
Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος
Κατά τη γενική εκτίμηση κάποιος πρέπει να διαδεχθεί τον Μητσοτάκη– το συντομότερο μάλιστα.
Να φύγει ο Μητσοτάκης… Και ποιος να έλθει; Να έλθει Ανδρουλάκης; Και γιατί να έλθει ο Ανδρουλάκης; Και ποιος να έλθει; Να έλθει ο Τσίπρας. Και γιατί να έλθει ο Τσίπρας; Και ποιος να έλθει; Γιατί όχι η …Καρυστιανού; Δεν είμαστε σοβαροί…
Δεν είμαστε. Γι’ αυτό οι πολιτικές διεργασίες μοιάζουν πλέον με το παιχνίδι της κολοκυθιάς, που οδηγεί σε εκφυλισμό το πολιτικό σύστημα. Στο οποίο παραμένει ως χαρακτηριστικό γνώρισμα η δραματική αντινομία: ενώ «πρέπει να φύγει» η σημερινή κυβέρνηση, δεν προκύπτει από πουθενά η επόμενη, που θα τη διαδεχθεί… Για πολλούς, μόνο ως καλαμπούρι μπορεί να γίνει συζήτηση ότι κάποιο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης – τα υπάρχοντα και τα υπό κατασκευή- μπορούν να κερδίσουν τις εκλογές και να σχηματίσουν αξιόπιστη κυβέρνηση.
Πόσο μάλλον όταν οι όμορες δυνάμεις στον ευρύτερο «προοδευτικό χώρο», αδυνατούν να συγκλίνουν. Ο λόγος είναι ο ίδιος που τις καθιστά και χωριστά μη κυβερνώσες: απουσία ισχυρής ηγεσίας, με κοινή αποδοχή των κομμάτων του χώρου και ευρύτερη ακτινοβολία στην κοινωνία.
Για τους ίδιους, το βεληνεκές Ανδρουλάκη, Τσίπρα, Φάμελλου, ή οποιουδήποτε άλλου, παρα τις διακυμάνσεις , είναι δραστικά περιορισμένο- και για τις σημερινές διεθνείς συνθήκες δραματικά ανεπαρκές. Πέραν των άλλων, το πολιτικό προσωπικό που τους δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυξημένες ανάγκες της διακυβέρνησης.
Ωστόσο, κατά τη γενική εκτίμηση κάποιος πρέπει να διαδεχθεί τον Μητσοτάκη- το συντομότερο μάλιστα. Από τα συμφραζόμενα της συγκυρίας προκύπτει ότι η αναμονή ως τις εκλογές του 2027, όπως τις ορίζει ο ίδιος, είναι ίσως πολυτέλεια.
Αυτό δημιουργεί όρους εν δυνάμει πολιτικής κρίσης στη χώρα, καθώς η σημερινή κυβέρνηση για πρώτη φορά βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάντασμα απώλειας της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Όλα κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι για τον Κυριάκο Μητσοτάκη προσωπικά, οι χειρισμοί γίνονται όλο και πιο δυσχερείς, καθώς θα συνεχιστεί το φαινόμενο να «χάνει χαλιά κάτω από τα πόδια του». Πλέον ο «επαγγελματισμός» που τον διέκρινε υποχωρεί και οδηγείται σε ενέργειες – όπως το περίφημο «ασυμβίβαστο» -που τον φέρνουν αντιμέτωπο με ισχυρές εσωκομματικές συσπειρώσεις. Όπως οι «11 βουλευτές του ΟΠΕΚΕΠΕ», που στρέφονται εναντίον του.
Κατά τις πληροφορίες, από την Ευρωπαϊκή Ευαγγελία έρχονται νέες δικογραφίες- με πιο βαριά κυβερνητικά ονόματα. Ήδη κυκλοφορούν σαν φαντάσματα πάνω από το κυβερνητικό στρατόπεδο και κάνουν όλο και πιο δύσκολη τη θέση του Πρωθυπουργού.
Για να δείξει ότι συντάσσεται με την Ευρωπαϊκή Ένωση επέμενε και εξασφάλισε την άφιξη του Μανουέλ Μακρόν στην Αθήνα. Και στο θέμα των αγροτικών κινητοποιήσεων επιδιώκει την εύνοια των Βρυξελλών, διορίζοντας αρμόδιο υπουργό έναν πρώην επίτροπο- έστω χωρίς μεγάλο πολιτικό εκτόπισμα..
Τη ίδια στιγμή όμως αδυνατεί να αφοπλίσει όσους υπουργούς και βουλευτές του τον εκθέτουν βάλλοντας κατά της Κοβέσι, με ρητορική που αμφισβητεί την ευρωπαϊκή ταυτότητα της χώρας. Χωρίς καν συναίσθηση της βλάβης που προκαλούν στη χώρα και στον… ίδιο. Ενώ ο Ορμπάν τέλειωσε, ο Ορμπανισμός στη ΝΔ τωρα αρχίζει.
Εκ παράλληλου εξελίσσεται η υλοποίηση της δικαστικής απόφασης, για τις εκ νέου ανακρίσεις στο σκάνδαλο των υποκλοπών. Η επανάληψη της μετάθεσης των ποινικών αξιολογήσεων στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου – ώστε να μην ασκηθούν διώξεις- συνιστά νέα ομολογία διατεταγμένης συμπεριφοράς φορέων του κράτους Δικαίου.
Επίσης, υπάρχουν τα Τέμπη. Με δυο πρώην υπουργούς του στην κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για το Ειδικό Δικαστήριο. Και ότι άλλο προκύψει από την έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας , για τη διαχείριση των συμβάσεων που αποσκοπούσαν στον εκσυγχρονισμό του ελληνικού σιδηροδρόμου, που δεν έγινε ποτέ.
Αυτά αρκούν για να πυκνώσει το αδιέξοδο. Στο οποίο του προκύπτει ως προσωπική υποχρέωση να κλείσει και το «θεμα Λαζαρίδη»- που ενδεχομένως είχε παραπλανήσει και τον ίδιο, με το θέμα των τίτλων σπουδών του, όταν τον προσέλαβε στο γραφείο του.
Η απάντηση ως διέξοδος, ήλθε τεκμηριωμένη συνταγματικά, από τον καθηγητή Γιώργο Σωτηρέλη, με άρθρο του στα ΝΕΑ. Η νομική και ταυτόχρονα πολιτική αξία του, βρίσκεται στη διάκριση: παραίτηση του Πρωθυπουργού, δεν σημαίνει απαραιτήτως αλλαγή κυβέρνησης. Εφόσον η ΝΔ διατηρεί την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της, μπορεί να τον αντικαταστήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη με άλλο πρόσωπο και να ολοκληρωθεί η διακυβέρνησή της, ως τη λήξη της θητείας της τρέχουσας Βουλής. Εκτός αν προτιμήσει να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές
Καθώς το δεύτερο δεν είναι σοφό, από την άποψη της ρευστότητας στη διεθνή κατάσταση, η εξάντληση της τετραετία από τη ΝΔ με άλλον Πρωθυπουργό, αναδεικνύεται ως μόνη υγιής εξέλιξη, που διασφαλίζει την πολιτική ομαλότητα.
Εκτός από τα παραδείγματα σε χώρες με παρεμφερή πολιτικά συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο, υπάρχει και ελληνικό προηγούμενο:
-Το 2011 ο Γ. Παπανδρέου, οδηγήθηκε – για λόγους που δεν αφορούσαν σκάνδαλα-, σε παραίτηση και το ΠΑΣΟΚ που είχε την πλειοψηφία στη Βουλή, πήρε τις αποφάσεις του-προτιμώντας να οδηγήσει σε κυβέρνηση συνεργασίας, με εξωκοινοβουλευτικό Πρωθυπουργό.
Ότι δεν έκανε δεκτή την πονηρία του Παπανδρέου μετά την παραίτηση, να παραμένει πρωθυπουργός με… άλλο όνομα, είναι επίσης ένα χρήσιμο προηγούμενο.
Όλα αυτά δείχνουν ότι η ΝΔ, που κέρδισε σαρωτικά τις προηγούμενες εκλογές- και κατά τις ενδείξεις θα κερδίσει και τις επόμενες, παρ ότι μακριά από την αυτοδυναμία- βρίσκεται μπροστά στην υποχρέωση να αναλάβει ως πρώτο κόμμα τις ευθύνες της -με αλλαγές στο μέγαρο Μαξίμου.
Σύμφωνα με πολιτικούς παρατηρητές, εφόσον γίνει συντεταγμένα – και πόσο μάλλον με πρωτοβουλία του φορέα της λαϊκής εντολής- και η πλειοψηφία της Βουλής οδηγήσει στη θέση του όποιον κρίνει κατάλληλο, θα εκτονωθεί σχετικά η κατάσταση.
Ταυτόχρονα καθώς θα υπάρχει νέα κυβέρνηση με νέο Πρωθυπουργό και νέα εμπιστοσύνη της Βουλής- ίσως διευρυμένη- θα αναχαιτισθούν και οι επιθέσεις της αντιπολίτευσης-που θα πρέπει να αναθεωρήσει την τακτική της.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για απλή εφαρμογή του Συντάγματος. Ούτως ή άλλως, όσο παραμένει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην κορυφή της Εκτελεστικής Εξουσίας, περιστοιχιζόμενος από πρόσωπα σαν τον Γεωργιάδη, τον Πλεύρη, τον Σκέρτσο – συν το στενό προσωπικό και οικογενειακό επιτελείο του- μόνο βλάβη μπορεί να προκύψει για όλους. Ειδικά με δυο πρώην πρωθυπουργούς και αρχηγούς της ΝΔ απέναντι του.
Υπάρχουν πληροφορίες ότι ο ίδιος θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο και τα συμφραζόμενα της «αξιοπρεπούς και εθελουσίας» εξόδου του. Με επιχειρηματολογία που «δεν θα τον μειώνει» και με τον υπολογισμό ότι μια νέα κυβέρνηση της ΝΔ, δεν θα πράξει οτιδήποτε εναντίον του, για οποιαδήποτε επιλογή της θητείας του. Ειδικά αν ο ίδιος έχει ως… εγγύηση ότι, στην επόμενη Βουλή θα υπάρχει ισχυρή ομάδα βουλευτών αφοσιωμένων στον ίδιο. Κομματικοί παράγοντες με πλήρη γνώση των πραγμάτων σημειώνουν ότι οργανώνει ήδη τις κινήσεις που θα τον διασφαλίσουν. Συν τη – συζητούμενη από κάποιους- διαρχία: να παραδώσει την πρωθυπουργία, αλλά να παραμείνει πρόεδρος του κόμματος.
Εφόσον συμβάλει σε τρίτη κυβερνητική θητεία της ΝΔ, έστω χωρίς τον ίδιο Πρωθυπουργό, θα του πιστωθεί παραταξιακά. Και καθώς μετά από εκλογές σχεδόν όλα αρχίζουν από μηδενική βάση, κάθε ενδεχόμενο για τη συνέχεια θα μένει ανοιχτό…
Δεν τον πήραν άλλωστε και τα χρόνια. Εκτός από το προηγούμενο του Κ. Σημίτη, υπάρχει και το προηγούμενο του Ανδρέα Παπανδρέου.
ΑΠΟ ΤΟ IEIDISEIS.GR

