Τα σκυλιά του πολέμου

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Υπάρχει κάτι σχεδόν κωμικό, αν δεν ήταν τόσο τραγικό, στο θέαμα που παρακολουθούμε κάθε φορά που εμφανίζεται έστω και η παραμικρή πιθανότητα ειρήνης σε μια πολεμική σύγκρουση. Ξαφνικά, ξεφυτρώνουν από παντού οι επαγγελματίες αναλυτές, οι στρατηγικοί σχολιαστές των τηλεοπτικών παραθύρων, οι ειδικοί των think tanks, οι γεωπολιτικοί προφήτες της συμφοράς και οι μόνιμοι θαμώνες των κοινωνικών δικτύων, για να μας εξηγήσουν ότι η ειρήνη είναι λάθος, ότι η συμφωνία είναι κακή, ότι κάποιος ηττήθηκε, ότι κάποιος εξαπατήθηκε, ότι κάποιος «την πάτησε».

Στην προκειμένη περίπτωση, ακούω και πάλι «ειδικούς»  να αντιμετωπίζουν μια πιθανή αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή όχι ως ευκαιρία να σταματήσει η αιματοχυσία, αλλά σαν ποδοσφαιρικό αγώνα στον οποίο πρέπει να ανακηρυχθεί νικητής. Αντί να αναρωτιούνται πόσες ζωές μπορούν να σωθούν, συζητούν αν ο Τραμπ κέρδισε πόντους, αν οι Ιρανοί υποχώρησαν αρκετά ή αν το Ισραήλ πέτυχε τους στόχους του.

Οι νεκροί λογίζονται ως αριθμοί. Τα παιδιά κάτω από τα ερείπια ως παράπλευρες απώλειες. Οι ξεριζωμένες οικογένειες, οι κατεστραμμένες πόλεις και οι διαλυμένες οικονομίες σαν ασήμαντες λεπτομέρειες στο σκηνικό της μεγάλης γεωπολιτικής παράστασης.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι η σχεδόν υστερική ένταση με την οποία ορισμένοι επιτίθενται σε κάθε πιθανότητα συμβιβασμού. Δεν αρκούνται να πουν ότι η συμφωνία έχει αδυναμίες. Φέρονται σαν να αποτελεί προσωπική τους ήττα το ενδεχόμενο να σταματήσουν οι βόμβες.

Και τότε εύλογα γεννάται το ερώτημα: γιατί;

Τόση βιασύνη να συνεχιστεί το μακελειό; Τέτοια κατήφεια μόλις φανεί στον ορίζοντα μια συμφωνία; Αυτή η σχεδόν ερωτική προσήλωση στην κλιμάκωση ποια συμφέροντα υπηρετεί;

Οι απαντήσεις δεν είναι πάντα απλές, ούτε απαιτούν θεωρίες συνωμοσίας. Γύρω από κάθε πόλεμο ανθίζει μια ολόκληρη βιομηχανία συμφερόντων. Κυβερνήσεις κερδίζουν πολιτικό χρόνο, ηγέτες συσπειρώνουν κοινωνίες μέσω του φόβου, οι οπλοβιομηχανίες γεμίζουν παραγγελίες, οι ενεργειακοί κολοσσοί εκμεταλλεύονται την αναταραχή και στρατιές αναλυτών, ιδρυμάτων και λόμπι συντηρούν την επιρροή τους καλλιεργώντας την αίσθηση ότι η ειρήνη είναι συνήθως πρόωρη και ο πόλεμος πάντοτε αναγκαίος.

Ο πόλεμος, όσο κυνικό κι αν ακούγεται, είναι μια τεράστια επιχείρηση. Οι πύραυλοι δεν εκτοξεύονται μόνο στα πεδία των μαχών αλλά και στους ισολογισμούς των κατασκευαστών τους. Οι βόμβες έχουν προμηθευτές, οι καταστροφές γεννούν συμβόλαια και η ανθρώπινη τραγωδία μετατρέπεται σε οικονομική ευκαιρία για όσους ξέρουν να κερδίζουν από το αίμα των άλλων.

Αυτό βέβαια, δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι ασκούν κριτική σε μια ειρηνευτική συμφωνία είναι κακόβουλοι ή ότι ενεργούν κατ’ εντολή κάποιου σκοτεινού κέντρου. Μια συμφωνία μπορεί πράγματι να είναι ελλιπής, προβληματική ή άδικη. Η κριτική είναι αναγκαία. Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην κριτική που επιδιώκει μια καλύτερη ειρήνη και στην πολεμοχαρή ρητορική που αντιμετωπίζει την ειρήνη ως πρόβλημα.

Διότι στο τέλος της ημέρας η εναλλακτική της ατελούς ειρήνης δεν είναι η τέλεια δικαιοσύνη. Συνήθως, είναι η συνέχιση του πολέμου.

Ο πόλεμος απέχει πολύ από τη χειρουργική ακρίβεια που περιγράφουν οι «ειδικοί» στα τηλεοπτικά πάνελ. Είναι αίμα, τρόμος, κατεστραμμένες ζωές, ερείπια και προσφυγιά. Και αφήνει πίσω του ως κληρονομιά το μίσος, το δηλητήριο που αργά ή γρήγορα θα γεννήσει τον επόμενο πόλεμο.

Υπάρχει μια αλήθεια που οι επαγγελματίες της σύγκρουσης αποφεύγουν να ομολογήσουν.  Οι πόλεμοι σπάνια τελειώνουν όταν αποδίδεται πλήρης δικαιοσύνη. Σταματούν  όταν οι αντίπαλοι κουραστούν να μετρούν νεκρούς, όταν οι αυταπάτες της ολοκληρωτικής νίκης συντριβούν  στο πεδία των μαχών. Τότε αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις και  ανοίγει διστακτικά ο δρόμος της ειρήνης. Και τότε ακριβώς βγαίνουν από τα λαγούμια τους «τα σκυλιά του πολέμου».

Σπάνια βρίσκονται στις γραμμές των μαχών. Συνήθως,  κάθονται σε πολυτελή γραφεία. Φοράνε κοστούμια. Κρατούν μικρόφωνα. Γράφουν αναλύσεις. Μοιράζουν πιστοποιητικά πατριωτισμού και στρατηγικής σοφίας. Και κάθε φορά που ακούγεται η λέξη «ειρήνη», αντιδρούν σαν να πατάς τον κάλο τους…

Κηρύσσουν την ανάγκη για περισσότερη «αποφασιστικότητα», απαιτούν νέες θυσίες και λογαριάζουν γεωπολιτικά κέρδη, ενώ στα πεδία οι αριθμοί γράφονται πάνω σε σταυρούς και πάγκους νεκροτομείων.

Μια απλή δημοσιογραφική εξήγηση είναι ότι η ειρήνη είναι βαρετή. Δεν παράγει πρωτοσέλιδα μήτε και δημιουργεί τηλεθέαση. Ούτε και ανεβάζει δείκτες ακροαματικότητας.

Ο πόλεμος, αντίθετα, είναι επικερδής. Για πολλούς…

Γι’ αυτό και κάθε φορά που ακούγεται κάποιος να απορρίπτει συλλήβδην μια πιθανή συμφωνία χωρίς να εξηγεί ποια ακριβώς είναι η εναλλακτική του, πρέπει να γίνεται μια απλή ερώτηση:

Αν όχι ειρήνη, τότε τι; Πόσοι ακόμη νεκροί; Πόσες ακόμη πόλεις κατεστραμμένες; Πόσα ακόμη παιδιά χαμένα; Μέχρι πότε; Και προς όφελος ποιων;

Και  όταν οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα αποφεύγονται, τότε πίσω από τις μεγάλες λέξεις, τις σημαίες και τις βαρύγδουπες αναλύσεις, συχνά ακούγεται ο ίδιος γνωστός ήχος. Είναι το  αλύχτισμα των σκυλιών του πολέμου…