Η ιστορία συχνά γράφεται όχι μόνο από εκείνους που τη ζουν, αλλά και από εκείνους που την ονομάζουν και την παραδίδουν στους επόμενους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αυτοκρατορία που οι Ευρωπαίοι ιστορικοί, με πρώτο στα 1562 τον Ιερώνυμο Wolf και την καθιέρωσαν ο Philippe Labbe αργότερα και κυρίως το 1680 ο Κarl Du Cange, μετονόμασαν σε «Βυζάντιο».
Το αποτέλεσμα ήταν η διαμόρφωση ενός ιστορικού μύθου που ακόμη σήμερα επηρεάζει τη συλλογική μνήμη και προκαλεί σύγχυση στους ειδικούς και στο κοινό. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που διατήρησε τη ρωμαϊκή αυτοαντίληψη και θεσμική συνέχεια για πάνω από χίλια χρόνια, αποκόπηκε ονομαστικά από την ιστορική της ταυτότητα, χωρίς να έχει ποτέ αναγνωρίσει η ίδια τον όρο «Βυζάντιο». Οι κάτοικοί της ήταν Ρωμαίοι, πολίτες της Ρωμανίας, και ο αυτοκράτορας φέρει τον τίτλο «Βασιλεὺς Ῥωμαίων».
Η επιλογή του Wolf και των διαδόχων του να χρησιμοποιήσουν τον όρο «Βυζάντιο» δεν ήταν απλώς γλωσσική, αλλά είχε βαθύτερες συνέπειες στην αντίληψη της ιστορικής ταυτότητας. Στόχευε να δημιουργήσει διακριτό αντικείμενο μελέτης για τους ευρωπαίους μαθητές, αλλά στην πράξη η παρανόηση διαδόθηκε ευρύτερα, ακόμα και μεταξύ ιστορικών. Η μετατόπιση του ονόματος δημιούργησε την ψευδή αίσθηση ότι η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν είχε συνέχεια με τη Ρώμη, και ότι οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι της Ανατολής ήταν κάτι διαφορετικό, ενώ στην πραγματικότητα η αυτοκρατορία διατήρησε ζωντανό τον ελληνικό πολιτισμό και την ορθόδοξη θρησκεία.
Η δημόσια αντίληψη για την ιστορία επηρεάζεται και από τις τοποθετήσεις διανοουμένων. Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ έχει υπογραμμίσει ότι η Κωνσταντινούπολη αποτελεί τη «πραγματική πρωτεύουσα» του ελληνισμού, η οποία δεν απελευθερώθηκε, δημιουργώντας ένα είδος συλλογικού «συμπλέγματος». Στις δημόσιες συνεντεύξεις της, όπως στο «Βήμα» το 2010, συγκρίνει τη μεγαλοπρέπεια της Ρωμανίας με την κατάσταση της Αθήνας του 1830, υπογραμμίζοντας την ιστορική και πολιτισμική ανισότητα.
Στις 3 Απριλίου 2010 η Αρβελέρ στη συνέντευξη της είχε δηλώσει:
“Είμαστε οι μόνοι που δεν ελευθερώσαμε την κοιτίδα του γένους, την Κωνσταντινούπολη, και κάναμε πρωτεύουσα ένα λασποχώρι, όπως ήταν το 1830 η Αθήνα, ένα λασποχώρι με μερικές χιλιάδες σπίτια, από τα οποία πάρα πολλά ήταν χωρίς στέγη. Για να μην πούμε ότι η Αθήνα ήταν τότε αλβανοκρατούμενη, πράγμα που δεν έχει καμία σημασία, αλλά το λέω επίτηδες για τους εθνικίζοντες. Το ότι από μια ελληνόφωνη αυτοκρατορία φτάσαμε ύστερα από 400 χρόνια σκλαβιάς σε ένα πολιτικό μόρφωμα, το ελληνικό κράτος, το οποίο είναι “δευτερεύον”, για να μην πω τίποτε χειρότερο, αυτό δημιουργεί ένα είδος συμπλέγματος.”Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ μας θύμισε ότι το ελληνικό κράτος γεννήθηκε μικρό, φοβικό και με σύνδρομο χαμένης αυτοκρατορίας.
Αν το «πολιτικό μόρφωμα» έπρεπε να περιμένει την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης για να αποκτήσει «άξια» πρωτεύουσα, το μόνο που δεν πρότεινε θα ήταν αν θα μπορούσε να λειτουργεί με προσωρινή έδρα, όπως η Βόννη στη διαιρεμένη Γερμανία — ή να αρκεστεί σε μια λύση τύπου Βισύ για να μην θίγεται το αυτοκρατορικό φαντασιακό. Ευτυχώς, τα κράτη λειτουργούν με θεσμούς και πραγματικότητες, όχι με ανεκπλήρωτους ιστορικούς πόθους.
Έτσι κι αλλιώς, αυτό το “μόρφωμα” βρήκε τον δρόμο του μετά από δύο και πλέον αιώνες «ανίκανων» κυβερνητών — του είχε γράψει—, και ο Μητσοτάκης το ανέφερε στον επικήδειο, ότι στο πρόσωπό του είδε, σαν τον Μέγα Κωνσταντίνο, τον πλέον ικανό, με πιστοποιητικό εγκυρότητας. Μια επιστολή που έγινε γνωστή μόνο όταν η αποστολέας δεν μπορούσε πια να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τίποτε· γιατί καμία αποκάλυψη δεν είναι πιο ασφαλής από εκείνη που εκφωνείται μπροστά στον μεταστάντα, υποχρεωμένο στη σιωπή.
Η φράση αυτή έχει γίνει αντικείμενο διαστρέβλωσης από ακροδεξιούς και εθνικιστικούς κύκλους, που την χρησιμοποιούν ως «δικαιολογία» για πολιτικά ή στρατηγικά αιτήματα, καθώς σχετίζεται με την Μεγάλη Ιδέα (1844), διατυπωμένη από τον Ιωάννη Κωλέττη, που στόχευε στην απελευθέρωση των ελληνικών πληθυσμών υπό οθωμανική κυριαρχία και στην ανάδειξη της Κωνσταντινούπολης ως ιστορικής πρωτεύουσας. Η ιδεολογία αυτή συνδύαζε: Την αρχαία ελληνική κληρονομιά. Τη ρωμαϊκή συνέχεια. Την εθνική συνείδηση του σύγχρονου κράτους.
Το ζήτημα όμως αναδεικνύει τη διάκριση μεταξύ ιστορικού λόγου, που αναλύει γεγονότα και τα ερμηνεύει πολιτισμικά, και δημόσιας ανάγνωσης, που μπορεί να εκλαμβάνει τα λόγια ως πρόταση δράσης. Παρόμοια, ο Νίκος Λυγερός χρησιμοποιεί την ίδια παρατήρηση για την Κωνσταντινούπολη, αλλά από γεωπολιτική σκοπιά, τονίζοντας τη στρατηγική σημασία της πόλης για την Ελλάδα. Η κοινή διαπίστωση είναι η ίδια — η Κωνσταντινούπολη παραμένει κεντρικό ιστορικό και συμβολικό σημείο για τον ελληνισμό — αλλά η ερμηνεία διαφέρει: πολιτισμική για την Αρβελέρ, στρατηγική για τον Λυγερό.
Στην Κωνσταντινούπολη, ο επίσημος τίτλος του αυτοκράτορα δεν περιλάμβανε ποτέ τον όρο «Βυζαντινός». Αντίθετα, η κρατική και αυτοκρατορική αυτοαντίληψη εκφράζεται μέσω του τίτλου:
Βασιλεύς καὶ Αὐτοκράτωρ Ῥωμαίων (Αυτοκράτορας των Ρωμαίων)Ο τίτλος αυτός εμφανίζεται από τον 4ο αιώνα και διατηρήθηκε μέχρι το 1453. Στους πρώτους αιώνες, χρησιμοποιούνταν ο λατινικός τύπος Imperator Caesar Augustus, ο οποίος μεταφράστηκε στα ελληνικά ως Αὐτοκράτωρ Καῖσαρ Αὔγουστος. Από τον 7ο αιώνα και μετά, με την επικράτηση της ελληνικής γλώσσας στη διοίκηση, ο τίτλος Βασιλεύς επικράτησε, ενώ προστίθεται η θρησκευτική επικύρωση της εξουσίας:
Η πλήρης διατύπωση περιλάμβανε μερικές φορές και τη δυναστική καταγωγή ή ειδικές τιμές, όπως φαίνεται στα χρυσόβουλλα, τα οποία ήταν επίσημα έγγραφα με χρυσή σφραγίδα. Τα χρυσόβουλλα συνήθως περιλάμβαναν:
Επικεφαλίδα με θρησκευτική επίκληση (π.χ. † Ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος). Το κύριο σώμα του εγγράφου. Την υπογραφή και τον τίτλο του αυτοκράτορα με ειδική γραφή ή κόκκινο μελάνι. Παραδείγματα:
Αυτά τα παραδείγματα αποδεικνύουν ότι η αυτοκρατορική αυτοαντίληψη ήταν αυστηρά ρωμαϊκή μέχρι το τέλος.
Ωστόσο, το 800 μ.Χ., ο Καρλομάγνος στέφθηκε Αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον πάπα Λέοντα Γ’, παρά το γεγονός ότι η πολιτική και πολιτισμική του βάση δεν είχε καμία άμεση συνέχεια με τη ρωμαϊκή ή την ανατολική αυτοκρατορική παράδοση. Τα γερμανικά φύλα που συγκροτούσαν το βασίλειό του δεν δημιούργησαν πολιτισμό συγκρίσιμο με την κλασική ή βυζαντινή παράδοση, αλλά μέσω στρατιωτικών εκστρατειών και των σταυροφοριών προσπάθησαν να επηρεάσουν, ή ακόμη και να υπερισχύσουν, την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Μετά τη στέψη του Καρλομάγνος από τον πάπα ως «Αυτοκράτορα Ρωμαίων», οι δυτικοί ιστορικοί θεώρησαν ότι η νόμιμη ρωμαϊκή κληρονομιά είχε μεταφερθεί στη Δύση. Ως αποτέλεσμα, οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης στην δυτική ορολογία ονομάζονταν:
Imperator Graecorum (Αυτοκράτορας των Ελλήνων) Rex Graecorum (Βασιλιάς των Ελλήνων) Imperator Constantinopolitanus (Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης)
Η αντίληψη αυτή υποβάθμιζε τη ρωμαϊκή ιδιότητα των Βυζαντινών στην δυτική σκέψη.
Η ελληνική ιστοριογραφία, και ειδικά η Αρβελέρ, αναγνωρίζει τη στρατηγική και πολιτική σημασία του γεγονότος, αλλά δεν το τοποθετεί ως κεντρικό αφήγημα. Αντιθέτως, προκρίνει την ιστορική ακρίβεια και την κατανόηση της συνέχειας των βυζαντινών θεσμών, αναδεικνύοντας ότι η Δύση αμφισβήτησε έναν ήδη υπάρχοντα θεσμό, αντί να δημιουργήσει έναν νέο.
Η ιστορία της ονομασίας και της αντίληψης των τίτλων βρίσκει αντίστοιχη κριτική στη φράση του Βολταίρου για την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού έθνους: «Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους δεν ήταν ούτε Αγία, ούτε Ρωμαϊκή, ούτε Αυτοκρατορία». Όπως ο Βολταίρος υπενθυμίζει, οι τίτλοι μπορεί να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ενώ η ιστοριογραφία συχνά τους υπερτονίζει ή αγνοεί. Το ίδιο συνέβη με την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που υποβιβάστηκε σε «Βυζάντιο» στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία, παρακάμπτοντας την ιστορική συνέχεια και τον πολιτισμικό της πλούτο.
Η αλλαγή ονομασίας δεν είναι θεωρητική λεπτομέρεια: έχει συνέπειες για την εθνική ταυτότητα, την εκπαίδευση και τη δημόσια μνήμη. Οι Έλληνες και ξένοι ιστορικοί που εργάστηκαν στο εξωτερικό, από τον Ζακυνθινό και τον Ράνσιμαν μέχρι την Αρβελέρ, όταν αναπαρήγαγαν τη δυτική βιβλιογραφική παράδοση αντί να τονίζουν τον όρο «Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία», συνέβαλαν στη θεμελίωση της παρανόησης, η οποία συνεχίζει να επηρεάζει το κοινό και την ιστοριογραφία.
Το παράδοξο είναι ότι η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, μια δυναμική αυτοκρατορία που αντιμετώπισε βάρβαρους, Πέρσες, Σλάβους, Άραβες, Νορμανδούς, Λατίνους και Οθωμανούς, έγινε στα μάτια της δυτικής επιστήμης ένα «Βυζάντιο», με αποτέλεσμα η πολιτική, νομική και πολιτισμική συνέχεια της Ρωμανίας να ξεχνιέται. Ταυτόχρονα, η δημόσια χρήση των φράσεων διανοουμένων, όπως της Αρβελέρ, συχνά απομονώνεται και γίνεται εργαλείο πολιτικής ή εθνικιστικής ανάγνωσης, χωρίς να είναι αυτή η πρόθεση των ομιλητών.
Η σύγχυση που επικρατεί σήμερα — μεταξύ Βυζαντίου, Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ιστορικής πρωτεύουσας και δημόσιου λόγου — προέρχεται από την ιστοριογραφική μετατόπιση και τη δημόσια χρήση συμβολικών φράσεων, και αποκαλύπτει πώς η ιστορία, ακόμη και όταν λέγεται από σοβαρούς διανοούμενους, μπορεί να γίνει εργαλείο στην πολιτική, στη μνήμη και στην εθνική αφήγηση, χωρίς να το επιδιώκει ο ομιλητής.
Οι Έλληνες ιστορικοί που έδρασαν στο εξωτερικό, όπως η Ελένη Γλύκατζη‑Αρβελέρ και σε μικρότερο βαθμό ο Διονύσιος Ζακυθηνός, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ανάγκη να προσαρμόσουν τη μελέτη τους στο διεθνές επιστημονικό πλαίσιο. Η χρήση του όρου «Βυζάντιο» γινόταν κυρίως για διεθνή αναγνωρισιμότητα και συντομία, αλλά δεν σήμαινε εγκατάλειψη της ιστορικής αλήθειας. Αντίθετα, η ανάλυση της Αρβελέρ διατήρησε πλήρως την έννοια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με έμφαση στην πολιτισμική, πολιτική και ιδεολογική συνοχή της. Ο όρος λειτούργησε ως εργαλείο ανάλυσης, χωρίς να υποβαθμίζει την πραγματική ιστορική συνέχεια.
Αντιθέτως, άλλοι Έλληνες ιστορικοί, όπως η Αντωνιάδη-Μπιμπίκου (τα αρχεία της είναι στο Ίδρυμα Λασκαρίδη) και ο Lasithiotakis, ακολούθησαν κυρίως τη δυτική βιβλιογραφική παράδοση, χωρίς να επιχειρούν σημαντική πρωτογενή έρευνα ή θεωρητική ανασύνθεση. Η διαφορά τους από την Γλυκατζη και τον Ζακυθηνό είναι εμφανής στην έμφαση που δίνουν στην ανάλυση πηγών και στην πολιτισμική διάσταση του κράτους.
Υιοθέτησαν τον όρο «Βυζάντιο» για λόγους διεθνούς αναγνωρισιμότητας, επικοινωνίας και ένταξης στη δυτική βιβλιογραφία. Διατήρησαν την αναγνώριση της ρωμαϊκής και ελληνικής ταυτότητας της αυτοκρατορίας, αποφεύγοντας τη δυτική υποβάθμιση. Ανέδειξαν τη συνέχεια της αυτοκρατορίας ως θεσμική, πολιτική και πολιτισμική, παρά την προσπάθεια της Δύσης να «αποσπάσει» τον τίτλο με την στέψη του Καρλομάγνου. Εφάρμοσαν κριτική, διεπιστημονική μέθοδο, αντλώντας μεθόδους από τη δυτική παράδοση και ειδικά του Ράνσιμαν αλλά υπερβαίνοντας την, μέσω πρωτογενών πηγών και ενσωμάτωσης ιδεολογικής ανάλυσης. Προέκριναν την ιστορική αλήθεια έναντι της εθνικιστικής μυθοποίησης, όπως φαίνεται στην κριτική στάση απέναντι στην «απελευθέρωση» της Κωνσταντινούπολης.
Ο Στίβεν Ράνσιμαν, με την έρευνά του για την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τις σταυροφορίες, επανέφερε την αυτοκρατορία στη σωστή ιστορική της θέση. Τόνισε ότι η αυτοκρατορία διατήρησε τη ρωμαϊκή θεσμική συνέχεια, την αυτοκρατορική εξουσία και τον πολιτισμικό της χαρακτήρα, αποφεύγοντας τις δυτικές υπεραπλουστεύσεις που παρουσίαζαν τους κατοίκους της Ανατολής ως «διαφορετικούς» από τους Ρωμαίους. Χρησιμοποιώντας πρωτογενείς πηγές όπως χρυσόβουλα, χρονικά και διπλωματικά έγγραφα, ανέδειξε ότι οι κάτοικοι της Ρωμανίας αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι (Ῥωμαῖοι), ενώ η ελληνική γλώσσα και η ορθόδοξη θρησκεία αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της πολιτισμικής τους ταυτότητας.Η προσέγγιση του Ράνσιμαν έθεσε έτσι τα θεμέλια για μια επιστημονικά τεκμηριωμένη κατανόηση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, διαχωρίζοντας την ιστορική αλήθεια από τις δυτικές παρανοήσεις που είχαν δημιουργηθεί με τον όρο «Βυζάντιο».
Η σημασία αυτής της θεώρησης γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν εξετάζουμε τη νεότερη βυζαντινολογική έρευνα, όπου η Γλύκατζη διατηρεί τη σαφή διάκριση ανάμεσα στην Ανατολική Ρώμη και την επινοημένη έννοια του «Βυζαντίου». Η Αντωνιάδη-Μπιμπίκου, από την πλευρά της, προσεγγίζει την ιστορία της Ανατολής μέσα από τη διασταύρωση των βυζαντινών και νεοελληνικών σπουδών, δίνοντας έμφαση στην πολιτισμική συνέχεια και στις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις της αυτοκρατορίας. Και οι δύο επιστήμονες αναγνωρίζουν ότι η ορολογία και η αφήγηση έχουν δύναμη: όχι μόνο να περιγράψουν την ιστορία, αλλά και να διαμορφώσουν την αντίληψή μας για την ταυτότητα και την κληρονομιά ενός λαού και ενός πολιτισμού.
Η ιστορική και επιστημονική πρόκληση που αναδεικνύεται μέσα από τη συζήτηση για τον όρο «Βυζάντιο» καθιστά σαφές ότι η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν είναι απλώς ένα παρελθόν για μελέτη, αλλά ένα ζωντανό αντικείμενο επιστημονικής έρευνας και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας. Η έμφαση στη συνέχεια της Κωνσταντινούπολης ως πρωτεύουσας και στο ρόλο της στο ελληνικό και ανατολικό πλαίσιο επιτρέπει στους μελετητές να επαναπροσδιορίσουν την αφήγηση της ιστορίας πέρα από τις δυτικές επινοήσεις και να αναδείξουν τη διαχρονική σημασία ενός πολιτισμού που υπήρξε φορέας της Ρωμαϊκής κληρονομιάς και της ελληνικής ταυτότητας.
Σε αυτήν την προοπτική, η Γλύκατζη και η Αντωνιάδη-Μπιμπίκου δεν περιορίζονται στην καταγραφή γεγονότων ή στην ανάλυση πηγών· προχωρούν σε μια κριτική επανερμηνεία της ιστοριογραφίας, αναδεικνύοντας τη σχέση μεταξύ λέξεων και εξουσίας, τίτλων και νομιμοποίησης, αφήγησης και πολιτισμικής μνήμης. Το ζήτημα του «Βυζαντίου» είναι συνεπώς κάτι περισσότερο από ορολογικό· είναι ζήτημα ιστορικής δικαιοσύνης, επιστημονικής ακρίβειας και αναγνώρισης της πολιτισμικής συνέχειας, που φωτίζει τη σύγχρονη βυζαντινολογική έρευνα και τη σημασία της για την κατανόηση της Ελλάδας και της Ανατολής στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.