Το βιβλίο του Γ. Λακόπουλου “Η μπαλάντα των Ολυμπιακών Αγώνων” στο “ΑΠ”

                                 Η Νέα Διεκδίκηση

«Βρισκόμουν πάντα στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή, αλλά εγώ οδηγούσα τον εαυτό μου εκεί».

Μπομπ Χόουπ, Αμερικανός ηθοποιός

Ραντεβού στα τυφλά

Η υποψηφιότητα για το 1996 απορρίφθηκε, αλλά η Ελλάδα είχε πλέον αποκτήσει  κεκτημένη  ολυμπιακή  ταχύτητα. Το πρόγραμμα έργων αναβάθμισης της πρωτεύουσας και των αθλητικών υποδομών συνεχίστηκε.

Όταν το 1991 έγιναν επιτυχώς στο Ολυμπιακό Στάδιο οι Μεσογειακοί Αγώνες, ενισχύθηκε η πεποίθηση ότι η Αθήνα μπορούσε να ανταποκριθεί σε μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις – με τα δεδομένα εκείνης της εποχής.

Το 1993, με την επιστροφή της κυβέρνησης Παπανδρέου επέστρεψαν οι σκέψεις για νέα διεκδίκηση των Αγώνων. Κυβερνητικοί παράγοντες βολιδοσκόπησαν τη ΔΟΕ για… τιμητική ανάθεση των Αγώνων του 2008 στην Αθήνα.

Φάλτσο… Η ελληνική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων  – με πρόεδρο εκείνη την εποχή τον Αντώνη Τζίκα και αντιπροέδρους τους Μάρτων Σίµιτσεκ και Μαν. Κατσιαδάκη– μάταια προσπαθούσε να πείσει την κυβέρνηση για το ατόπο της διεκδίκησης για κατ’ εξαίρεση ανάθεση.

Ο Ισπανός πρόεδρος της ΔΟΕ Χουάν Αντόνιο Σάμαρανγκ απλώς δεν θα το αποδεχόταν ποτέ. Προσέκρουε άλλωστε στον Καταστατικό Χάρτη της Επιτροπής. Επιπλέον είχαν αρχίσει να εμφανίζονται οι πόλεις που θα έθεταν υποψηφιότητα για τους Αγώνες του 2004. Πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η ανάθεση;

Με δική της απόφαση η ολομέλεια της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής –έχοντας και τη συγκατάθεση του δημάρχου Αθηναίων Δημ. Αβραμόπουλου– προσανατολίστηκε στην προσπάθεια να ζητήσει η Ελλάδα τη διοργάνωση για το 2004. Αλλά ακολουθώντας την κανονική οδό: σε συναγωνισμό με άλλες υποψηφιότητες.

Η κυβέρνηση, διά του υφυπουργού Αθλητισμού Γ. Λιάνη που κινούσε την επαναδιεκδίκηση, συντάχθηκε, τελικά, μαζί της. Έτσι, στις αρχές Ιανουαρίου 1996, µόλις πέντε ηµέρες πριν από την εκπνοή της προθεσµίας, ο Γενικός Γραµµατέας της ΕΟΑ Διονύσης Γάγγας υπέβαλε στη ΔΟΕ εκ μέρους της Αθήνας αίτηση υποψηφιότητας.

Αλλά όσα ακολούθησαν τις επόμενες εβδομάδες έδειχναν ότι η Ελλάδα έμπαινε πάλι σε μια κούρσα χωρίς να ξέρει πού ακριβώς θα την έβγαζε. Ήταν ένα ραντεβού στα τυφλά…

Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη… Ρώμη

Και αυτή τη φορά, μόνο ενθουσιασμός δεν χαρακτήρισε τις διεθνείς αντιδράσεις για τη νέα ελληνική υποψηφιότητα. Η Αθήνα είχε κριθεί για τους Αγώνες του 1996 και απορρίφθηκε. Δεν υπήρχε ισχυρός λόγος να αρχίσουν ξανά συζητήσεις για την Ελλάδα.

Ήδη ως φαβορί εμφανιζόταν η Ρώμη. Με την υποστήριξη του ισχυρού ιταλικού κράτους, τις επαρκείς υποδομές και την αξιοσημείωτη παρουσία Ιταλών παραγόντων σε διεθνείς αθλητικές οργανώσεις.

Πρώτος ο διαβόητος Πρίμο Νεμπιόλο, επικεφαλής της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Στίβου, που η Αθήνα θα έβρισκε στη συνέχεια πολλές φορές μπροστά της, άρχισε να πριονίζει την προσπάθειά της.

Αλλά και οι υπόλοιπες υποψηφιότητες ήταν ισχυρές. Η Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας, το Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρι- κής, η Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας, η Λιλ της Γαλλίας, το Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, το Ρίο ντε Τζανέιρο της Βρα- ζιλίας, το Σαν Χουάν του Πόρτο Ρίκο, η Σεβίλλη της Ισπανίας και κυρίως η Στοκχόλμη της Σουηδίας.

Οι Έλληνες επέμειναν στην ηθική ανωτερότητα της υποψηφιότητας της Αθήνας, παρότι όταν υποβλήθηκε το αίτημα… δεν υπήρχε καν Επιτροπή Διεκδίκησης!

Διόλου καλή προϋπόθεση ήταν ότι η επιβαρυμένη υγεία του τότε Έλληνα πρωθυπουργού καθυστερούσε τις αποφάσεις.

Υπήρχαν αμέτρητα ερωτήματα, τα οποία έπρεπε να βρουν σαφείς απαντήσεις, και να δοθούν ισχυρές και αποδείξιμες εγγυήσεις στη ∆ΟΕ – που θα επέλεγε τον Μάρτιο του 1997 τις πέντε επικρατέστερες πόλεις.

Το χειρότερο ήταν ότι, όπως διέκριναν όσοι είχαν γνώση του θέματος, η Αθήνα δεν διεκδικούσε δάφνες προσαρμογής στους ολυμπιακούς κανόνες. Και στο οπλοστάσιό της δεν υπήρχε τίποτε περισσότερο από την κληρονομιά του «φακέ- λου Κανδύλη».

Επαρκής, αλλά οι ανταγωνιστές είχαν πολύ περισσότερα.

Νέος πρωθυπουργός, ίδιες αμφιβολίες

Στις 18 Ιανουαρίου 1996 ο Κώστας Σημίτης ανέλαβε την πρωθυπουργία στη θέση του παραιτηθέντος, λόγω υγείας, Ανδρέα Παπανδρέου.

Στις ενδοκυβερνητικές αλλαγές που έκανε περιλαμβανόταν και αντικατάσταση του υφυπουργού Αθλητισμού Γ. Λιάνη με τον Ανδρέα Φούρα. Ο βασικότερος εκφραστής επιμονής να ξαναμπεί η Ελλάδα σ’ αυτό το παιχνίδι έβγαινε από τη μέση. Κατά τις πληροφορίες της εποχής, ο νέος πρωθυπουργός δεν ήταν σίγουρος ότι είχε τύχη η διεκδίκηση και δεν την κα- λόβλεπε ως εθνικό στόχο. Από την προγενέστερη θητεία του ως υπουργού διατηρούσε αμφιβολίες για τη δυνατότητα της ελληνικής υποψηφιότητας να αποκτήσει δυναμική, αλλά και της ελληνικής οικονομίας να αντέξει τη διοργάνωση.

Δεν ήταν όμως εύκολο μόλις ανέλαβε να απορρίψει μια επιλογή που είχε την έγκριση του προκατόχου του, όταν αυτός ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου και ήταν πάντα πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Επιπλέον, η διεκδίκηση είχε ήδη υποστηρικτές σε όλο το πολιτικό φάσμα.

Σε κάθε περίπτωση, εκείνη τη στιγμή ήταν μάλλον αμφίβολο ότι ο Σημίτης μπορούσε να πείσει ακόμη και το υπουργικό του Συμβούλιο για την ακύρωση της επιδίωξης.

Χωρίς ιδιαίτερη θέρμη και με ανοιχτά εσωκομματικά μέτωπα, που του προκαλούσαν ενδοκυβερνητικές ανασφάλειες, άρχισε να καταρτίζει μια νέα λίστα προσωπικοτήτων, από τις οποίες θα ζητούσε συνδρομή για το ακανθώδες αίτημα που παρέλαβε.

Εν τω μεταξύ, με πρωτοβουλίες του δημάρχου Δημ. Αβραμόπουλου είχε συσταθεί μια προσωρινή Επιτροπή με τους επιχειρηματίες Α. Ποταµιάνο, Γ. ∆αυίδ, Π. Λιβανό, ∆. Κροντηρά και Μαριάνα Λάτση.

Δεν επρόκειτο όμως να μακροημερεύσει…

Η πρώτη κρούση

Όταν ο Κ. Σημίτης ανέφερε στους συνεργάτες του ότι σκόπευε να ζητήσει από τη Γιάννα Αγγελοπούλου να πρωταγωνιστήσει στην υπόθεση της διεκδίκησης, ακούστηκε αδιανόητο.

Τι δουλειά είχε η, εύπορη, πρώην βουλευτίνα της ΝΔ σε μια υπόθεση που ξεκίνησε ως πρωτοβουλία των κυβερνήσε- ων του ΠΑΣΟΚ και έτσι έπρεπε να μείνει;

Αργότερα η Γιάννα Αγγελοπούλου θα αναφέρει στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της: «Για το ΠΑΣΟΚ ήμουν “ο εχθρός”,  η πλούσια καπιταλίστρια, που μάλιστα δεν ζούσε καν στην Ελλάδα. Ο Σημίτης δέχτηκε πλήθος επιθέσεων από το κόμμα του για τον διορισμό μου».

Η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού –που έμελλε να γράψει ιστορία τελικά– κινήθηκε μάλλον διστακτικά στην αρχή. Για την ακρίβεια, ανέθεσε στον νεοδιορισθέντα Ανδρέα Φούρα τη βολιδοσκόπηση της υποψήφιας για κεντρικό ρόλο.

Ο υφυπουργός Αθλητισμού κάλεσε το τηλέφωνο των Αγγελόπουλων στο Λονδίνο και ζήτησε να μιλήσει με τη Γιάννα, αλλά εκείνη τη στιγμή απουσίαζε.

Όταν ενημερώθηκε, μάλλον δεν θα του γύριζε το τηλεφώνημα, αν δεν έλεγε ότι παίρνει εκ μέρους του Σημίτη. Με κάποια αμηχανία, ο Φούρας τής είπε ότι ο πρωθυπουργός την προτείνει ως μέλος της Επιτροπής Διεκδίκησης. Χρειάστηκε να του ζητήσει διευκρινίσεις για να καταλάβει ότι μιλούσε για την Επιτροπή Διεκδίκησης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Δεν ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα που περίμενε να ακούσει εκείνη τη στιγμή. Ούτε είχε περάσει τις προηγούμενες μέρες της σκεπτόμενη ότι η Αθήνα θα διεκδικήσει την Ολυμπιάδα.

Για τους Ολυμπιακούς Αγώνες ήξερε ό,τι και οι υπόλοιποι Έλληνες: Αρχαία Ολυμπία, βαρόνος de Coubertin, αναβίωση στην Αθήνα το 1896, Σπύρος Λούης, αποτυχία της ελληνικής προσπάθειας να επιστρέψουν στην Αθήνα για τα 100 χρόνια. Για τη νέα διεκδίκηση, όσα είχε ακούσει ήταν αρκετά για να την προδιαθέσουν αρνητικά. Πώς μπορούσε να γίνεται λόγος για διεκδίκηση Ολυμπιακών Αγώνων με νωπή την απόρριψη;

Η Αθήνα όδευε προς νέα αποτυχία.

Ο υφυπουργός τής εξήγησε ότι η κυβέρνηση είχε πάρει στα σοβαρά την υπόθεση και θα έκανε επενδύσεις στις υποδομές: νέο αεροδρόμιο, δρόμοι, μετρό, νέα στάδια… και ό,τι άλλο ήταν αναγκαίο. «Οι Ολυμπιακοί θα είναι το πετράδι του στέμματος», της είπε.

Κατάλαβε –και δεν την ενθουσίασε– ότι την ήθελαν περισσότερο ως σύμβολο: νέα γυναίκα της επιχειρηματικής τάξης, με διεθνή κυκλοφορία και λίγο άρωμα από την τότε αντιπολίτευση, της οποίας υπήρξε βουλευτής…

Χωρίς να δώσει πολλές εξηγήσεις στον εκπρόσωπο της κυβέρνησης, αρνήθηκε ευγενικά την πρόταση που της μετέφερε…

«Θα αλλάζατε άποψη αν…»

Τελικά ο πρωθυπουργός αποφάσισε να της χτυπήσει ο ίδιος την πόρτα.

Στα τέλη Μαρτίου 1996, έστειλε στο ζεύγος Αγγελόπουλου πρόσκληση να παραστούν σε δεξίωση προς τιμήν της Χίλαρι Κλίντον. Εκείνες τις μέρες βρισκόταν στην Ελλάδα, ως Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, για την Αφή της Ολυμπιακής Φλόγας των Αγώνων της Ατλάντα.

Οι Αγγελόπουλοι, που είχαν συναντήσει στο παρελθόν τους Κλίντον, ανταποκρίθηκαν.

Αλλά η πρόσκληση αποδείχθηκε παγίδα, για να συνεχίσει o Σημίτης τη συζήτηση από το σημείο που την είχε αφήσει ο Φούρας. Να ζητήσει ο ίδιος από τη Γιάννα να λάβει μέρος στη διεκδίκηση: «Κυρία Αγγελοπούλου, πρόκειται για χρυσή ευκαιρία για την Ελλάδα».

Η Γιάννα, από χαρακτήρα και από πείρα στα ελληνικά πράγματα, δεν θα αναλάμβανε ποτέ ένα εγχείρημα σαν αυτό, αν δεν το ήλεγχε η ίδια. Άλλωστε είχε πληροφορίες από στελέχη του ΠΑΣΟΚ και υπουργούς για την –ήδη κακή– πορεία της διεκδίκησης.

Επανέλαβε την άρνησή της, αν και όχι με κάθετο τρόπο αυτή τη φορά. Απλώς είπε: «Δεν εμπλέκομαι σε υποθέσεις στις οποίες παίρνουν άλλοι τις αποφάσεις».

Ο πρωθυπουργός μάλλον πάγωσε, και η συζήτηση σταμάτησε εκεί. Αλλά στο τέλος της βραδιάς την προσέγγισε πάλι, κομίζοντας μια νέα πρόταση: «Θα αλλάζατε άποψη αν σας ζητούσα να είστε επικεφαλής της Επιτροπής Διεκδίκησης;»

Με διακριτικότητα, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είπε στον πρωθυπουργό ότι θα στηρίξει τη σύζυγό του, αν αποφασίσει να δεχτεί την πρόταση. Οι Αγγελόπουλοι συνεννοήθηκαν με τα μάτια, και η Γιάννα τη δέχτηκε.

Όπως η ίδια τιτλοφόρησε αργότερα ένα κεφάλαιο του βιβλίου της, ήταν μια απόφαση που θα την έφερνε «στο κρεβάτι με τον εχθρό».

Τρεις ημέρες αργότερα, ο δήμαρχος της Αθήνας Δ. Αβραμόπουλος την ανακοίνωσε ως συντονίστρια μιας Επιτροπής, κυρίως, επιχειρηματιών. Δεν απέκτησε ποτέ ιδιαίτερα καλές σχέσεις μαζί του. Όπως δεν απέκτησε αργότερα και με τη διάδοχό του Ντόρα Μπακογιάννη, για διαφορετικούς λόγους. Παρότι είχε καλή σχέση με τον πατέρα της, του οποίου υπήρξε βουλευτίνα…

Συνεργάστηκε όμως –σε δύο διαφορετικές φάσεις– και με τους δύο δημάρχους. Ήταν τα αφεντικά της πόλης που διεκδικούσε τους Αγώνες και υπέγραφαν ως οικοδεσπότες.

Αντίθετα, είχε πολύ καλή συνεργασία με τη Βάσω Παπανδρέου από το ΠΑΣΟΚ, που –σε μεταγενέστερη περίοδο– πήρε από τον Κ. Λαλιώτη την αρμοδιότητα ως υπουργός στον κρίσιμο τομέα των υποδομών.

Η Βάσω ήταν λιγομίλητη, αλλά έκανε όσα αναλάμβανε. Άλλωστε είχε επιστρέψει από πενταετή θητεία στις Βρυξέλλες ως Επίτροπος και είχε αποτοξινωθεί αρκετά από ελληνικές νοοτροπίες και αγκυλώσεις του κόμματός της.

Για μια περίοδο, όταν στο προσκήνιο της προετοιμασίας των Αγώνων βρίσκονταν τρεις κυρίες –Αγγελοπούλου, Μπακογιάννη, Παπανδρέου–, ήταν φανερό ποιες δύο μπορούσαν να συνεννοηθούν καλύτερα μεταξύ τους.

Αλλά αυτά έγιναν πολύ αργότερα. Προς το παρόν έπρεπε να βρεθεί τρόπος να μην επιστρέψει στη χώρα το πένθος του 1990.

«Εκθέτεις την κυβέρνηση…»

Η Αγγελοπούλου ανέλαβε μόλις δεκαέξι μήνες πριν τα μέλη της ΔΟΕ συνέλθουν στη Λωζάνη της Ελβετίας για να αποφασίσουν ποια πόλη θα διοργάνωνε τους Αγώνες. Η προετοιμασία είχε κιόλας λιμνάσει και η ελληνική υποψηφιότητα δεν ακουγόταν ιδιαίτερα στον διεθνή χώρο. Σαν να είχε υποβληθεί για την τιμή των όπλων.

Οι περισσότεροι στη διεθνή αθλητική κοινότητα πίστευαν ότι η υποψηφιότητα της Ρώμης είχε ήδη επικρατήσει. Ούτε καν οι δύο Έλληνες μέλη της ΔΟΕ δεν έδειχναν να πιστεύουν στις πιθανότητες της Αθήνας. Λεγόταν μάλιστα τότε ότι ο ένας είχε ταχθεί ήδη υπέρ της… Στοκχόλμης!

Στον οργανωτικό τομέα έπρεπε να υπερνικήσει πολλές δυσκολίες. Η ραθυμία κάποιων υπουργών, που δεν έδειχναν να κατανοούν καν τη φύση του εγχειρήματος, ήταν βασική τροχοπέδη.

Όχι μόνο: Ήθελαν και να ελέγχουν την ίδια τη Γιάννα – και πάντως να έχουν τον τελευταίο λόγο.

Ο υφυπουργός Αθλητισμού μάλιστα την απείλησε με αφαίρεση της… κυβερνητικής εμπιστοσύνης. Επειδή είχε επαφές με τον τέως βασιλιά Κωνσταντίνο, για να αξιοποιήσει τις σχέσεις του με την ολυμπιακή οικογένεια, καθώς ο ίδιος ήταν μέλος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και Ολυμπιονίκης της Ιστιοπλοΐας. Αυτό κατά τον υφυπουργό εξέθετε την κυβέρνηση. Και με τον τρόπο του την προειδοποιούσε με… απόλυση!

Το θέμα λύθηκε, σε άλλο επίπεδο, με κάτι –κρητικής έμπνευσης– «γαλλικά», που χρησιμοποιούσε η Αγγελοπούλου οσάκις δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με άλλους τρόπους. Στα παρασκήνια, πολλοί από τους εμπλεκόμενους συνέχισαν να μην κρύβουν την ενόχλησή τους για την παρουσία της στο τιμόνι της διεκδίκησης. Αν το έπαιρνε τοις μετρητοίς, θα έστελνε νωρίς στον Σημίτη την αποχώρησή της.

Αφού όμως μπήκε στο παιχνίδι, ήταν αποφασισμένη να το παίξει ως το τέλος. Παρότι μέλη της Επιτροπής άρχισαν να παραιτούνται…

Στην ουσία μάλλον τη  διευκόλυναν.  Άνοιγαν  τον  δρόμο ώστε να διαμορφωθεί νέα σύνθεση στην Επιτροπή, με πρόσωπα που είχαν τη συγκατάθεσή της και έμειναν δίπλα της ως το τέλος της διεκδίκησης, τον Σεπτέμβριο του 1997:  Ο πρόεδρος του Τεχνικού Επιµελητηρίου Ελλάδας Κώστας Λιάσκας, ο διοικητής της Τράπεζας Ελλάδας Λουκάς Παπαδήµος, ο Γενικός Γραµµατέας Αθλητισµού Γιάννης Σγουρός, με μεγάλη αθλητική εμπειρία, ο Λουκάς Τσίλας, πρεσβευτής της Ελλάδας στην Ουάσινγκτον και –από την προηγούμενη σύνθεση– ο εφοπλιστής Ανδρέας Ποταµιάνος.

Κρίσιμη απόφαση ήταν η τοποθέτηση του Μάρτων Σίμιτσεκ στο κέντρο του σχεδιασμού. Θα έμενε μέχρι το τέλος, ως στυλοβάτης, ιδίως στις περιόδους της προετοιμασίας και της διοργάνωσης των Αγώνων.

Γιος του αείμνηστου Όττο Σίμιτσεκ, παλαιού Ούγγρου προπονητή και αναμορφωτή του ελληνικού αθλητισμού και Ολυμπισμού που παντρεύτηκε Ελληνίδα, με εμπειρία ως μάνατζερ ο ίδιος σε επιχειρήσεις, ήταν επιπλέον και ο παλαιότερος στα ολυμπιακά θέματα.

Μετείχε από νεαρή ηλικία στο ολυμπιακό κίνημα και είχε διατελέσει αντιπρόεδρος στη Διεθνή Ολυμπιακή Ακαδημία και στην Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, αρχηχός αποστολής στο Lillehammer της Νορβηγίας κατά τους χειμερινούς Αγώνες, και μέλος άλλων συναφών, εγχώριων και διεθνών, φορέων.

Ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος όχι μόνο στην κατάλληλη θέση, αλλά και την κατάλληλη στιγμή. Είχε την εμπιστοσύνη των Αγγελόπουλων και δεν μεσολαβούσε κανένας ανάμεσα στον ίδιο και τη Γιάννα – που τον αποκαλούσε «στρατηγό». Όταν ρωτήθηκε ποιο είναι το κλειδί της συνεργασίας του με την Αγγελοπούλου, απάντησε: «Η προσοχή στη λεπτομέρεια».

Ως διευθυντής της Επιτροπής Διεκδίκησης και ακολούθως επικεφαλής Διοίκησης Επιχειρήσεων Αγώνων –και εντεταλμένος σύμβουλος της Eπιτροπής ΑΘΗΝΑ 2004–, σήκωσε στην πλάτη του το σύνολο της προετοιμασίας και εκτέλεσης όλων των λειτουργιών και επιχειρήσεων της διοργάνωσης. Ακόμη και όταν ολοκληρώθηκε…

Το «μυστικό όπλο» της Αθήνας

Με την αλλαγή, το πρόγραμμα επικοινωνίας με τα μέλη της ΔΟΕ και άλλους διεθνείς αθλητικούς παράγοντες –που είχε καθυστερήσει– άρχισε να γίνεται πλέον πιεστικό.

Εν τω μεταξύ, για να εμψυχώσει τη σύζυγό του, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ανέλαβε ο ίδιος κάποιες κρίσιμες διεθνείς επαφές και οργάνωσε –μέσω του τέως βασιλιά– την πρώτη συνάντηση με τον Σάμαρανγκ. Στην πορεία, η συμβολή του επιχειρηματία θα αποδεικνυόταν καθοριστική. Χωρίς να γνωρίζουν πολλοί τη συμμετοχή του στην προσπάθεια, αποτέλε- σε «μυστικό όπλο» για την Αθήνα.

Με δική του παρότρυνση, η Γιάννα κατάλαβε ότι η διεκδίκηση δεν μπορεί να γίνει με τον παλιό ελληνικό τρόπο –του αραμπά– και πριν απ’ όλα έπρεπε να αναζητήσει ειδικευμένους συμβούλους. Αν εκείνη τη στιγμή επιχειρούσε να πείσει την κυβέρνηση ότι η υποψηφιότητα χρειάζεται την υποστήριξη ξένων ειδικών, θα έχανε τον χρόνο της. Και την ψυχική της ηρεμία – αναζητώντας κονδύλια για την αμοιβή τους…

Γι’ αυτό προσέλαβε και πλήρωνε μόνη της τον Ελληνοαμερικανό δημοσιογράφο Τζορτζ Στεφανόπουλο, που είχε γίνει γνωστός στην Ελλάδα ως διευθυντής επικοινωνίας της προεδρικής εκστρατείας του Μπιλ Κλίντον. Μαζί, τρεις ακόμη ειδικούς στα θέματα της ΔΟΕ και της διεκδίκησης Αγώνων.

Η ελληνική καμπάνια μετακινήθηκε από το παρελθόν στο μέλλον. Έγινε εμπροσθοβαρής και εστίασε στα μέλη της ΔΟΕ και κάποιους ισχυρούς παράγοντες των διεθνών Ομοσπονδιών – και όχι σε γενική προβολή του ιστορικού κλέους της Αθήνας.

Το δόγμα πλέον ήταν: «Τους Ολυμπιακούς Αγώνες τούς κερδίζεις με τους κανόνες τους – δεν σ’ τους χαρίζουν για τους προγόνους σου».

«Βάλ’ τα και θα σ’ τα δώσουμε»

Η ελληνική γραφειοκρατία πάντως έβρισκε διαρκώς τρό- πους να προκαλεί χρονοτριβές. Ακόμη και σε ό,τι αφορού- σε τη χρηματοδότηση άμεσων αναγκών και συγκεκριμένων δράσεων της διεκδίκησης.

Η Αγγελοπούλου αντιμετώπιζε τα αδιέξοδα στα  οποία την έφερναν χρηματοδοτώντας η ίδια,  από  το οικογενεια- κό ταμείο, ό,τι δεν «προλάβαινε» να εκταμιεύσει ο κρατικός προϋπολογισμός.

Μεταξύ άλλων, χρειάστηκε να βρει σταθερή έδρα της Επιτροπής, επιλέγοντας το Ζάππειο –με τους συμβολισμούς του από το 1896– και διεθνείς πολιτικές φιλοξενίες της νεότερης εποχής.

Ως τότε εργαζόταν στη Μεγάλη Βρετανία, πληρώνοντας η ίδια τη δαπάνη – όπως και όλα τα έξοδα κίνησης και ό,τι άλλο την αφορούσε προσωπικά. Το συνέχισε ως την τελευταία μέρα των Αγώνων…

Λίγοι στην κυβέρνηση το εκτιμούσαν, και η αδράνεια έπαιρνε μορφή αδιαφορίας. Κάποιες φορές κυβερνητικοί παράγοντες ήταν ικανοί να την οδηγήσουν στην ιδέα να πηδήσει από τον έβδομο όροφο στην πλατεία Συντάγματος.

Όταν είπε στους αρμόδιους υπουργούς ότι ως τις 15 Αυγούστου 1996 έπρεπε να κατατεθεί ο αναλυτικός φάκελος υποψηφιότητας, εισέπραξε ότι… δεν είχαν αντίρρηση.

Αλλά μόλις τους εξήγησε ότι έπρεπε να συνοδεύεται με παράβολο εκατό χιλιάδων δολαρίων, κανείς δεν έβρισκε κωδικό στον προϋπολογισμό για να τα αντλήσει. Είχε δύο επιλογές – εκτός από το άλμα στο κενό…

Η μια ήταν να τα βροντήξει. Ήδη άλλωστε το έκανε δύο φορές, στην περίοδο της διεκδίκησης, αλλά ο Σημίτης δεν αποδεχόταν την παραίτησή της. Οι υπουργοί του όμως συνέχιζαν, παρά τις εντολές του, να μη συνδράμουν με θέρμη τη διεκδίκηση. Χωρίς να έχουν συνέπειες.

«Είναι οι άνθρωποί μου, κυρία Αγγελοπούλου», της απάντησε κάποια στιγμή, δικαιολογώντας γιατί τους κρατούσε δίπλα του.

Η άλλη επιλογή της ήταν να αφήσει τα πράγματα όπως ήταν. Να αποκλειστεί η Αθήνα για εκατό χιλιάδες δολάρια από μια διοργάνωση στην οποία η Ελλάδα δήλωνε ότι θα ξοδέψει δισεκατομμύρια δραχμές.

Ο από μηχανής Θεός ήταν, πάλι, ο… Θόδωρος Αγγελόπουλος! Έστειλε ισόποση προσωπική επιταγή και η υποψηφιότητα κατακυρώθηκε.

«Δεν ήταν η τελευταία φορά που ο Θόδωρος κι εγώ “σώσαμε” την Ελληνική προσπάθεια, χρηματοδοτώντας την ολυμπιακή καμπάνια», θα γράψει αργότερα.

Έτσι, στις 14 Αυγούστου του 1996, η Γιάννα Αγγελοπούλου, συνοδευόμενη από τον επικεφαλής της ομάδας σύνταξης του φακέλου υποψηφιότητας Πέτρο Συναδινό, κατέθεσε στη Λωζάνη τα σχετικά παραστατικά.

Η Αθήνα μπήκε οριστικά στον πίνακα της ΔΟΕ με τις υποψήφιες πόλεις ανάληψης της 28ης Ολυμπιάδας. Ο στόχος της Γιάννας τώρα ήταν να συμπεριληφθεί στη short-list. Οσάκις οι υπουργοί «δεν έβρισκαν κωδικούς», ο ευπατρίδης σύζυγός της, χωρίς δισταγμό, την παρότρυνε να πληρώσει η ίδια. Ο σκοπός το άξιζε…

Όταν το πήραν είδηση οι κυβερνητικοί, το… καθιέρωσαν, σε στιλ: «Βάλ’ τα και θα σου τα δώσουμε». Ακόμη και ο Σημίτης τής είπε: «Να το ξέρετε, κυρία Αγγελοπούλου, θα σας τα πληρώσουμε».

Ούτε τα πλήρωσαν ούτε θα το δέχονταν οι Αγγελόπουλοι: χάρισαν στο δημόσιο ό,τι είχαν ξοδέψει. Πόσα; Περισσότερα από 15 εκατ. δολάρια, ή πέντε δισ. δραχμές της εποχής. Ποτέ δεν έγινε γνωστή η χρηματοδότηση από το οικογενειακό ταμείο στην επόμενη φάση. Ούτε όταν ο Σημίτης υποχρεώθηκε να την καλέσει για να μαζέψει τα σπασμένα των πρώτων επιλογών του και να διοργανώσει κανονικά τους Αγώνες.

Ή αλλιώς: «να σώσει οτιδήποτε αν σώζεται».

Η πρώτη νίκη

Εκτός από την προσπάθεια να πείσει τους «Αθάνατους» της Λωζάνης, η Αγγελοπούλου έπρεπε να κάμψει και τις εσωτερικές αντιδράσεις όσων έβλεπαν ασύμφορη, αν όχι… κατα- στροφική, την ανάληψη των Αγώνων.

Δημιουργήθηκαν μέχρι και… σύλλογοι κατά της ανάληψης των Αγώνων, έγιναν διαδηλώσεις και αναπτύχθηκαν ποικίλες δράσεις και θεωρίες αποτροπής… Παρότι, όπως έδειχναν οι δημοσκοπήσεις, περισσότεροι από εννέα στους δέκα Έλληνες επιθυμούσαν την ανάληψη των Αγώνων. Χρειάστηκε υπομονή για να κατανοήσει η ευρύτερη κοινή γνώμη βασικά πράγματα, που ως τότε δεν είχαν παρουσιαστεί με επάρκεια και επιχειρήματα.

Μετά τις πρώτες διευθετήσεις και μέσα από συγκρούσεις με υπουργούς που δεν έπαιρναν τοις μετρητοίς τις εντολές του πρωθυπουργού –υπολογίζοντας ότι «θα το ξεχάσει»–    η Αγγελοπούλου κατάφερε να βάλει την «Αθήνα σε κίνηση» κατά το σλόγκαν που εισηγήθηκε ο συνεργάτης της Λευτέρης Κουσούλης.

Τον Μάρτιο του 1997 η ελληνική υποψηφιότητα αξιολογήθηκε τεχνικά από τη ΔΟΕ και πέρασε στις πέντε επικρατέστερες πόλεις.

Την πρώτη θέση στην κατάταξη πήρε η Ρώμη, με τον πανίσχυρο Νεμπιόλο και το πλεονέκτημα ότι είχε διοργανώσει και στο παρελθόν Αγώνες – όπως και η Στοκχόλμη.

Το Μπουένος Άιρες διέθετε ως πλεονέκτημα το ισπανόφωνο και νοτιοαμερικανικό λόμπι. Το Κέιπ Τάουν είχε τον Μαντέλα – και τη σημασία που θα είχε να γίνουν για πρώτη φορά οι Αγώνες σε αφρικανικό έδαφος.

Η Αθήνα έδειχνε ξυπόλυτη στ’ αγκάθια.

Σύντομα αναδείχθηκε ότι η Αγγελοπούλου κάθε άλλο παρά αμελητέος παίκτης ήταν απέναντι σε πανίσχυρους παράγοντες, γαλαζοαίματους, παγκόσμιους επιχειρηματίες και προσωπικότητες του διεθνούς αθλητισμού, που συγκροτούσαν το ολυμπιακό ιερατείο της Λωζάνης, ή τα επιτελεία των αντίπαλων πόλεων.

Θα διεκδικούσε ως το τέλος την ψήφο των 107 –πλέον– «Αθανάτων» με πείσμα και επαγγελματισμό. Οι πρώτες δάφνες με την κατάταξη στην πεντάδα έδωσαν αέρα στα πανιά της. Η δράση της δεν διέφυγε της διεθνούς προσοχής. Αθλητικοί παράγοντες και εκλέκτορες της ΔΟΕ, που κατέφθαναν στην Αθήνα, διαπίστωναν ότι την ελληνική διεκδίκηση χαρακτήριζε πλέον επαγγελματισμός και πάθος.

Ήταν μεγάλο άλμα…

ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ