Από τον Αυτισμό των Μνημονίων στην Πολιτική Εναισθησία: Το Θάρρος μιας Ύστερης Αυτοκριτικής

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Σε μια εποχή όπου η πολιτική ανάλυση έχει σε μεγάλο βαθμό υποβαθμιστεί σε μια σειρά από τηλεοπτικά συνθήματα, ψηφιακούς αφορισμούς και επικοινωνιακά τεχνάσματα, η ανατομία της μακράς ελληνικής κρίσης απαιτεί την επιστροφή σε μια γλώσσα που δεν χαϊδεύει αυτιά, αλλά αποδομεί δομές. Δεκαέξι χρόνια μετά την επίσημη είσοδο της χώρας στον αστερισμό των μνημονίων, η ελληνική κοινωνία δεν βρίσκεται απλώς αντιμέτωπη με τις οικονομικές συνέπειες μιας βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά με μια βαθύτερη, δομική αλλοίωση του πολιτικού της ιστού. 

Το άγος των μνημονίων –δηλαδή το ανεξίτηλο στίγμα, ηθικό και κοινωνικό, που άφησε πίσω της η περίοδος της επιτροπείας– δεν μετριέται πλέον μόνο με τους δείκτες του χρέους, τα πρωτογενή πλεονάσματα ή την απώλεια του ενός τετάρτου του εθνικού πλούτου. Μετριέται, κυρίως, με την επικράτηση μιας γενικευμένης πολιτικής ανοσογνωσίας, μιας συλλογικής άρνησης του πολιτικού συστήματος και μέρους του εκλογικού σώματος να αναγνωρίσουν τα σφάλματα, τις αποτυχίες και τις ιδεολογικές συνθηκολογήσεις τους.

Η έννοια της ανοσογνωσίας, δανεισμένη από τη νευρολογία, περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία ένας ασθενής, λόγω εγκεφαλικής βλάβης, αδυνατεί να συνειδητοποιήσει την ίδια του την αναπηρία. Μεταφερόμενη στο πεδίο της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνικής ψυχολογίας, η πολιτική ανοσογνωσία μετατρέπεται σε ένα ισχυρό αμυντικό φίλτρο. Επιτρέπει στο πολιτικό σύστημα να επιβιώνει μέσα σε ένα περιβάλλον πλήρους αποσύνθεσης, αναπτύσσοντας απόλυτη ανοσία στην αυτοκριτική. 

Η μνημονιακή δεκαετία υπήρξε το ιδανικό εργαστήριο για την καλλιέργεια αυτού του φαινομένου. Τα κόμματα που διαχειρίστηκαν την κρίση, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσήμου, ανέπτυξαν μια κοινή στρατηγική επιβίωσης: τη μετάθεση της ευθύνης σε εξωτερικούς παράγοντες, στην «αναγκαιότητα των πραγμάτων» ή στους προκατόχους τους. Η υπογραφή των μνημονίων δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως το αποκορύφωμα μιας μακράς πορείας εγχώριων διαρθρωτικών στρεβλώσεων, πελατειασμού και παραγωγικής απογύμνωσης, αλλά ως μια εξωγενής τιμωρία ή, αντίθετα, ως μια αναπόφευκτη πράξη εκσυγχρονισμού.

Αυτή η ανοσογνωσία οδήγησε σε μια πρωτοφανή ομογενοποίηση του πολιτικού λόγου. Η ανάγκη «συμμόρφωσης» προς τις υποδείξεις των δανειστών δημιούργησε ένα καθεστώς μετα-πολιτικής, όπου οι μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις αντικαταστάθηκαν από τεχνοκρατικές διευθετήσεις. Το πολιτικό σύστημα έχασε την ικανότητά του να παράγει εναλλακτικά οράματα και περιορίστηκε στον ρόλο του διαχειριστή μιας προδιαγεγραμμένης παρακμής. Η πιο επικίνδυνη όμως μετάσταση της πολιτικής ανοσογνωσίας σημειώθηκε στο εσωτερικό της ίδιας της κοινωνίας. 

Ο εγκλωβισμός των πολιτών σε μια κατάσταση τυφλής κομματικής ταύτισης λειτούργησε ως μηχανισμός ψυχολογικής προστασίας. Η παραδοχή ότι το κόμμα που εμπιστεύτηκες, ψήφισες ή υποστήριξες στις πλατείες ή στα κυβερνητικά έδρανα απέτυχε, συνιστά μια βαθιά υπαρξιακή κρίση για τον σύγχρονο ψηφοφόρο. Για να αποφευχθεί αυτό το επώδυνο βήμα, επιστρατεύεται η τυφλή δικαιολόγηση των πάντων. Τα λάθη βαφτίζονται «στρατηγικοί ελιγμοί», οι αυταπάτες ονομάζονται «αναγκαίοι συμβιβασμοί» και η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας παρουσιάζεται ως «επιστροφή στην ευρωπαϊκή κανονικότητα».

Απέναντι σε αυτόν τον ιδεολογικό αυτισμό, η ανάδυση της πολιτικής εναισθησίας αποτελεί τη μοναδική ίσως διέξοδο προς μια ουσιαστική δημοκρατική αναγέννηση. Η εναισθησία –η ικανότητα να βλέπει κανείς την πραγματικότητα έξω από το στενό πλαίσιο των δικών του προκαταλήψεων και να αναγνωρίζει το δίκαιο ή το λάθος πέρα από κομματικές περιχαρακώσεις– είναι μια πράξη ριζοσπαστική. Στην πολιτική της διάσταση, η εναισθησία δεν είναι μια παθητική συναισθηματική κατάσταση, αλλά μια ενεργητική πνευματική στάση. Είναι η στιγμή που ο πολίτης ανακτά το θάρρος της προσωπικής κρίσης. Είναι η άρνηση της λευκής επιταγής προς την εκάστοτε ηγεσία και η παραδοχή ότι η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στην κάλπη, αλλά συνεχίζεται μέσω του διαρκούς ελέγχου της εξουσίας.

Ωστόσο, το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα επιδεικνύει μια πολύ συγκεκριμένη, επιλεκτική «ευαισθησία». Δεν πρόκειται για την ευαισθησία απέναντι στα κοινωνικά στρώματα που συνθλίφτηκαν από τη λιτότητα, αλλά για μια υπερευαισθησία απέναντι στους δείκτες των αγορών, τις αξιολογήσεις των οίκων πιστοληπτικής ικανότητας και τις διαθέσεις των Βρυξελλών. Αυτή η διαστρεβλωμένη ευαισθησία λειτουργεί ως το τέλειο άλλοθι για την κοινωνική αναλγησία. Η ανάγκη να διατηρηθεί η «εμπιστοσύνη των επενδυτών» μετατρέπεται σε μια ιερή αγελάδα, στο βωμό της οποίας θυσιάζονται το κοινωνικό κράτος, η δημόσια υγεία και η παιδεία. Το πολιτικό σύστημα συγκινείται εύκολα μπροστά στις κάμερες για τις επιπτώσεις μιας φυσικής καταστροφής ή μιας ανθρωπιστικής κρίσης, αλλά παραμένει παγερά αδιάφορο και δομικά ανίκανο να αμφισβητήσει το μακροοικονομικό πλαίσιο που παράγει αυτές τις κρίσεις.

Το άγος των μνημονίων δεν είναι λοιπόν μια ιστορική παρένθεση που έκλεισε με την τυπική έξοδο από τα προγράμματα προσαρμογής. Είναι μια διαρκής κατάσταση θεσμικής και πνευματικής υποτέλειας. Η Ελλάδα του σήμερα, παρά την κυβερνητική ρητορική περί «ισχυρής ανάπτυξης», παραμένει μια χώρα χαμηλών προσδοκιών, όπου η νέα γενιά εξωθείται στη μετανάστευση και η πλειονότητα του πληθυσμού ζει υπό το καθεστώς μιας μόνιμης οικονομικής ανασφάλειας. Η ανοσογνωσία των ελίτ εμποδίζει τη χάραξη ενός εθνικού σχεδίου που θα βασίζεται στην παραγωγική ανασυγκρότηση και στην κοινωνική δικαιοσύνη, καθώς το πολιτικό σύστημα προτιμά το εύκολο μοντέλο της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού και της εκποίησης των δημόσιων υποδομών.

Η υπέρβαση αυτής της παθογένειας απαιτεί μια βαθιά πολιτισμική μεταβολή. Η καλλιέργεια της πολιτικής εναισθησίας δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τα παραδοσιακά κανάλια της κομματικής κοινωνικοποίησης, τα οποία είναι σχεδιασμένα για να παράγουν πειθήνιους οπαδούς και όχι σκεπτόμενους πολίτες. Απαιτεί τη δημιουργία νέων χώρων δημόσιου διαλόγου, απαλλαγμένων από την τοξικότητα και την πόλωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου η παραδοχή του λάθους δεν θα εκλαμβάνεται ως προδοσία, αλλά ως τεκμήριο πολιτικής ωριμότητας.

Η ιστορία των κοινωνιών που κατάφεραν να εξέλθουν από βαθιές κρίσεις διδάσκει ότι η πραγματική αλλαγή ξεκινά πάντα από την αποκαθήλωση των ιερών μύθων. Όσο η ελληνική κοινωνία αρνείται να κοιτάξει στον καθρέφτη του μνημονιακού της παρελθόντος με όρους αλήθειας και αυτοκριτικής, τόσο θα παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο επανάληψης των ίδιων λαθών. Η πολιτική ανοσογνωσία είναι το όπλο των παρακμιακών συστημάτων εξουσίας. Η πολιτική εναισθησία είναι το εργαλείο των ζωντανών κοινωνιών. Το διακύβευμα των επόμενων ετών δεν είναι απλώς η διαχείριση των κονδυλίων ή η επίτευξη κάποιων δημοσιονομικών στόχων, αλλά η ανάκτηση της συλλογικής μας αξιοπρέπειας και της ικανότητας να ορίζουμε τη μοίρα μας πέρα από τα δεσμά του μνημονιακού άγους.