Υποκλοπές: Μένουμε Ευρώπη

Toυ Διογένη Λόππα

‘Ένα από τα πλέον επιτυχημένα αυθόρμητα κινήματα της εποχής μας, υπήρξε αναμφίβολα το αλήστου μνήμης »Μένουμε Ευρώπη».   Γιατί, αν εξαιρέσεις τις γραφικές φιγούρες που συμμετείχαν, έγραψε ιστορία για τρεις λόγους:  Πρώτον, υπήρξε εξαιρετικά διεισδυτικό ως σύνθημα, κάτι σπάνιο για τα εγχώρια μέτρα επικοινωνιακής διαχείρισης (κάτι που στερείται ο ΣΥΡΙΖΑ και θα του κοστίσει).  Δεύτερον, εισήγαγε με αιχμηρό τρόπο στη δημόσια σφαίρα ένα απολύτως απαραίτητο σημείο αναφοράς, για να ξεχωρίζει ο αυθεντικός προοδευτικός από τον Βαλκάνιο προοδευτικό (γιατί προοδευτικοί στην Ελλάδα είμαστε όλοι).  Τέλος, κατάφερε την αδιανόητη επιτυχία, να το ενστερνιστεί την ύστατη ώρα και ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός κ. Τσίπρας, αφού ως γνωστόν, μετά το φιάσκο του δημοψηφίσματος, έδωσε »γην και ύδωρ» στους δανειστές, έστριψε δια του αρραβώνος από την ισχυρή συνιστώσα Βαρουφάκη – λοιπών ριζοσπαστικών δυνάμεων και προτίμησε την ασφάλεια που το ίδιο το σύνθημα διατυμπάνιζε. 

Το πρόβλημα με το εν λόγω ρεύμα, τα principals του οποίου εξακολουθούν να σαγηνεύουν τους, ως επί το πλείστον ακροκεντρώους, θιασώτες του, είναι ότι ποτέ δεν κατάφερε να αφομοιωθεί από τη βάση της συντηρητικής παράταξης, καθώς είναι γνωστό ότι η πραγματικότητα παράγει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα ευρωπαϊσμού, από ότι το κόμμα των Καραμανλήδων μπορεί να καταναλώσει.  Και αυτό, όχι μόνο γιατί στην ελληνική δεξιά δεν υπάρχουν αρκετοί αληθινοί ευρωπαϊστές (με λαμπρές εξαιρέσεις, βεβαίως), αλλά κυρίως γιατί η ρίζα του νοημοσύνης του εγχώριου Κυρ – Παντελή, η creme de la creme της ιδεοληψίας του, που εδράζεται στο αειθαλές τρίπτυχο του Πουλιού (πατρίς – θρησκεία – οικογένεια), δυσκολεύεται ή έστω καθυστερεί επιδεικτικά να αφομοιώσει τους καταιγιστικούς ευρωπαϊκούς νεωτερισμούς, οι οποίοι πολλές φορές έχουν την κακή συνήθεια να το υπερβαίνουν. 

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που ήρθε στο μυαλό μου, μόλις μού έγινε γνωστό από πηγή μου στη Χάγη ότι στο γραφείο του κ. Khan συζητείται εντόνως το όνομα του Έλληνα πρωθυπουργού και κάποιων »αξιωματούχων», είναι το εξής:  Όταν, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις του Spiegel, η (απόρρητη) έκθεση του OLAF (European  Anti – Fraud Office) αναφέρεται σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στο Αιγαίο (με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, εξ ου και η εμπλοκή του γραφείου), στα Institutions της Ευρώπης αρχίζουν έρευνες, ενώ στα γαλάζια καφενεία της ελληνικής επικράτειας, πανηγυρισμοί.   Συμπεραίνω λοιπόν εκ του παραδείγματος, ότι η μικρή ποσότητα ευρωπαϊσμού που δύναται να καταναλώσει ο μέσος δεξιός ψηφοφόρος, καλύπτει τις ευρωφοβικές πρακτικές του κ. Βαρουφάκη, αλλά όχι τα εγκλήματα της αντιμεταναστευτικής πολιτικής του κ. Μητσοτάκη.

Έτσι μπορεί και να εξηγηθεί η περίεργη αντίδραση της κυβέρνησης στον τυφώνα των υποκλοπών, δηλαδή η καθολική άρνηση της πραγματικότητας και η επίκληση της δημιουργικά ασαφούς έννοιας »Εθνική Ασφάλεια» και μάλιστα υπό την απειλή παραδειγματικής τιμωρίας σε όσους γνωρίζοντες πέρασε έστω από το μυαλό τους να προστατεύσουν το σύνταγμα και να ομολογήσουν το στοιχειώδες, δηλαδή για ποιο λόγο παρακολουθούσε η ΕΥΠ αρχηγό δημοκρατικού κόμματος και ποιος πολιτικά ανόητος (που είπε και ο παραταξιάρχης τους) έδωσε τη σχετική εντολή.  

Τα γράφω αυτά, γιατί την αποφράδα ημέρα της παραδοχής της αντισυνταγματικής και ανόητης πράξης, το Μαξίμου φαίνεται ότι είχε αρχικά αποφασίσει διαφορετικού είδους damage control, πράγμα που φάνηκε και από τη διαρροή (στο Βήμα, αν θυμάμαι καλά) περί επικείμενης πρωθυπουργικής συγγνώμης προς το θύμα.  Μεταξύ μας, αυτό ήταν που θα έπραττε κάθε σώφρων άνθρωπος με λίγα δράμια εγκέφαλο.   Θα έβγαινε λοιπόν ο πρωθυπουργός, θα έλεγε »είμαι σοκαρισμένος, έγινε ένα τρομακτικό λάθος, ζητώ ταπεινά συγγνώμη από τον κ. Ανδρουλάκη και θα κάτσουμε όλοι μαζί υπό την Πρόεδρο της Δημοκρατίας να βρούμε άμεσα λύσεις, ενώ οι εμπλεκόμενοι έχουν ήδη οδηγηθεί στον εισαγγελέα», και το θέμα θα έκλεινε εκεί, αφού θα είχε επιληφθεί η δικαιοσύνη και θα γινόταν επίκληση επί του γεγονότος αυτού. 

Όμως, τελικά, αντί για τη συγγνώμη που όλοι περιμέναμε, γίναμε μάρτυρες ενός παρανοϊκού διαγγέλματος, που ουσιαστικά καταργούσε βασικές πρόνοιες της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.  Έκτοτε, η κυβέρνηση διολισθαίνει στον αυταρχισμό, με αποκορύφωμα την τραγική δήλωση – απειλή της κας Μπακογιάννη, την πρόθεση για αλλαγή του εκλογικού νόμου και, κυρίως, τον απόλυτο εξευτελισμό του Πολιτεύματος, μέσω της επίκλησης κάποιου αόριστου »απορρήτου» (από νυν και πρώην δημόσιους υπαλληλίσκους ενώπιον της εθνικής αντιπροσωπείας, για όνομα του Θεού!), αλλά και μέσω της αφλογιστίας που επεβλήθη με το ζόρι στην εξεταστική επιτροπή.  Αν τελικά η επίσημη ερμηνεία της κυβέρνησης εκφράζεται όντως μέσω των πράξεων τούτων, γεννάται ευλόγως το ερώτημα, γιατί χρειαζόμαστε το κοινοβούλιο, εφόσον η κυβέρνηση διαθέτει την πλειοψηφία και δύναται να λειτουργεί ως ελέω Θεού μονάρχης.  

Η αυτοπεποίθηση βεβαίως της κυβέρνησης εδράζεται στο γεγονός ότι, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί, ελέγχει πλήρως καίριους θεσμούς του κράτους, όπως η Δικαιοσύνη,  η Προεδρία της Δημοκρατίας, ο Τύπος (ιδιαίτερα η πανελλαδικής εμβέλειας τηλεόραση που δίνει πάντοτε και το γενικά αποδεκτό στίγμα της ενημέρωσης) και η ανώτερη επιχειρηματική τάξη.  Θεωρεί λοιπόν ότι με την επίκληση κωμικοτραγικών επιχειρημάτων, άρα με το βιαστικό πουδράρισμα των βασικών αιχμών του πρωτοφανούς σκανδάλου, θα προσπαθήσει να βαδίσει μέχρι τις εκλογές, καθώς όλοι οι παραπάνω θεσμοί θα μείνουν εκκωφαντικά σιωπηλοί, σαν τους μάρτυρες στη δίκη του Δον Κορλεόνε.  

Φαινομενικά, η πραγματικότητα δικαιώνει τις προσδοκίες της.  Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, εντός και εκτός συνόρων, δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα η παραμικρή αντίδραση κανενός εισαγγελέα, η Πρόεδρος όλων των Ελλήνων δεν έχει παρατηρήσει καμία διολίσθηση του συντάγματος και όλα στα μάτια της μοιάζουν κανονικότατα,  ο Τύπος εξακολουθεί να υμνεί το μεγάλο ηγέτη και την ιερή αγελάδα της »σταθερότητας», ενώ γενικότερα η ελίτ μάλλον επικροτεί, παρά αποδοκιμάζει, έστω και με μετρημένες εξαιρέσεις. 

Αυτό που η αυτοπεποίθηση του Μαξίμου δεν έχει δει ακόμα να έρχεται, είναι η παραγόμενη ποσότητα ευρωπαϊσμού από την καταραμένη πραγματικότητα, που πάντοτε είχε την τάση να προδίδει την παράταξη της καρδιάς μας και να ξεχωρίζει τον αληθινό μεταρρυθμιστή από τον γιαλαντζί.  Γιατί τα νέα από τις Βρυξέλλες, τη Χάγη, το Στρασβούργο και συνολικά (συνολικά, λέμε) τον ευρωπαϊκό τύπο, είναι ζοφερά:  Στα μάτια του μέσου Ευρωπαίου, αλλά και του κάθε ευρωκαλεκροκένταυρου, που λαμβάνει καθοριστικές αποφάσεις, ένας τόσο λερωμένος ηγέτης, οφείλει να δρομολογήσει τη διαδοχή του.  Στοιχειώδες.  Όσο επιμένει να μην το κάνει, τόσο θα του δείχνουν τον δρόμο.  Όσο καθυστερεί το αναπόφευκτο, τόσο πιο δύσβατος θα γίνεται ο δρόμος αυτός.

Πριν λίγο καιρό, η στήλη έγραψε ότι υπάρχουν ενδείξεις για περισσότερες παρακολουθήσεις βαρέων πολιτικών ονομάτων σε όλο το πολιτικό φάσμα.  Και ότι τα στοιχεία που υπάρχουν, θα βγαίνουν στο φως σε επιλεγμένες από τους αντιπάλους της κυβέρνησης ημερομηνίες, που θα βραχυκυκλώνουν όσα θετικά πιστεύει ο κ. Μητσοτάκης ότι μπορεί να εξαγγείλει για να γυρίσει το κλίμα.  Σήμερα λοιπόν ήταν ο κ. Σπίρτζης του ΣΥΡΙΖΑ, αύριο θα είναι κάποιος ακόμα και μεθαύριο ένας εσωκομματικός αντίπαλος.  Και την ίδια ώρα που ο εγχώριος τύπος θα κάνει πρωτοσέλιδα με παροχές, ο ευρωπαϊκός θα σερβίρει το κεφάλι του Έλληνα πρωθυπουργού στο πιάτο.  Παράλληλα με τον τύπο, συγκεκριμένοι αξιωματούχοι στην Ευρώπη ήδη ερευνούν την κυβέρνηση.

Και όχι μόνο για τις υποκλοπές. 

Αν λοιπόν ανήκετε στο μετριοπαθές κέντρο, αν είστε από αυτούς που βλέπουν με δυσπιστία τις αγωνιώδεις προσπάθειες γηγενών πολιτικών να αντιπαρατεθούν με τις ευρωπαϊκές αξίες, καλές ή κακές, αν θεωρούσατε ολίγον λαϊκιστή τον Ανδρέα, αν ο Γιάνης σας έπεφτε κάπως γραφικός και αν στο τέλος επικροτήσατε τη στροφή του Αλέξη στη λογική, δεν έχετε παρά να ακολουθήσετε και τώρα το ένστικτό σας.  Για αυτό, και για τις υποκλοπές, »Μένουμε Ευρώπη»!