
Με άρθρο του στα ΝΕΑ, ο Ευάγγελος Βενιζέλος κατηγορεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη για πολιτικά ανιστόρητη στάση και θεσμική επιπολαιότητα σε μια περίοδο αυξημένων προκλήσεων για τη χώρα.
Το άρθρο επισημαίνει σοβαρές αντιφάσεις και κινδύνους για τη δημοκρατική ομαλότητα.
Το άρθρο
Η πολιτική αμηχανία στην οποία έχει περιέλθει ο Πρωθυπουργός φοβούμαι ότι τον οδηγεί σε πολιτική επιχειρηματολογία επιδεικτικά ανιστόρητη, σε θεσμικά ατοπήματα και σε περαιτέρω ευτελισμό του Συντάγματος και της διαδικασίας αναθεώρησής του.
Η επιδεικτικά ανιστόρητη επιχειρηματολογία του αφορά το περιβόητο ζήτημα του ρουσφετιού μέσω των βουλευτών και της συγκρότησης πελατειακών δικτύων. Η θέση του κ. Μητσοτάκη είναι: «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω» κατά των βουλευτών της ΝΔ, η άρση της ασυλίας των οποίων ζητείται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. «Αναμάρτητος» δεν είναι κατά τον κ. Μητσοτάκη ούτε ο βουλευτής της αντιπολίτευσης που ασκεί κριτική ούτε ο πολίτης που παρακολουθεί και αξιολογεί τα συμβαίνοντα. Αυτή, μας λέει, είναι η πρακτική των διακοσίων ετών λειτουργίας του ελληνικού κράτους, επέτειο που προφανώς θέλει να εορτάσει ως πρωθυπουργός το 2030.
Η οικονομική κρίση ως ιστορική τομή
Διαπιστώνω για μια ακόμη φορά ότι ο επί επτά ήδη χρόνια Πρωθυπουργός θεωρεί ότι ηγείται της κυβέρνησης και πολιτικά της χώρας από το 2019 συνεχίζοντας ό,τι ίσχυε από το 1830 χωρίς να έχει αλλάξει κάτι λόγω της εμπειρίας των δέκα ετών της οικονομικής κρίσης. Αν ο κ. Μητσοτάκης είχε αναλάβει το προσωπικό πολιτικό κόστος να κόψει την περίοδο της οικονομικής κρίσης 60 δισεκατομμύρια από συντάξεις, μισθούς και παροχές με δύο αλλεπάλληλους νόμους για να σωθεί η οικονομία και η δημοκρατία, θα κατανοούσε ίσως καλύτερα και θα σεβόταν το προνόμιο της τύχης που του έλαχε να μπορεί να μοιράσει 60 δισεκατομμύρια λόγω πανδημίας ή ενεργειακής κρίσης. Θεωρεί όμως ότι το 2019 ανέλαβε να κυβερνήσει μια χώρα που μπορούσε να συνεχίσει τις πρακτικές και τις συνήθειες της όπως αυτές υπήρχαν πριν την κρίση και την εμπειρία των μνημονίων.
Φοβούμαι ότι αυτή η αντίληψη του βρίσκεται στον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο διαχειρίστηκε μια μεγάλη πια περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας μπορούσαν (λόγω της δραματικής υποχώρησης της περιόδου της κρίσης και των μεγάλων χρηματοδοτικών δυνατοτήτων) και έπρεπε (κοινωνικά πρωτίστως) να γίνουν πάρα πολλά για την ουσιαστική αποκατάσταση της κανονικότητας και της ανταγωνιστικότητας της χώρας, την άρση αδικιών και τον περιορισμό ανισοτήτων, τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, την ενίσχυση του κύρους των θεσμών και την αποτελεσματική λειτουργία του κράτους. Αντί για αυτά έγιναν, στα πιο κρίσιμα πεδία, τα ακριβώς αντίθετα σαν να πηγαίνουμε από το 2009 προς τα πίσω και όχι από το 2019 προς τα εμπρός. Και τώρα έχουμε βρεθεί σε κατάσταση εσωτερικής αποσύνθεσης υπό συνθήκες επικίνδυνης διεθνούς ρευστότητας.
Η πρόταση του κ. Μητσοτάκη για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής είναι να επιβεβαιωθεί, το 2027 υποτίθεται, η εντολή να συνεχίσει το έργο του αυτός που κυβερνά και αποφασίζει μόνος και έχει την πλήρη ατομική ευθύνη για αυτά. Η δε ιστορική ευθύνη είναι πολύ πιο σημαντική και από την πολιτική και από τη νομική ευθύνη.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία
Θεσμικά η προσέγγισή του είναι ακόμη πιο προβληματική. Απευθύνεται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αυτός ως Πρωθυπουργός – συνήγορος των κατηγορούμενων βουλευτών του ζητώντας μετά την άρση όλων των βουλευτικών ασυλιών, να ασκηθούν το ταχύτερο διώξεις για όσους υπάρχουν στοιχεία ώστε να υπάρξει διαχωρισμός των υπολοίπων. Είναι όμως προφανές από τα δημοσιευθέντα στα μέσα ενημέρωσης διαβιβαστικά έγγραφα και στοιχεία της δικογραφίας, ότι ποινικές διώξεις θα ασκηθούν πολλές και θα καταστήσουν και επισήμως τη δεδηλωμένη πλειοψηφία του στη Βουλή, δεδηλωμένη πλειοψηφία κατηγορουμένων. Οι κατηγορούμενοι έχουν βεβαίως όλα τα συναφή δικαιώματα και περιβάλλονται από το τεκμήριο αθωότητας που ο ίδιος ο Πρωθυπουργός αμφισβήτησε σήμερα πολιτικά θεωρώντας κρίσιμο γεγονός την άσκηση ποινικής δίωξης και όχι την αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση.
Δείχνει συνεπώς βαθιά ενοχλημένος από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τη διαβίβαση των δικογραφιών και απαιτεί από αυτήν να κινηθεί ταχύτατα μη αντιλαμβανόμενος ότι είμαστε ακόμη στα στοιχεία του 2021 και ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα χειριστεί την υπόθεση ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης σε όλα τα στάδια.
Πώς θα εφαρμοστεί τώρα το άρθρο 86;
Υπάρχουν όμως και οι κατηγορούμενοι υπουργοί για τους οποίους η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποδέχθηκε (ερμηνεύοντας έτσι το άρθρο 29 του Κανονισμού που τη διέπει) την αρμοδιότητα της Βουλής κατά το άρθρο 86. Είδαμε πώς χειρίστηκε η ΝΔ στη Βουλή, με απόφαση και εντολή του ίδιου του κ. Μητσοτάκη, τις δικογραφίες για τον κ. Αυγενάκη και τον κ. Βορίδη (κάθε περίπτωση είναι βεβαίως χωριστή). Θα δούμε πώς θα χειριστεί και τώρα το άρθρο 86, την αναθεώρηση του οποίου έχει ήδη εξαγγείλει! Για αυτό επαναλαμβάνω ότι η εφαρμογή του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του, αν αυτή θέλει να είναι αξιόπιστη ως πρόθεση και ως διαδικασία.
Η αναθεώρηση ως κουβάς
Φάνηκε δυστυχώς και από τη νέα πρωθυπουργική δήλωση ότι αντιλαμβάνεται την αναθεώρηση ως ένα κουβά στον οποίο πετά από κοινού επιπόλαιες αναθεωρητικές ιδέες και απόβλητα της συνταγματικής παραβατικότητας.
Τώρα βρέθηκε η συνταγή για την καταπολέμηση των πελατειακών σχέσεων. Βουλευτές που αναλαμβάνουν υπουργικά καθήκοντα θα αναπληρώνονται από τον επιλαχόντα για όσο χρόνο ασκούν κυβερνητικά καθήκοντα. Μετά θα επανέρχονται στη Βουλή και ο αναπληρωτής θα επιστρέφει σπίτι του. Μας είπε λοιπόν ο Κυρ. Μητσοτάκης ότι ο υπουργός που δεν θα είναι προσωρινά βουλευτής αλλά θα μπορεί να επανέλθει ανά πάσα στιγμή στη Βουλή και κυρίως θα θέλει να επανεκλεγεί βουλευτής, δεν θα έχει λόγο να εξυπηρετεί τους εκλογείς του, να εφάπτεται με αυτούς και να συντηρεί τη σχέση του μαζί τους όσο είναι υπουργός, αλλά θα αφήνει το πεδίο αυτό ελεύθερο στον αναπληρωτή του και αντίπαλό του στις επόμενες εκλογές! Προσβάλλει δηλαδή βάναυσα τη νοημοσύνη των πολιτών!
Δεν θα σχολιάσω το γεγονός ότι την τωρινή «θεσμικά καινοτομική» πρότασή του ο κ. Μητσοτάκης την είχε ρητά και κατηγορηματικά απορρίψει ως αντίθετη με τη λογική του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης μόλις στις 22.10.2025 σε συνέντευξη του προς τον δημοσιογράφο Άρη Πορτοσάλτε. Όπως και την πρόταση για εισαγωγή εκλογικού συστήματος μονοεδρικών περιφερειών. Ας δεχθώ ότι σκέφτηκε «ωριμότερα» υπό την πίεση των πολιτικών εξελίξεων και προκειμένου να κατασκευαστεί ένας κάποιος θεσμικού χαρακτήρα αντιπερισπασμός. Η σχέση του με τους θεσμούς είναι δυστυχώς αμιγώς εργαλειακή.
Και πάλι όμως απαιτείται αναθεώρηση του Συντάγματος για να ισχύσει αυτό που είπε και που αντιγράφει το γνωστό γαλλικό μοντέλο που έχει διαμορφώσει τη συμπαθή και ταλαιπωρημένη ομάδα των αναπληρωτών βουλευτών στο πλαίσιο ενός πολιτεύματος ημιπροεδρικού και όχι κοινοβουλευτικού όπως το δικό μας. Ακόμη δε και αν βρεθεί στην επόμενη Βουλή αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών πρόθυμη να υιοθετήσει το υποκριτικό σχήμα της προσωρινής αναπλήρωσης, αυτό μπορεί να ισχύσει για τους βουλευτές της μεθεπόμενης Βουλής, αυτής που αναδεικνύεται μετά την αναθεώρηση, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ (απόφαση Λυκουρέζος κατά Ελλάδας). Στη Γαλλία πάντως η υποχρέωση προσωρινής αναπλήρωσης στη βουλευτική του ιδιότητα, αφορά πρώτον και καλύτερο τον πρωθυπουργό (βλ. και απόφαση του γαλλικού ΣτΕ της 18.10.2024). Τα δε καλύτερα ρουσφέτια είναι τα πολύ μεγάλα που στην Ελλάδα θέλουν προσωπική και συγκεντρωμένη εξουσία αυτού που αποφασίζει, δηλαδή πρωθυπουργικού επιπέδου. Ρουσφέτια, είτε προς άτομα είτε προς κοινωνικές ομάδες γιατί το ανώτερο στάδιο του ρουσφετιού είναι ο λαϊκισμός και οι επιδοματικές πολιτικές και το ανώτερο στάδιο του πελατειακού κράτους είναι το «επιτελικό» κράτος.
Όποιος δεν έχει ιστορική μνήμη, αλλά θεωρεί μείζονα αξία την παράταση της εξουσίας του, αναλαμβάνει τον κίνδυνο να οδηγήσει τη χώρα προς το θεσμικό και πολιτικό αδιέξοδο. Οπότε η ευθύνη μεταφέρεται εκεί που εντέλει και πάντα ανήκει, στους πολίτες. –
* Ευάγγελος Βενιζέλος, πρώην αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ.
ΑΠΟ ΤΑ ΝΕΑ
