Όχι, ο Γ’ παγκόσμιος δεν έχει ξεκινήσει (ακόμα)

Του Διογένη Λόππα


Το 1917, η Φινλανδία, εκμεταλλευόμενη τον εμφύλιο στη Ρωσία, τη γενικευμένη αναταραχή και την παγκόσμια τάση διάλυσης των αυτοκρατοριών και ανάδυσης των εθνικών κρατών, κήρυξε την ανεξαρτησία της από τη Ρωσία, της οποίας ήταν επαρχία και αποτελούσε κάτι σαν buffer zone ανάμεσα στην ίδια και στον υπαρξιακό εχθρό (τότε) αυτής, τη Σουηδία.  Όταν η Ρωσία στάθηκε πάλι στα πόδια της, τη φορά αυτή ως Σοβιετική Ένωση, η πρώτη στρατηγική διευθέτηση που επιδίωξε ήταν η επαναφορά της πρώην επαρχίας της σε καθεστώς buffer zone και η δεύτερη, ο διαμοιρασμός της Πολωνίας με τη Γερμανία.  

Η εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στη Φινλανδία (1939) αξίζει να μελετηθεί σε βάθος, καθώς είναι εξαιρετικά επίκαιρη, τόσο γιατί διδάσκει στη δύση το παρεξηγημένο μάθημα στρατηγικής ασφάλειας και ζωνών επιρροής της ευρύτερης Σοβιετίας, όσο και γιατί παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα στην ανατολική Ουκρανία.  Είναι επίσης εξαιρετικά ενδιαφέρουσα από την άποψη της χρήσης βίας ως έσχατου μέσου για την επίτευξη γεωπολιτικών εμμονών και του κόστους το οποίο μια μεγάλη δύναμη είναι διατεθειμένη να υποστεί προκειμένου να τις επιτύχει.   

Η βιαστική και ανοργάνωτη επιχείρηση του κόκκινου στρατού έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους ανταγωνιστές των Σοβιετικών και ιδιαίτερα την (ήδη τότε, ναζιστική) Γερμανία.  Έτσι, αφού πρώτα παρότρυναν τους Φινλανδούς να απορρίψουν τις διπλωματικές λύσεις που πρότειναν οι Σοβιετικοί πριν εισβάλλουν (ουσιαστικά μια ανταλλαγή εδαφών, ώστε να δημιουργηθεί ένα υποτυπώδες στρατηγικό βάθος για το ευάλωτο Λένινγκραντ, αποστρατικοποίηση της Καρελίας και ενοικίαση μιας ναυτικής βάσης στη Βαλτική), στη συνέχεια οργάνωσαν το Φινλανδικό στρατό και τον εξόπλισαν με υπερσύχρονα φονικά όπλα, με αιχμή του δόρατος το κορυφαίο άρμα μάχης Panzer και τα φορητά αντιαρματικά panzerfaust.

Πράγματι, οι Σοβιετικοί βρέθηκαν μπροστά σε έναν κανονικό εφιάλτη και υπέστησαν τα πάνδεινα απέναντι στους αποφασισμένους (και εξοπλισμένους) Φινλανδούς.  Ωστόσο, γρήγορα αναδιοργάνωσαν τις τακτικές τους, με έμφαση στον αποκλεισμό της αποστολής όπλων και πυρομαχικών προς το φινλανδικό στρατό, και σύντομα κατάφεραν να επιβάλλουν μια συνθηκολόγηση, όχι επειδή κατάφεραν κάτι εντυπωσιακό επί του πεδίου, αλλά απλούστατα επειδή κάποια στιγμή οι Φινλανδοί ξέμειναν από πυρομαχικά.  Τελικά, ο πόλεμος τελείωσε με τη συνθήκη της Μόσχας, όπου η Φινλανδία απώλεσε το 11% των εδαφών της και το 30% των οικονομικών πηγών της.

Πολλοί από εσάς ίσως έχετε ακούσει κάτι αόριστο περί κάποιας Φινλανδικής νίκης, καθώς η μεταπολεμική αντισοβιετική μπαλαφάρα κατέγραψε ως νίκη την αντίσταση των Φινλανδών απέναντι σε μια τόσο ισχυρή δύναμη.  Όμως, οι πόλεμοι τελειώνουν πάντα με μια συνθήκη, στην οποία τελικά καταγράφονται οι επιτυχίες και οι αποτυχίες της κάθε πλευράς.  Οι απώλειες αποτελούν διαφορετικό μέγεθος και έχουν να κάνουν με τη δυνατότητα του εκάστοτε εμπολέμου να τις απορροφήσει, είτε ως οικονομικό απότοκο, είτε ως πολιτικό.  Η επιτυχία κάθε πολέμου εδράζεται στην επίτευξη των αντικειμενικών σκοπών και όχι στο κόστος που κατεβλήθη για την επίτευξή τους.  Μετρώντας διαφορετικά, η Σοβιετική Ένωση των 27.000.000 νεκρών, θα ήταν ο απόλυτος χαμένος του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

Αυτό που τελικά συνέβη ήταν ότι οι Φινλανδοί δέχθηκαν να γίνουν οικειοθελώς το πειραματόζωο ενός proxy war μιας τρίτης μεγάλης δύναμης.  Η τελική διευθέτηση που τους επεβλήθη ήταν πολύ επαχθέστερη των αρχικών απαιτήσεων της Μόσχας και, παρά το ότι πολέμησαν με σθένος για να υπερασπιστούν την εθνική κυριαρχία τους και προκάλεσαν δυσανάλογες απώλειες στους εχθρούς τους, στο τέλος βρέθηκαν σε δυσχερέστατη θέση, η οποία επιβαρύνθηκε περεταίρω όταν – με την επιδίωξη να απελευθερώσουν τα χαμένα από τον πόλεμο εδάφη τους –  συμμάχησαν ανοικτά με τους Ναζί μπαίνοντας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, μια πράξη που τους καταδιώκει μέχρι σήμερα και που τελικά κατέληξε στον περίφημο όρο finlandization, που τους κατέστησε θεσμικά ουδέτερους, μια de facto »buffer zone» μεταξύ σοβιετικών και ΝΑΤΟ μέχρι σήμερα.

Μέχρι σήμερα, καθώς μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής, κυκλοφόρησε μια παρανοϊκή ιδέα, που δε βρέθηκε κανένας ενήλικος στο δωμάτιο να μπλοκάρει, η οποία προτείνει την εγκατάλειψη της ουδετερότητας και την είσοδο της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ.  Για κάποιον που έχει στοιχειώδη γνώση της ρωσικής πραγματικότητας και που αντιλαμβάνεται τα elementary της γεωπολιτικής, η εξέλιξη αυτή αναμένεται καταστροφική και μαμή αλυσιδωτών αντιδράσεων που ενδεχομένως οδηγήσουν τον πλανήτη σε έναν Γ’ παγκόσμιο πόλεμο, σαφώς αιματηρότερο των δύο προηγούμενων και σίγουρα πυρηνικό.

Δε θα μπω στον πειρασμό να αραδιάσω εδώ όλες τις πιθανές επιπτώσεις μιας τέτοιας δυσμενούς εξέλιξης, γιατί μάλλον θα κατηγορηθώ, είτε ως κινδυνολόγος, είτε ως διασπορέας πανικού, πράγμα που θα επιφέρει νέες δικαστικές περιπέτειες στο φιλόξενο χώρο του »ανοιχτού παραθύρου» σε μια δύσκολη συγκυρία για τον ελληνικό τύπο.  Άλλωστε, δεν είναι όλοι οι αναγνώστες διδάκτορες γεωπολιτικής, ούτε μπορούν εύκολα να διαπεράσουν τα κυρίαρχα αφηγήματα και να δουν ευκρινώς πίσω από την ομίχλη του πολέμου.  Θα πρότεινα όμως στον καθένα να ρίξει μια ματιά στην τεταμένη κατάσταση στη Βοσνία και στα Βαλκάνια γενικότερα, στις μύχιες επιδιώξεις της Τουρκίας, στους εκπεφρασμένους στρατηγικούς στόχους της Κίνας και στο »γεωπολιτικό τρίγωνο των Βερμούδων» Ιράν, Αράβων, Ισραήλ και κατά πόσον αυτοί οι θύλακες αστάθειας μπορούν να εργαλειοποιηθούν από τους πρωταγωνιστές της παγκόσμιας διένεξης που βιώνουμε.

Πόλεμος του Πούτιν, εισβολή βαρβάρων ή ειδική στρατιωτική επιχείρηση;

Ο καθένας νομίζω αντιλαμβάνεται ότι η Ρωσία κρύβει επιμελώς τις ευρύτερες στρατηγικές της επιδιώξεις για την ανακατάληψη των ζωνών επιρροής της, πίσω από τον ευφημισμό της »ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης».  Ο καθένας επίσης αντιλαμβάνεται και ότι οι καθημερινές μπαλαφάρες της δύσης περί ουκρανικής »νίκης», καταστροφής του ρωσικού στρατού, επικείμενης πτώσης τους καθεστώτος και άλλα εξίσου γραφικά, προσπαθούν να κρύψουν κάτω από το χαλί την αμηχανία μπροστά στα δύσκολα που έπονται, κυρίως στο ενεργειακό/επισιτιστικό, αλλά και στον κίνδυνο αναβάθμισης της σύρραξης από proxy war σε απευθείας αντιπαράθεση πυρηνικών δυνάμεων. 

Πίσω από όλα αυτά κρύβεται μια πικρή αλήθεια που έχει να κάνει με τη ρωσική αντίληψη περί πολέμου και με το ρωσικό αμυντικό δόγμα και αυτή είναι ότι πράγματι δεν έχει υπάρξει ακόμα κλιμάκωση και ότι ο »πόλεμος του Πούτιν» μοιάζει περισσότερο με την πρώτη φάση της σοβιετικής εισβολής του 1939 στη Φινλανδία και λιγότερο με τον δεύτερο πόλεμο του Ιράκ.  Από ειδικό αναλυτή του ΝΑΤΟ αλίευσα και σας μεταφέρω ότι οι ίδιοι οι Ρώσοι αντιλαμβάνονται τρία στάδια κλιμάκωσης της σύγκρουσης:

  1. Περιορισμένης έκτασης στρατιωτική εμπλοκή (τύπου Συρίας) για τον εκβιασμό πολιτικής λύσης
  2. Χειρουργικά χτυπήματα σε υποδομές με στόχο τη συνθηκολόγηση λόγω κόστους (μοντέλο Σερβίας, στο οποίο βρίσκονται ήδη τώρα, σύμφωνα με τον ειδικό αναλυτή) 
  3. Κήρυξη πολέμου, επί της Ουκρανίας (στο κακό σενάριο) ή επί του ΝΑΤΟ (στο χειρότερο σενάριο), που σημαίνει μαζική στρατιωτική κινητοποίηση προς αφανισμό του εχθρού ή ακόμα και χρήση πυρηνικών και μάλιστα προληπτικά (σε περίπτωση εμπλοκής με το ΝΑΤΟ).

Σύμφωνα λοιπόν με το ρωσικό δόγμα, με τα διδάγματα του 1939 και με την πληροφόρηση από το πεδίο, βρισκόμαστε ήδη στη δεύτερο στάδιο, ένα βήμα πριν την κλιμάκωση της σύγκρουσης στο χειρότερο δυνατό επίπεδο, με τρομακτικές επιπτώσεις για όλους.  Μια θετική εξέλιξη θα ήταν μια εσπευσμένη συνθηκολόγηση των Ουκρανών, ένα βέτο στην είσοδο της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ (όλοι κοιτούν προς την Τουρκία) και μια προσγείωση στον ρεαλισμό από την Ε.Ε., ώστε να μην επεκταθούν οι κυρώσεις σε τομείς που θα έκαναν την απευθείας εμπλοκή αναπόφευκτη (όπως το Αμερικανικό εμπάργκο στην Ιαπωνία πριν τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο).  

Αντ’ αυτού, παρακολουθούμε άναυδοι μια (μη εκλεγμένη) ηγεσία της Ε.Ε. να εκλιπαρεί για πόλεμο, αντί να αναζητά τρόπους για την ειρήνη, τις ΗΠΑ να βγαίνουν μπροστά ως καθοδηγητές του Ουκρανικού καθεστώτος και να σαμποτάρουν κάθε προσπάθεια διαπραγμάτευσης, στέλνοντας συνεχώς όπλα και την άμοιρη Φινλανδία να σέρνεται προς το ΝΑΤΟ, έτοιμη να θυσιάσει τα προνόμια της ουδετερότητας, έναντι άγνωστου οφέλους.  

Μπορεί ο Γ’ παγκόσμιος πόλεμος να μην έχει ξεκινήσει ακόμα, οι πλανήτες όμως έχουν ευθυγραμμιστεί.