Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

23 Ιουλίου 2018: Τίποτα δεν πρέπει να είναι ίδιο μετά από αυτή τη μέρα

Του Νίκου Λακόπουλου

Η επικοινωνιακή διαχείριση μιας εθνικής τραγωδίας, όπου οι ευθύνες διαχέονται και είναι διαχρονικές -όπως θα πει ο Κυριάκος Μητσοτάκης- είναι ένα ακόμα έγκλημα καθώς συγκαλύπτει -για πολιτικά οφέλη- τις αιτίες αυτού που άλλαξε ή πρέπει να αλλάξει την Ελλάδα: η διαπίστωση πως μπορεί να είμαστε εμείς τα θύματα, αύριο, σε μια ανοχύρωτη, ανυπεράσπιστη χώρα. Πώς δεν μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στον κρατικό μηχανισμό, ούτε στα κόμματα που τον έφτιαξαν και τον συντηρούν, τη πολιτική νοοτροπία που κάνει αυτή τη χώρα αιωνίως θύμα.

Μαζί με τα απανθρακωμένα πτώματα η πυρκαγιά αποκάλυψε ένα απίστευτο πολιτικό μίσος στα όρια του Διχασμού αναζητώντας ενόχους πάντα στην αντίπαλη παράταξη που δεν είναι απλώς «ανίκανοι», αλλά και «δολοφόνοι».

Η αλήθεια μέσα σε τέτοιες συνθήκες όπου η ενημέρωση αντικαθίσταται από την προπαγάνδα δεν πρόκειται ποτέ να βρεθεί, αλλά ούτε ενδιαφέρει όσο η καταδίκη όσων ευθύνονται για την «άναρχη δόμηση» ή την καταδίκη της κυβέρνησης και προσωπικά του πρωθυπουργού -που ήταν όμως από πριν «επικίνδυνος» και «δολοφόνος».

Η Δικαιοσύνη που θα αποδοθεί με ποινικές κι όχι πολιτικές ευθύνες αφορά όσους βρέθηκαν εκεί με ένα αδύναμο – ανίκανο – κρατικό μηχανισμό πολλές φορές αγνοώντας ότι έχουν και ποια ευθύνη. Ακόμα κι αν παραιτηθεί όχι ένας υπουργός, αλλά όλη η κυβέρνηση -όπως ζητούν συχνά μερικοί από όσους ευθύνονται για την κρατική ανικανότητα και την αυθαίρετη δόμηση, οι εκλογές δεν θα λύσουν, αλλά αντίθετα θα μεταθέσουν ένα πρόβλημα που δεν θέλουν να αγγίξουν γιατί θα οδηγήσει σε σκελετούς που έχουν στην δική τους πολιτική ντουλάπα.

Στην πραγματικότητα όσοι μπορούν να λύσουν το πρόβλημα και μιλούσαν από καιρό, αλλά δεν εισακούονται δεν ανήκουν στο κομματικό σύστημα και η εθνική τραγωδία που χρεώνεται φυσικά η κυβέρνηση -πολλοί θα πούνε άδικα- είναι η κατάρρευση όλου του πολιτικού συστήματος που δομήθηκε στο όνειρο μια θέση στο δημόσιο κι ένα σπιτάκι στο δάσος. Που εξυπηρέτησαν δεξιοί κομματάρχες, πασόκοι πολιτευτές κι αριστεροί αρχιτέκτονες και πάντα ο αιώνιος ψηφοφόρος, ο «πολίτης». Ο τελευταίος μπαίνει για πρώτη φορά στο κάδρο, πολλές φορές με ένα τρόπο πολιτικά χυδαίο και «κυνικό, ισοπεδωτικό.

Αυτός ήταν ο τρόπος που λειτουργούσε το σύστημα με λαδώματα, αυθαιρεσίες, διαφθορά, εμπρησμούς και καταπατήσεις και πάντα νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων σε μια πόλη χωρίς σχέδιο, χωρίς ατομική ευθύνη. Γιατί η «πολιτική ευθύνη» που άρχιζε με τις εξυπηρετήσεις του πελάτη συνιστά ένα συμβόλαιο που απαιτεί ο πολιτικός να αναλάβει τις ευθύνες του διεφθαρμένου ψηφοφόρου. Τελικά στο «εσύ φταις, γιατί ψήφισα», γιατί δεν με είχες προειδοποιήσει -εν προκειμένω γιατί δεν έκανες έγκαιρη εκκένωση του χώρου που κάηκε, που έπρεπε να ξέρεις ότι θα καεί.

Προφανώς το πολιτικό σύστημα που καλείται ένα λύσει ένα τεράστιο πρόβλημα πέρα από τα όρια αυτή της τραγωδίας- γιατί θα ακολουθήσουν κι άλλες με άλλες κυβερνήσεις,αν δεν αλλάξει κάτι- δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Πολύ σύντομα όσοι υπουργοί ανακοίνωσαν κατεδαφίσεις θα βρεθούν μπροστά σε νομικές αδυναμίες, χάρη στους νόμους που αυτοί ή άλλοι ψήφισαν, το ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας σε λαϊκές κινητοποιήσεις, στην σύγκρουση με τους ψηφοφόρους τους.

Πάνω από όλα μια κυβέρνηση που θα επιχειρήσει να «σπάσει αυγά» θα βρεθεί απέναντι σε ένα κράτος- τώρα πια όχι κομματικό της «δεξιάς» ή του ΠΑΣΟΚ, αλλά τρικομματικό, έναν δαιδαλώδη σαν τους δρόμους στο Μάτι μηχανισμό που γνωρίζει να ξεφεύγει και να αδειάζει τους υπουργούς  που έτσι κι αλλιώς «παρέρχονται» όπως θα πει στην ανακοίνωση του γνωστός τηλεοπτικός σταθμός που ανέλαβε να βρει τους ενόχους, πριν γίνει η έρευνα, να την κατευθύνει με αντίστοιχα οφέλη.

Αν εξαιρέσουμε τις αυξημένες περιπολίες στα δάση της Αττικής το πρόβλημα δεν φαίνεται να έχει εντοπισθεί, ούτε πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος που παραμονεύει: αν φταίνε τα αυθαίρετα για την εκκένωση του χώρου, δεν απαντάνε στο πρόβλημα της ίδιας της πυρκαγιάς ούτε στην αντιμετώπισή του. Το μόνο που φαίνεται καλά είναι ότι ορισμένοι κρατικοί αξιωματούχοι ούτε κατάλαβαν τι επρόκειτο να συμβεί, ούτε τι συνέβαινε και πολύ περισσότερο δεν έχουν καταλάβει ακόμα τι συνέβη.

Αντίθετα οι θεωρίες περί εμπρησμού και η ενοχοποίηση των αυθαιρέτων συλλήβδην συγκαλύπτουν το πρόβλημα της απουσίας μηχανισμού για την προστασία του δάσους, όπως λέγαμε ως τώρα και τελικά την προστασία μας από το εχθρό – δάσος, που δεν φαίνεται να έχει πολιτικές προτιμήσεις, ιδιαίτερα το πεύκο.

Ο μηχανισμός ήταν αδύνατο να αντιμετωπίσει μια τέτοια πυρκαγιά γιατί ήταν σχεδιασμένος για μια άλλη πυρκαγιά, μιας άλλης εποχής, για ανέμους ως 7 μποφόρ, για πυρκαγιές που αν δεν είχαν θύματα έπαυαν να θεωρούνται τόσο μεγάλος κίνδυνος. Ο μηχανισμός αιφνιδιάστηκε γιατί δεν περίμενε να πάρει ποτέ φωτιά το Μάτι- που δεν είχε καεί ποτέ.

Κανείς δεν περίμενε να περάσει τη Λεωφόρο Μαραθώνος η φωτιά, δεν περιμένει πως αυτό θα συμβεί κάπου αλλού, ίσως και πολύ σύντομα. Μόνο τότε θα πάει εκεί- κατόπιν πυρκαγιάς, γιατί έτσι έχει μάθει να κάνει αιώνες. Γιατί τελικά για τις πυρκαγιές έφταιγε ο δικομματισμός και μια αριστερή κυβέρνηση δεν θάχε τέτοια προβλήματα, λόγω ηθικού πλεονεκτήματος, κάτι που μάλλον αγνοούνε οι άνεμοι που παίρνουν την μορφή των γνωστών σκοτεινών δυνάμεων που απειλούνε τη χώρα ή τη δημοκρατία.

«Ευτυχώς δεν κινδυνεύει η περιοχή γιατί είναι ήδη καμμένη» θα πει την ώρα της φωτιάς ένας ρεπόρτερ, πράγμα που σημαίνει ότι όλα αυτά τα χρόνια που καίγονται οι ίδιες περιοχές οι κυβερνήσεις που προηγήθηκαν έπαιρναν ημίμετρα με ένα απαρχαιωμένο σύστημα πυρόσβεσης, χωρίς πρόληψη, χωρίς την σκέψη πως κάποτε η φωτιά μπορεί να απειλήσει τα διυλιστήρια ή να κάψει το Μάτι.

Το ίδιο συνέβαινε και στην Οικονομία, η ανεμελιά συνεχίζεται με την εντύπωση πως βγαίνουμε από τα μνημόνια, άρα δεν χρειάζεται να κάνουμε κάτι, πέρα από το να περιμένουμε την ανάπτυξη, που δεν μπορεί κάποτε θάρθει. Κάθε χρόνο έχουμε χιλιάδες πυρκαγιές οι οποίες προαναγγέλλονταν κιόλας με δελτίο, αλλά μόνο όταν συμβαίνει το κακό- όπως και με τις πλημμύρες-ασχολούμαστε -αν υπάρχουν νεκροί-με το θέμα -για λίγες μέρες.

Ο λόγος των κομμάτων είναι πάντα ίδιος ξύλινος και γι΄αυτό απάνθρωπος -λες και έχουν έτοιμες ανακοινώσεις από καιρό ή αντιγράφουνε τις ανακοινώσεις των προηγούμενων: εξαίρουμε το έργο του κρατικού μηχανισμού, καταδικάζουμε την κυβέρνηση που έχει βαρύτατες ευθύνες για ολιγωρία, για αμέλεια και λοιπά και λοιπά, αλλά δεν ξέρουμε ακόμα ποιος και τι έφταιξε. Ίσως τελικά επειδή είναι αυτοί και όχι εμείς στην κυβέρνηση- πράγμα που συνιστά το αυταπόδεικτο αίσχος, την ντροπή- όπως θα πει η πρώην περιφερειάρχης και νυν αρχηγός κόμματος.

Θα περίμενε κανείς ότι μετά από αυτή την πυρκαγιά που σκότωσε τόσους ανθρώπους, οι πολιτικοί θα σωπαίναν από μια αίσθηση γενικής ευθύνης, από σεβασμό, από μια ενοχή που μερικοί επιχειρούν να μεταβιβάσουν σε άλλους. Όπως ο υπουργός Άμυνας που είπε ότι «μετά από μια τέτοια τραγωδία ήρθε η στιγμή να καταλάβουν ότι είναι επικίνδυνο για αυτούς και τις οικογένειές τους να μην ακολουθούν τους νόμους και τους κανόνες. Επειδή έχτιζαν σπίτια ανάμεσα στα πεύκα και χωρίς άδειες».

Θα περίμενε κανείς -αφού μαζί με το δικομματικό κράτος, καταρρέει εν γένει το κράτος που δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια των πολιτών του να μην υπάρχουν οι ίδιες πολιτικές και -ταξικές- αναλύσεις περί Δεξιάς ή περί «κτισμάτων -πολλά από τα οποία είναι πολυτελή με μάντρες»- όπως έκανε ένας άλλος υπουργός που θα βρεθεί σύντομα στην ανάγκη να γκρεμίσει και «λαϊκά σπίτια» πάνω στο ρέμα-να βρεθεί δηλαδή απέναντι στις θεωρίες του.

Την ώρα που καλούνται πρώτοι μάρτυρες, οι δήμαρχοι, φαίνεται πως δεν υπήρχε κανένα ενεργό σχέδιο για μια τέτοια πυρκαγιά, ούτε υπήρχε κανένα σχέδιο εκκένωσης, ούτε μπορούσε να εφαρμοσθεί: η απόπειρα εκκένωσης μιας περιοχής με πολλές χιλιάδες κατοίκους μέσα σε λίγη ώρα σε συνθήκες πανικού μπορεί να είχε περισσότερα θύματα.  

Αν κάποιος υπουργός πιστεύει ότι πήγαν καλά τα πράγματα δεν έχει θέση στην κυβέρνηση. Αν κάποιος κρατικός αξιωματούχος αισθάνεται ότι έκανε το καθήκον του, δεν πρέπει να βρεθεί στην ίδια θέση στην επόμενη πλημμύρα ή πυρκαγιά ή άλλη θεομηνία. Αυτό που κατέρρευσε -όσο υπήρχε- είναι με την τραγωδία αυτή είναι η εμπιστοσύνη συνολικά στο κράτος και φυσικά στα πολιτικά κόμματα που εξ ορισμού ως κόμματα πελατειακά δεν μπορούν να βρουν λύση σε ένα πρόβλημα -που ως κόμματα εξουσίας έχουν δημιουργήσει.

Ένα εθνικό σχέδιο για την αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων ουσιαστικά θέτει ζήτημα επανίδρυσης του κράτους πέρα από την κομματική λογική που οδηγεί σ΄αυτή τη χώρα να βρίσκεται ο κάθε ημέτερος σε λάθος θέση με το θλιβερό αποτέλεσμα που είδαμε στο Μάτι αν κάποιος βρεθεί τη λάθος μέρα, στο λάθος σημείο.

Προφανώς δεν είναι λύση να παραιτείται η κυβέρνηση κάθε φορά που συμβαίνει μια τέτοια τραγωδία -άλλωστε δεν έχουμε συνηθίσει σε τέτοια φαινόμενα ευθιξίας στο Σάμινα ή την Ηλεία- αλλά προφανώς από τη μέρα εκείνη κάτι πρέπει να αλλάξει με ριζοσπαστικές αλλαγές στο μηχανισμό, τη νομοθεσία, τον φορέα αντιμετώπισης θεομηνιών που δεν υπάρχει.

Γιατί δεν φταίνε τα ακραία φαινόμενα, ούτε είναι λύση να προσευχηθούμε για την Ελλάδα. Οι επόμενες τραγωδίες έχουν ήδη χώρο στα απροστάτευτα δάση, τους αυθαίρετους οικισμούς, το ανίκανο – εκ του αποτελέσματος- κράτους. Αυτό κατέρρευσε μαζί με την εμπιστοσύνη μας. Κι όσοι πιστεύουν πως κατέρρευσε η κυβέρνηση -που θα πληρώσει το κόστος πολύ σύντομα έτσι κι αλλιώς- δεν αντιλαμβάνονται πως αυτό που κατέρρευσε είναι η χώρα.

Μπορεί τα κανάλια να άλλαξαν πρόγραμμα αφού μας ενημέρωσαν με συγκλονιστικά ρεπορτάζ, αλλά τίποτα δεν είναι ίδιο από κείνη τη μέρα, την 23η Ιουλίου 2018, ή τουλάχιστο δεν πρέπει να είναι ίδιο κι αυτό είναι η πραγματική συλλογική ευθύνη.

Απέναντι σε μια τέτοια πολιτική συνείδηση βρίσκεται το σημείωμα που άφησε ο ιδιοκτήτης του μοιραίου οικοπέδου -πάνω στην παραλία, όπου πέθαιναν 26 άνθρωποι, την επόμενη της τραγωδίας: «Βάσει του άρθρου του Π.Κ. περί οικιακής γαλήνης απαγορεύεται η είσοδος σε όλους». Για την ακρίβεια όχι σε όλους. Μόνο στους άλλους.