Το Κυπριακό Αδιέξοδο και η ώρα για μια ευρωπαϊκή λύση με μία ψήφο ανά πολίτη 

Του Σωκράτη Αργύρη 

Μετά από μισό και πλέον αιώνα από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και δύο δεκαετίες  μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Κυπριακό παραμένει άλυτο. Με το βόρειο τμήμα της νήσου υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή και τις διαπραγματεύσεις να ανακυκλώνονται σε φαύλους κύκλους, η διεθνής κοινότητα αδυνατεί να προσφέρει λύση.

Η διαιώνιση αυτής της εκκρεμότητας δεν εξυπηρετεί κανέναν: ούτε τους Ελληνοκύπριους, ούτε τους Τουρκοκύπριους, ούτε την ίδια την Τουρκία, που επιδιώκει στρατηγική σταθερότητα και σύγχρονες ευρωτουρκικές σχέσεις.

Το περιφερειακό και γεωπολιτικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί ριζικά· η εποχή του Ψυχρού Πολέμου έχει παρέλθει, και οι σημερινές προκλήσεις απαιτούν σύγχρονες, λειτουργικές και ειρηνικές λύσεις.

Ίσως, όμως, η ώρα έχει έρθει για μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση –μια προσέγγιση που δεν αναπαράγει τις αποτυχίες του παρελθόντος, αλλά χτίζει πάνω στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, τη δημοκρατική ισότητα και το κοινό μέλλον όλων των Κυπρίων.

Από το 1974 και μετά, έχουν γίνει δεκάδες γύροι διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, με στόχο την επίλυση του Κυπριακού. Παρά τις κατά καιρούς ελπίδες, όλες οι διαδικασίες κατέληξαν σε αδιέξοδο. Σημαντικότεροι σταθμοί αποτυχίας:

1985–1986 – Συμφωνίες Κυπριανού –Ντενκτάς: Προσχέδιο για ομοσπονδία που δεν υλοποιήθηκε λόγω διαφωνιών στην ερμηνεία της πολιτικής ισότητας.

1992 – Ιδέες Γενικού Γραμματέα ΟΗΕ Boutros-Ghali: Προτάσεις για επανένωση, που απορρίφθηκαν λόγω του θέματος της ασφάλειας και των εξωτερικών εγγυήσεων.

2004 – Σχέδιο Ανάν: Απορρίφθηκε σε δημοψήφισμα από το 76% των Ελληνοκυπρίων, κυρίως λόγω ανησυχιών για ασφάλεια, επιστροφή περιουσιών και δημοκρατική ισότητα.

2017 – Διάσκεψη στο Κραν Μοντανά: Η πιο προχωρημένη διαδικασία μέχρι σήμερα. Απέτυχε στο τελικό στάδιο, κυρίως λόγω διαφωνιών για την κατάργηση του καθεστώτος εγγυήσεων και την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων.

Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών των αποτυχιών  εδράζονταν σε προτάσεις για διζωνικά, δικοινοτικά σχήματα, που στην πράξη καλλιεργούν διαιρετικές λογικές και διαιωνίζουν το μοντέλο των «δύο λαών» και «δύο κρατών υπό μία ομπρέλα».

Η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία (ΔΔΟ), όπως προωθείται από τον ΟΗΕ, δεν αποτελεί πλέον βάση συναίνεσης. Για τους Ελληνοκύπριους συνιστά μια θεσμοθετημένη διαίρεση και μορφή συνομοσπονδίας· για τους Τουρκοκύπριους, μέσω της στήριξης της Άγκυρας, λειτουργεί ως μεταβατικό σχήμα προς μια λύση δύο κρατών.

Το αποτέλεσμα είναι παρατεταμένο αδιέξοδο. Και όσο διαρκεί αυτό, τόσο η πραγματικότητα εδραιώνεται προς την οριστικοποίηση της διχοτόμησης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί απλώς γεωγραφικό ή θεσμικό πλαίσιο· αποτελεί τον φορέα ενός διαφορετικού πολιτικού πολιτισμού, βασισμένου στο κράτος δικαίου, την ισότητα των πολιτών και τη μη διάκριση. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται μια νέα προσέγγιση, που υπερβαίνει το αδιέξοδο των παλαιών μοντέλων και ενσωματώνει τις αρχές του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση  πρέπει να γίνει η βάση της Λύσης καθώς η Κύπρος είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό δημιουργεί νέες συνθήκες και νέες δυνατότητες:

Το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν αναγνωρίζει θεσμικές διακρίσεις με βάση εθνότητα ή θρησκεία. Δεν υπάρχει “μία ψήφος ανά κοινότητα”. Υπάρχει μία ψήφος ανά πολίτη. Το ευρωπαϊκό σύστημα συλλογικής ασφάλειας καθιστά άνευ αντικειμένου το σύστημα εγγυήσεων του 1960. Η ύπαρξη ξένων στρατευμάτων σε κράτος-μέλος της ΕΕ είναι νομικά και πολιτικά απαράδεκτη. 

Η οποιαδήποτε βιώσιμη λύση πρέπει να συμβαδίζει με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, και όχι να το αναστέλλει “προσωρινά” ή “κατά τόπους”, όπως επιχειρήθηκε με το Σχέδιο Ανάν.

Η Νέα Πρόταση πρέπει να είναι: Ενιαίο Κράτος – Μία Ψήφος ανά Πολίτη 

Απέναντι στη στασιμότητα και τον εθνοτικό εγκλωβισμό, η νέα προσέγγιση που προτείνουμε βασίζεται σε τέσσερις αρχές:

1. Ενιαία κυριαρχία και ισότητα πολιτών, χωρίς εθνοτικούς διαχωρισμούς 

Ένα κράτος, με ενιαία κυριαρχία, πλήρως λειτουργικό και εναρμονισμένο με το δίκαιο της ΕΕ, στο οποίο κάθε Κύπριος πολίτης απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα, ανεξαρτήτως εθνοτικής ή γλωσσικής καταγωγής. Η πολιτειακή ισότητα δεν βασίζεται σε κοινοτικές ποσοστώσεις, αλλά στην ισονομία και την καθολική ψήφο.

2. Κατάργηση του Καθεστώτος Εγγυήσεων και Αποστρατιωτικοποίηση 

Η ύπαρξη εγγυητριών δυνάμεων και ξένων στρατευμάτων είναι ασύμβατη με τη συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΕ. Η συλλογική ευρωπαϊκή ασφάλεια, σε συνδυασμό με εσωτερικούς θεσμούς κράτους δικαίου και τη συνδρομή του ΟΗΕ, παρέχει το αναγκαίο αίσθημα ασφάλειας για όλους τους πολίτες.

 Ο ρόλος των «εγγυητριών δυνάμεων» δεν έχει θέση στον 21ο αιώνα. 

3. Επανένωση με Σχέδιο ενός  Ευρωπαϊκόυ Ταμείου Επανένωσης και Ανάπτυξης 

Η ΕΕ  μέσω ενός Ταμείου Ανάκαμψης για την Κύπρο,  μπορεί να διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στη χρηματοδότηση της οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης περιοχών, ενισχύοντας ειδικά μικτές κοινότητες, δημόσιες υποδομές και κοινά εκπαιδευτικά και πολιτιστικά προγράμματα.

4. Σεβασμός στην Πολυπολιτισμικότητα, Όχι στη Διχοτόμηση 

Αντί για διαχωρισμό σε χωριστές δομές, οι πολιτισμικές και γλωσσικές ταυτότητες μπορούν να προστατευθούν και να ενισχυθούν μέσα από την ισότιμη συμμετοχή στους θεσμούς, την αναγνώριση πολιτιστικών δικαιωμάτων και την καλλιέργεια κουλτούρας συνύπαρξης.

Μια τέτοια ευρωπαϊκή προσέγγιση δεν αποκλείει την Τουρκία – αντίθετα, μπορεί να της προσφέρει μια νέα στρατηγική ευκαιρία: να αναδειχθεί ως δύναμη σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και υπεύθυνος παράγοντας εξομάλυνσης σχέσεων με την ΕΕ. Η υποστήριξη μιας λειτουργικής και ευρωπαϊκά συμβατής λύσης στην Κύπρο, χωρίς κατοχικά στρατεύματα και εξωτερικές εγγυήσεις, θα ενίσχυε το διεθνές κύρος της Τουρκίας και θα συνέβαλε στην αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων.

Για να υπάρξει βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, δεν αρκεί μόνο η ετοιμότητα της Τουρκίας να υποχωρήσει ή να αναθεωρήσει τη στρατηγική της· απαιτείται και αυτοκριτική αποτίμηση από την ελληνική πλευρά (Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία) για το κατά πόσον και πού μπορεί να επιδείξει ευελιξία χωρίς να ακυρώσει τις θεμελιώδεις αρχές της.

Η σημερινή συγκυρία δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Το σημερινό στάτους κβο δεν είναι σταθερό ούτε βιώσιμο. Αντιθέτως, διευρύνει την απόσταση και ενισχύει την προοπτική οριστικής διχοτόμησης. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο, ωστόσο, προσφέρει τη βάση για μια δίκαιη, λειτουργική και μακροπρόθεσμα σταθερή λύση, που θα αντανακλά τις αξίες του 21ου αιώνα.

Η ειρήνη στην Κύπρο δεν μπορεί να βασίζεται σε εθνοτικούς διαχωρισμούς, αλλά σε μια κοινή δημοκρατική αρχιτεκτονική. 

Μια τέτοια λύση ίσως φαντάζει σήμερα ιδεαλιστική. Όμως μόνο με θάρρος μπορεί να ξεπεραστεί η παράλυση. Το διχοτομικό στάτους κβο δεν είναι απλώς άδικο· είναι μη βιώσιμο.

Η ειρήνη και η συνύπαρξη στην Κύπρο δεν θα οικοδομηθούν πάνω σε ξεχωριστές πλειοψηφίες ή γεωγραφικά σύνορα, αλλά σε μια κοινή δημοκρατική βάση, όπου κάθε Κύπριος –είτε τουρκόφωνος είτε ελληνόφωνος– θα είναι πλήρης πολίτης, με ίσα δικαιώματα και ίσες υποχρεώσεις.

Η Ευρώπη προσφέρει το πλαίσιο.

Οι Κύπριοι μπορούν να προσφέρουν το παράδειγμα.