
Του Βασίλη Κόκκα
Στά μικράτα μας πιστεύαμε στό άσπρο καί στό μαύρο στήν πολιτική. Στήν αλλαγή καί τήν ανατροπή!Είμασταν πάντα contra,ακόμα καί όταν τό tempo οδηγούσε στόν παράδεισο… Είμασταν ή συνείδηση μας καί μόνο.Μέ πνεύμα ανυπότακτο πού δέν εννοούσε νά αποδεχθεί ούτε τήν ήττα, ούτε τήν υποχώρηση.
Αυτές οί μέρες όμως πάει πέρασαν καί δέ μάς θέλουν πιά,δέν μάς ξέρουν κι αποτραβούν
τό χέρι τους από τό δικό μας κι όλο μακραίνουνε καί προχωράνε χωρίς εμάς…
Εκείνη ή εποχή ή δική μας,αυτή πού ποτίσαμε μέ τήν έντονη παρουσία μας,αρχίζει νά γίνεται ξένη. Κάποτε μάλιστα καί εχθρική.
Νικηθήκαμε από τή διάψευση.Ήμασταν θάλασσα καί γίναμε σάπια βροχή…
Τίς λέξεις δέν τίς κατοικούν πιά οί ελπίδες καί τά όνειρα μας.Αδειανά φωνήεντα ακούγονται γύρω μας,καμιά ανάσα μήτε χειρονομία.Δέ φαίνεται νά’χει τέλος αυτή ή ομίχλη,δέν έχει λευκή σημαία αυτή ή ήττα….
Εμείς,χαμένες σημασίες. Απογυμνωνόμαστε μέρα μέ τή μέρα από περιστατικά καί μνήμες.
Άν καί αρκετοί εναπομείναντες έχουμε τήν ίδια ουλή ανάμεσα στά φρύδια,δηλαδή τήν ίδια ανυποχώρητη ρυτίδα,τήν ίδια αγωνία,τήν ίδια περίσκεψη,τόν ίδιο προβληματισμό.Δέν μπορούμε όμως νά επιστρέψουμε πουθενά! Πού; Σέ φθαρμένες ιδεολογίες; Σέ κόμματα ζόμπι; Ή μήπως σέ παλιούς συντρόφους καί συναγωνιστές πού μαζί κάποτε ξεκινήσαμε ν’αλλάξουμε τόν κόσμο καί τώρα μάς προκαλούν πλήξη ακόμα καί μ’ένα τυχαίο συναπάντημα τους;
Άν καί ή αλήθεια είναι ότι ούκ ολίγοι αποδείχθηκε ότι ξέρανε τελικά πώς νά επιζήσουν κι άς μήν έχει αντισήκωμα ή ντροπή τους….Δέ μπλέχτηκαν σέ οράματα καί χαμένες υποθέσεις….Ήξεραν νά φυλάγονται περίκομψα .Πότε χαζοχαρούμενα καί πότε χαζολυπημένα. Όχι σάν τή δική μας τή φωνή πού πνίγηκε. Ίσως γιατί θέλαμε νά είμαστε ό εαυτός μας!Ίσως γιατί αδιαφορούσαμε νά εξυπηρετούμε τά καλά καί τά συμφέροντα καί δέν αντιληφθήκαμε έγκαιρα ότι ή ήττα έρχεται συνήθως από φίλια πυρά καί πώς τό τέρας τής διάψευσης γεννιέται μέσα από τά σπλάχνα τού ίδιου τού ονείρου!
Τελικά δέ μέτρησε ή βολή μας.Ίσως καί τίποτε δέ μέτρησε.Αναρωτιέμαι ώρες-ώρες, πού καρφώθηκε τό ακόντιο;Υπάρχουν στιγμές πού όπως λέει καί ό ποιητής: ” Ακούς καί δέν γνωρίζεις τό όνομα σου, κρυώνει ή μοίρα πού παλιά σού’χε δοθεί…”.
Έτσι κι αλλιώς στό τέλος τής ημέρας,ή συνείδηση μας ξαπλώνει στό σκοτάδι καί αντιμετωπίζει τά ίδια προβλήματα,τούς ίδιους φόβους,τό ίδιο κενό.Όλα αυτά είναι εκεί καί μάς περιμένουν…Μάς περιμένουν νά αναμετρηθούμε μαζί τους,νικητές η ηττημένοι!
Μπορεί όμως κι όλα αυτά νά μάς βγούνε σέ καλό.Γιατί μέ τούτα καί μέ τ’άλλα βαδίζουμε πλέον χωρίς βαριές αποσκευές πού δυσκολεύουν τό περπάτημα…Δέν κινδυνεύουμε πιά νά βουλιάξουμε στίς κακοτοπιές.Ένας ήλιος μάς κρατάει από τίς μασχάλες!!!
Καί δέ σταματάμε,συνεχίζουμε τό ψαχτήρι. Συνεχίζουμε νά ψάχνουμε γιά ένα μυστικό άνοιγμα,μιά ανοιχτή χαραμάδα- διάβαση! Γιά μία ελπίδα άγνωστη ακόμα,ένα όνειρο τόσο αληθινό όσο ψεύτικα αποδείχθηκαν όλα τά προηγούμενα όνειρα μαζί!
” Εχθές είχαμε τόση κούραση πού
έκλειναν τά μάτια
Στό ίδιο μέρος μαζευτήκαμε,
στό καφέ τής πλατείας,
απλώσαμε τά κορμιά μας,
τά τεντώσαμε στόν ήλιο,
ήρθαν ποτά, ήρθαν γλυκά,
κάτι πρόχειροι μεζέδες
τεντώσαμε στόν ήλιο
τά πληγωμένα μας κορμιά,
δέν είναι γιά τά χρόνια μας
τόση ταλαιπωρία,
κάπως πρέπει οί ώρες μας ν’αλλάξουν-
κάπως πρέπει νά σκεφτούμε
πρόγραμμα ελαφρύτερο.
Σκεφτόμασταν γιά σήμερα τίς αλλαγές,
μά πήγε καί πέθανε ό Άλκης
– εκεί τό μάθαμε τήν ώρα πού μάς έκαιγε
ό ήλιος-
καί όλα τά σχέδια πήγανε στράφι,
όλες οί αλλαγές αναβλήθηκαν.Τώρα,
ό Νίκος πρέπει νά φέρει
από μακριά τ’ αμάξι,
ίσως ό Γιώργος πρέπει νά κλείσει
νωρίς τό μαγαζί-
οπωσδήποτε ή Γιώτα δέν θά προλάβει
τό χτένισμα.
Κι ή Άννα;.. πότε θά κοιμηθεί ή Άννα;
Αλλά πάλι,ποιός θά κουβαλήσει
τά ποτά στό πάρτυ;
Αναστάτωση,οπωσδήποτε
μεγάλη αναστάτωση.
Σκεφθήκαμε μήπως καί νά λείψουμε,
– τουλάχιστον κάποιοι από εμάς-
αλλά μάς έβαλε στή θέση μας ό Γιάννης
” Ντροπή”,μάς είπε απαλά, ” ντροπή,
τόν είχαμε φίλο γιά χρόνια..”
Θά πάμε,θά βρούμε έναν τρόπο
νά πάμε στήν κηδεία.
Έχουμε όμως μιά στενοχώρια
μέ τόν Άλκη, τήν κηδεία, τά ποτά,
τόν ύπνο, τήν κούραση..
Αναστάτωση.
Οπωσδήποτε μεγάλη αναστάτωση..”
ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ

