το δικό τους, το έβαλε στα πόδια, αρνούμενο να το χρησιμοποιήσει. Ως αποτέλεσμα, η Ευρώπη ξεμένει από ενέργεια, οι τιμές αυξάνονται δημιουργώντας πολιτική αναταραχή και στο βάθος αναδύονται εφιαλτικές καταστάσεις μέσα από κάποια σενάρια που θέλουν τη Ρωσία να κατεβάζει το διακόπτη του Nord Stream 1, ως αντίμετρο στις πρόσφατες οικονομικές κυρώσεις. 

Μέσα σε αυτή την κολασμένη συγκυρία, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί ψάχνοντας απεγνωσμένα για λύσεις, θυμήθηκαν ότι στην Ανατολική Μεσόγειο υπάρχουν σοβαρά αποθέματα ενέργειας και μάλιστα εντός της ευρωπαϊκής ΑΟΖ, συν μερικών φίλιων κρατών. Όμως εδώ υπάρχει ένα ζήτημα: Οι επίσημες τουρκικές διεκδικήσεις, τυπωμένες στο χαρτί με δύο τρόπους, ως διακρατική συμφωνία με τη Λιβύη και ως διακήρυξη στον ΟΗΕ. Στο πιο απλοϊκό, για να το κατανοήσουμε και εμείς οι αριστεροί λαϊκιστές, οι Τούρκοι επί χρόνια διαμηνύουν δεξιά και αριστερά ότι όσοι κάνουν σχέδια στην Ανατολική Μεσόγειο, τα κάνουν μάταια, αν μέσα σε αυτά δεν περιλαμβάνεται η Τουρκία και η γαλάζια της πατρίδα.    

Η γαλάζια πατρίδα, δυστυχώς για εμάς, περιλαμβάνει τεράστιες περιοχές τις οποίες αφαιρεί από μεγάλα νησιά, όπως η Κρήτη και η Ρόδος, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, περισσότερο γενναιόδωρα, αποδέχεται το διαμοιρασμό τους στη μέση (Αιγαίο). Για να εξασφαλίσει ένα σχετικό στρατηγικό βάθος (ή ζωτικό χώρο, αν προτιμάτε), απαιτεί ταυτόχρονα και την αποστρατικοποίηση των σχετικών περιοχών, αλλά και μια εσπευσμένη λύση του Κυπριακού, κατά προτίμηση στη λογική των δύο κρατών. Το χειρότερο είναι ότι το project »γαλάζια πατρίδα» δεν είναι ακριβώς μια επινόηση της Τουρκίας, αλλά ένα υπαρκτό αμερικανικό σχέδιο που υφίσταται εδώ και δεκαετίες και που πρωτοεφαρμόστηκε με την εισβολή και κατάληψη της μισής Κύπρου. 

Το ίδιο σχέδιο προβλέπει μια συμφωνία συνεκμετάλλευσης στη λογική της αντιπαροχής στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και παραχωρεί το μισό Αιγαίο στη δικαιοδοσία της Τουρκίας (τα νερά, όχι τα νησιά) για την αλιεία και την έρευνα/διάσωση/αστυνόμευση. Για τα ενεργειακά, προβλέπει και εκεί αντιπαροχή. Δηλαδή, οι ιδιωτικές εταιρίες (κατά προτίμηση αμερικανικές) θα αναλαμβάνουν την εκτέλεση των ενεργειακών έργων και τα συμβαλλόμενα κράτη θα μοιράζονται μέρος των κερδών, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής των θαλασσίων ζωνών τους. 

Εύλογα θα ρωτήσει κανείς πώς είναι δυνατόν ένα τόσο αντεθνικό σχέδιο να έχει ωριμάσει τόσο πολύ, ώστε να πέφτει στο τραπέζι κάθε που το ΝΑΤΟ έχει ένα πρόβλημα. Δηλαδή η ερώτηση είναι ποιος Έλληνας ή Κύπριος πολιτικός είχε το θράσος να δεχθεί να διεξαχθεί διαπραγμάτευση γύρω από ένα τέτοιο ζήτημα. Κι όμως, θα εκπλαγείτε αν μάθετε ότι υπήρξαν και μάλιστα αρκετοί και ιδιαίτερα προβεβλημένοι Έλληνες (και Κύπριοι) πολιτικοί που συζήτησαν (και συζητούν) το ζήτημα σε βάθος και μάλιστα με πολλές πιθανότητες »επιτυχούς» έκβασης.   

Η δυσκολία τώρα της επίτευξης μιας συμφωνίας βρίσκεται βέβαια στην αποδοχή της από την κοινή γνώμη της ελληνικής πλευράς. Ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί ότι, αν στις Πρέσπες κόντεψε να γίνει επανάσταση, ποιο θα είναι το άδοξο τέλος μιας (οποιασδήποτε) κυβέρνησης τολμήσει και μόνο να αναφερθεί επίσημα στο ζήτημα, να παραδεχθεί δηλαδή ότι το συζητάει. Αλλά και για αυτό το πρόβλημα υπάρχει έτοιμη η λύση και ακούει στο όνομα »κυβέρνηση συνεργασίας ειδικού σκοπού», στο πρότυπο της κυβέρνησης που μας οδήγησε στον όλεθρο του PSI και της διαρκούς χρεωκοπίας.  

Είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι οι συζητήσεις αυτές, με την πρωτοβουλία του Department of State, γινόταν σε τακτικά διαστήματα και υπήρξαν επίσης πιέσεις και παράλληλες διευθετήσεις, ωστόσο είχαν ατονήσει αρκετά πρώτον εξαιτίας της απρόβλεπτης κυβερνητικής αλλαγής του 2015 και δεύτερον εξαιτίας της μεταβολής της Τουρκίας και του πολύ σοβαρού (για τις ΗΠΑ) ζητήματος των S400. Μάλιστα το θέμα εγκαταλείφθηκε οριστικά λίγο πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία, καθώς η Τουρκία θεωρήθηκε καμένο χαρτί και καθώς η μετάβαση στην πράσινη ενέργεια έκανε ασύμφορο το έργο σε αντιπαραβολή με τους γεωπολιτικούς κινδύνους που ενείχε. 

Όλα αυτά άλλαξαν δραματικά με τη ρωσική εισβολή. Η Τουρκία επανήλθε άρον άρον στο προσκήνιο, οι συσχετισμοί στην αγορά ενέργειας πιέζουν ασφυκτικά το δυτικό σύστημα ασφάλειας και ο πλανήτης βρίσκεται ενώπιον δημιουργίας νέου τείχους, που σημαίνει ότι όλες οι παραδοσιακές συμμαχίες οφείλουν να διαφυλαχθούν. Αυτό σε απλά ελληνικά σημαίνει ότι ο East Med ξαναζεσταίνεται. Και πρέπει να κατασκευαστεί πολύ γρήγορα. Πράγμα που σημαίνει ότι η διαδρομή που θα ακολουθήσει θα είναι Κύπρος – τουρκικά παράλια – Έβρος. Πράγμα που σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει ένα πιστόλι στον κρόταφο προκειμένου να αποδεχθεί τις τουρκικές απαιτήσεις.