
«Το σημαντικό δεν είναι ποιος αρχίζει το παιχνίδι, αλλά ποιος το τελειώνει».
Τζον Γούντενς, Αμερικανός προπονητής μπάσκετ
«Πώς πάει η… ελιά μου;»
Στο τέλος της άνοιξης του 1997 οι πέντε επικρατέστεροι του Μαρτίου παρουσίασαν εκ νέου στη Λωζάνη τις υποψηφιότητές τους. Οι ανταγωνίστριες πόλεις εμφανίστηκαν με ισχυρές εθνικές αντιπροσωπείες.
Η Αθήνα είχε κυρίως την Αγγελοπούλου και τους συμβούλους της από το εξωτερικό. Αλλά ήταν εμφανές ότι πλέον την υπολόγιζαν.
Αφού διεκδίκησε νέες αρμοδιότητες από την κυβέρνηση και μεταμόρφωσε την Επιτροπή σε ευέλικτο πενταμελές σχήμα, αναζήτησε νέες ιδέες προβολής και πειθούς. Οι παρουσιάσεις ήταν πλέον σύγχρονες, με τεχνολογική υποστήριξη και… προβαρισμένες. Οι φιλοφρονήσεις στους ολυμπιακούς εκλέκτορες ήταν στοχευμένες, η φιλοξενία προσαρμοσμένη στις συνήθειές τους και τα αναμνηστικά με συμβολισμούς.
Ισχυροί οικονομικοί παράγοντες, εστεμμένοι και άλλα μέλη της διεθνούς αφρόκρεμας που μετείχαν στη ΔΟΕ άκουγαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα κάποια να τους μιλάει στη γλώσσα που καταλάβαιναν. Τα –απαραίτητα– τραπεζώματα γίνονταν στο σπίτι της με διαφορετικό –ελληνικό– μενού κάθε φορά και ανάλογα με τον φιλοξενούμενο. Ενίοτε με χορό και μουσική. Και πάντα με την υπενθύμιση των δημοσκοπήσεων για το υψηλό ποσοστό της αποδοχής των Ολυμπιακών Αγώ- νων από την ελληνική κοινωνία.
Μετά ερχόταν η ώρα του Άλσους των Μελών της ∆ΟΕ στο Γουδή. Σε έναν οβελίσκο –που σχεδίασε ο ζωγράφος Δημήτρης Ταλαγάνης– χαράχθηκαν τα ονόµατα των «Αθανάτων». Όσοι επισκέπτονταν την Αθήνα, φύτευαν μια ελιά, από την Αρχαία Ολυμπία, με το όνομά τους, δίπλα στη σημαία της χώρας τους.
Τα κλαδιά των ελαιόδενδρων –που εν τω μεταξύ θα μεγάλωναν– θα χρησιμοποιούνταν για τα στεφάνια των νικητών. Ευφυές.
Σε ένα μικρό αμφιθέατρο, που είχε διαμορφωθεί στο Άλσος, η Γιάννα προωθούσε την ελληνική υποψηφιότητα εξιστορώντας στους επισκέπτες-κριτές τους συμβολισμούς της ελιάς από την ελληνική μυθολογία…
Την επόμενη φορά που έφτασαν στην Αθήνα οι «Αθάνατοι» πρώτο μέλημά τους ήταν να ρωτήσουν για την «ελιά τους» και μερικοί να την επισκεφθούν για να την ποτίσουν. Υιοθετώντας το δέντρο, συνδέθηκαν με την Ελλάδα.
Ο γύρος του κόσμου
Από το καλοκαίρι του 1997, η επικεφαλής της ελληνικής διεκδίκησης, έχοντας κατοχυρώσει στην πράξη την ανεξαρτησία της, παράβλεπε τις, συνήθως υπόγειες, βολές που δεχόταν ακόμη από κυβερνητικούς παράγοντες. Όπως και τις δημόσιες αμφισβητήσεις από ένα μέρος των ΜΜΕ που έμενε εκτός της ολυμπιακής λογικής, για διάφορους λόγους…
Κάποιοι την προειδοποιούσαν να μην είναι ανυποψίαστη.
«Σε τοποθέτησαν ως αποδιοπομπαίο τράγο, αν χαθούν οι Αγώνες», της είπε ο Αντώνης Σαμαράς, χωρίς να την κλονίσει. Πίστευε σ’ αυτό που έκανε.
Συνέχισε να προωθεί την άνοδο της Αθήνας στην εκτίμηση της ολυµπιακής οικογένειας, με πυκνές επισκέψεις της ίδιας και των συνεργατών της στις έδρες των Εθνικών Ολυµπιακών Επιτροπών.
Όταν χρειαζόταν, την αντικαθιστούσε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, που απολάμβανε σεβασμού στη διεθνή επιχειρηματική τάξη.
Η εμπλοκή του δεν παραβίαζε την ολυμπιακή δεοντολογία, καθώς δεν είχε επιχειρηματικά συμφέροντα στην Ελλά- δα. Ούτε αποδέχτηκε σχετικές προτάσεις για να αποκτήσει αργότερα.
Ως τον Ιούλιο του 1997, οργανώθηκαν επισκέψεις σε σαράντα τρεις χώρες, στις πέντε ηπείρους. Η ίδια έλεγε αργότερα ότι εκείνη την περίοδο γι’ αυτές τις επαφές ταξίδεψε σχεδόν 290.000 μίλια στον πλανήτη – έντεκα φορές ο γύρος του κόσμου. Χρησιμοποιώντας το ιδιωτικό της τζετ, χωρίς κρατική επιβάρυνση.
Το Παγκόσµιο Πρωτάθληµα Στίβου τον Αύγουστο του 1997 ήταν η πρόβα τζενεράλε. Η Αθήνα υποδέχτηκε εξήντα πέντε μέλη της ΔΟΕ, που ήρθαν για να παρακολουθήσουν αγωνιζόμενους αθλητές από εκατόν ενενήντα οχτώ χώρες, και η Αγγελοπούλου έκανε ό,τι έπρεπε για να τους κατακτή- σει η ελληνική πρωτεύουσα.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η τελετή Έναρξης στο Παναθηναϊκό Στάδιο, µε επιμέλεια του οσκαρικού συνθέτη Βαγγέλη Παπαθανασίου. Εφτά χρόνια αργότερα, μια άλλη τελετή θα εκστασίαζε τον πλανήτη.
Η Γιάννα, έχοντας επιβάλει τους ρυθμούς της, στηριζόταν στην αποτελεσματικότητα της ομάδας της και την άνεση της ίδιας να κινείται στον διεθνή χώρο, όπου η οικογένεια Αγγελοπούλου είχε υψηλές γνωριμίες.
Απέκτησε προσωπική επαφή με τα μέλη της ΔΟΕ και τους ενημέρωνε διαρκώς για την πρόοδο της ελληνικής προετοιμασίας. Χωρίς να προβάλλει την Αθήνα ως φαβορί. Έτσι συνέχισε ως το τέλος, με καταιγιστικές δραστηριότητες, εσωτερικές τριβές και κερδισμένες μικρές μάχες, εντός και εκτός της χώρας.
Ο χρόνος άρχισε να γίνεται πλέον σύμμαχός της. Μέρα με τη μέρα, η υποψηφιότητα της Αθήνας κέρδισε έδαφος. Στο περιθώριο των Πανευρωπαϊκών Αγώνων Στίβου, ο Σημίτης έδειξε για πρώτη φορά στην Αγγελοπούλου ότι πίστευε πλέον στην αισιοδοξία της.
Μια ασυνήθιστη αξίωση
Μία εβδομάδα πριν από τη Γενική Συνέλευση της ΔΟΕ, που θα έκρινε την ανάθεση των Αγώνων, αντιπροσωπείες των υποψήφιων πόλεων εγκαταστάθηκαν στη Λωζάνη.
Η ελληνική αποστολή είχε κάνει εξαντλητική προετοιμασία επί όλων των θεμάτων, για τα οποία υπολόγιζαν ότι θα ερωτη- θούν σε καθεμία από τις παρουσιάσεις τους – στην Ολομέλεια και τις επί μέρους επιτροπές της ΔΟΕ.
Τα περίπτερα των υποψήφιων πόλεων στον χώρο υποδοχής του Palais de Beaulieu προσπαθούσαν να επηρεάσουν ακόμα και την τελευταία στιγμή την ψήφο των µελών της ∆ΟΕ. Που μάλλον είχαν πάρει τις αποφάσεις τους… Τουλάχιστον για την αρχική ψηφοφορία.
Με μεθοδικότητα η Αγγελοπούλου έστηνε γέφυρες με τις χώρες που εμφανώς θα έμεναν έξω στις δύο πρώτες από τις διαδοχικές ψηφοφορίες.
Ιδιαίτερα εύστοχη αποδείχτηκε η επαφή με τον Νέλσον Μαντέλα. Όταν αποκλείστηκε το Κέιπ Τάουν, οι 18-20 αφρικανικές ψήφοι πήγαν στην Αθήνα, όπως προέκυψε από τη μελέτη των αποτελεσμάτων.
Ότι η προσέγγιση έγινε από τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, μέσω του τέως βασιλιά, οι κυβερνητικοί δεν το έμαθαν…
Σε αυτό το κλίμα ενθουσιασμού και αγωνίας, η Γιάννα έπρεπε να λύσει ένα ασυνήθιστο –πολιτικό– πρόβλημα της τελευταίας στιγμής: Ο υφυπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Παπανδρέου, απαίτησε να ενταχθεί στην ομάδα που θα έκανε την παρουσίαση.
Ήταν παράλογο. Κατά το ολυμπιακό πρωτόκολλο προβλεπόταν η ίδια, ο δήμαρχος Αθηναίων και ο πρωθυπουργός. Και πάντως όχι ένας υφυπουργός, που ήταν εκτός των συμφραζόμενων της προετοιμασίας.
Η άρνησή της ήταν κατηγορηματική. Ο Κ. Σημίτης αλλά και ο… Σάμαρανγκ –στους οποίους προσέφυγε ο Παπανδρέου– τη δικαίωσαν.
Κανείς δεν ήθελε να σκεφτεί ένα κυβερνητικό φάλτσο από κάποιον που δεν είχε ιδέα με πόση προσοχή στη λεπτομέρεια είχε σχεδιαστεί η παρουσίαση και ήθελε απλώς να προβληθεί.
Η ανάθεση
Μετά τη σύντομη παρέμβαση του δημάρχου Αβραμόπουλου και το μήνυμα του πρωθυπουργού Σημίτη, η πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής παρουσίασε την υποψηφιότητα της Αθήνας.
Μίλησε λιτά, με αποφασιστικό τρόπο, έχοντας αποστηθίσει το κείμενο, στο οποίο τόνιζε ένα βασικό επιχείρημα:
«Αν οι αθλητές είναι αυτοί που θα ζήσουν το όνειρο, εσείς είστε που θα το δημιουργήσετε. Με την ψήφο σας μπορείτε να πλέξετε για τους αθλητές τα στεφάνια της νίκης από τις ελιές που μαζί φυτέψαμε στο πάρκο σας… Πουθενά στον κόσμο δεν βρίσκονται πιο στενά συνδεδεμένες με τους Ολυμπιακούς Αγώνες η καρδιά και η κληρονομιά ενός λαού. Δώστε μας σήμερα αυτή την ευκαιρία και θα αισθανθείτε υπερή- φανοι γι’ αυτό…» έκλεισε με ηρεμία και αυτοπεποίθηση και περίμενε το αποτέλεσμα…
Το προηγούμενο βράδυ αρνήθηκε –για την ακρίβεια είπε:
«Στον κ… σου να τη βάλεις»– σε κάποιον που της ζήτησε να εγκρίνει μια εναλλακτική δήλωση, για την περίπτωση που θα έχανε η Αθήνα.
Πήγε στη Λωζάνη για να κερδίσει και δεν δεχόταν άλλες σκέψεις. Την απασχολούσε μόνο τι θα συμβεί στην τελική από τις τέσσερις διαδοχικές ψηφοφορίες, με τον τελευταίο κάθε φορά να εγκαταλείπει.
Στις 18:51:50΄΄ της 5ης Σεπτεμβρίου 1997, ο πρόεδρος της ∆ΟΕ Χουάν Αντόνιο Σάμαρανγκ ανέβηκε στο βήμα και ανακοίνωσε: «Η πόλη που θα έχει τη μεγάλη τιμή και ευθύνη να διοργανώσει τους Αγώνες της 28ης Ολυμπιάδας είναι η Αθήνα». Χαρές και πανηγύρια. Όπως έγινε γνωστό αργότερα, η Αθήνα επικράτησε στην τελική ψηφοφορία με 66 ψήφους έναντι 41 της Ρώμης. Ήταν η μεγαλύτερη διαφορά ψήφων στην ιστορία των Αγώνων.
Η αντίδραση από τα διεθνή ΜΜΕ ήταν θετική. Με γενναιότητα ο Ιταλός πρωθυπουργός Ρομάνο Πρόντι δήλωσε: «Με ιδιαίτερη συμπάθεια δεχόμαστε την επιλογή της Αθήνας να διοργανώσει τους Αγώνες στη χώρα που γεννήθηκαν».
Η Αγγελοπούλου περιέγραψε στο βιβλίο της τις αντιδράσεις της ελληνικής αντιπροσωπείας:
«Ξέσπασε πανδαιμόνιο, μας παρέσυρε όλους. Ο Θόδωρος με σήκωσε στον αέρα και με στριφογύριζε, λες και χορεύαμε. Όλοι αγκαλιάζονταν, φιλιούνταν, χόρευαν. Τόσο πολλοί με άρπαζαν και με φιλούσαν, ώστε συνεχώς χρειαζόταν να περιμαζεύω τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια μου –ιδιαίτερο δώρο του άντρα μου, από την Ιαπωνία, που μου τα είχε φέρει όταν γεννήθηκε ο Δημήτρης– για να μην τα πατήσει κανείς κάτω, ή να μη χαθούν μέσα στο πανηγύρι…»
Στην Ελλάδα χιλιάδες κόσμου, που είχαν συγκεντρωθεί μπροστά σε μια γιγαντοοθόνη στο Ζάππειο και τις πλατείες της επικράτειας, παραληρούσαν ενωμένοι και περήφανοι.
Μαζί με τον δήμαρχο της Αθήνας, η Γιάννα υπέγραψε την ανάθεση με ένα στιλό που της είχε φέρει ο σύζυγός της από τη Σιγκαπούρη – ειδικά για την περίσταση.
Όταν τελείωσε η διαδικασία, την πλησίασε ο Σάμαρανγκ:
«Φρόντισε να είσαι στην Οργανωτική Επιτροπή». «Αποκλείεται», του απάντησε. Από ανάγκη να επιστρέψει στην ησυχία της. Αρκετά είχε κάνει…
Ίσως και από διαίσθηση. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερε ότι οι αρμόδιοι στην Αθήνα σχεδίαζαν τη συνέχεια χωρίς αυτήν. Άλλωστε ο πρωθυπουργός, ακόμα και όταν είχε πειστεί ότι η Αθήνα θα κέρδιζε, δεν της έκανε ούτε νύξη για τον ρόλο της, μετά τη Λωζάνη.
Απλώς μερικούς μήνες αργότερα η κυβέρνηση, διά του υπουργού Εξωτερικών Θ. Πάγκαλου, της απένειμε τον τίτλο της πρέσβειρας εκ προσωπικοτήτων.
Η διοργάνωση των Αγώνων όμως είχε ήδη αρχίσει χωρίς αυτήν…
ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ
