
Του Ιωάννη Δαμίγου
Είναι τόσο γαλήνιο και ψυχικά ήρεμο να έχεις όσο γίνεται και είναι μπορετό, ήσυχη συνείδηση το βράδυ πριν κλείσεις τα μάτια σου. Να μην είσαι αναίσθητος, με εκείνη την ζωώδη αναισθησία από την μια και από την άλλη, να μην σε επισκέπτονται απρόσκλητα Ερινύες. Με λάθη, αλίμονο, μα σίγουρα όχι βασικά, όχι εκούσια και βλαπτικά σε άλλον, άλλους.
Να περπατάς στον δύσκολο δρόμο με το κεφάλι ίσιο, όχι ψηλά, μα ούτε σκυφτό. Να βλέπεις άλλους να στρίβουν ένοχα και βιαστικά στην γωνία αποφυγής συνάντησης βλεμμάτων και άλλους να σπεύδουν για να σε χαιρετίσουν με χαμόγελο, γνωρίζοντας εκ των προτέρων το τίμιο συναίσθημα.
Αυτό είναι το ένα κομμάτι, το ένα μέρος, το ελεγχόμενο εν μέρει. Το άλλο όμως είναι και το πιο αναπάντεχα δύσκολο και ταυτόχρονα ψυχοφθόρο. Είναι το αιώνιο και αναπάντητο εκ μέρους των υπαιτίων της ανήκεστης βλάβης, “γιατί”. Το γιατί που παίρνει σχεδόν εφιαλτικές διαστάσεις στο τέλος του ενώ στην αρχή του φάνταζε πρόσκαιρο και επιπόλαια ακίνδυνο,για τους πολλούς, που το δικαιολόγησαν ακόμα και ως αναγκαίο, στρατηγικά σκόπιμο, είπαν.
Αγνοώντας πως το “λίγο” είναι μια ύπουλη μικρή αρχή, που η απλή πρόσθεση του κι άλλο “λίγο” γίνεται συνήθεια του “πολύ”, του αδηφάγου “πολύ”, του πολύ επικίνδυνου. Που σε καταπίνει ολόκληρο και χάνεις την αίσθηση της αλήθειας που υπηρετείς, μετατρέποντάς την σε πλάνη μισής ψελλισμένης αλήθειας, δηλαδή ενός ψεύδους τελικά.
Και αρχίζουν οι στριμωγμένες ερωτήσεις: Πως δεν το πρόσεξαν, ποιοι δεν το είδαν, πόσοι δεν το αντιλήφθηκαν; Και άντε πάλι το γιατί. Ξέρω όμως γιατί επιμένει εμμονικά αυτό το “γιατί”. Επειδή δεν υπάρχει πλέον χρόνος για κάποιους από εμάς. Αν υπολογίσεις άλλα δεκαπέντε χρόνια, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μοιραία σχηματίζεται ένα ειρωνικό μειδίαμα στην άκρη των χειλιών μου.
Δεν φτάσαμε θαρρείς, με το τρένο στον προορισμό μας, ούτε καν σε κάποια απόσταση να το “κόβαμε” με τα πόδια, καθώς είχαμε μετωπική σύγκρουση με τα λάθη και τα πάθη μας. Ο απολογισμός καταμέτρησε πολλές απώλειες στο απότομο και βίαιο τέλος της ανολοκλήρωτης διαδρομής.
“Η Ιθάκη σ’ έδωσε το ωραίο ταξίδι. Χωρίς αυτήν δεν θα ‘βγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια. Κι αν πτωχική την βρείς, η Ιθάκη δεν σε γέλασε, Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.” Η αποκαλυπτική απάντηση του ποιητή στο “γιατί” μου.
