Τα οικονομικά των κομμάτων ως ζήτημα συνταγματικής τάξης: η οικονομική ισονομία συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του κράτους δικαίου και την αξιοπιστία των θεσμών

Του  Σωκράτη Αργύρη 

Η δημόσια παραδοχή κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών ότι τα χρέη των κομμάτων εξουσίας δεν μπορούν, υπό τα παρόντα οικονομικά δεδομένα, να αποπληρωθούν πλήρως και ότι η διαρκής διόγκωσή τους συνιστά μια πρακτικά αναπόφευκτη εξέλιξη, μετατοπίζει τη συζήτηση από το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης στο πεδίο της θεσμικής και συνταγματικής θεωρίας. 

Τι συνεπάγεται για τη δημοκρατική ισότητα η δημόσια παραδοχή ότι πολιτικοί οργανισμοί που ασκούν ή διεκδικούν την κρατική εξουσία δεν είναι σε θέση να αποπληρώσουν πλήρως τις οικονομικές τους υποχρεώσεις;

Η συζήτηση παύει τότε να αφορά απλώς τη διαχείριση δανείων και μετατρέπεται σε ερώτημα δημοκρατικής ισότητας. Διότι αν η αφερεγγυότητα συνεπάγεται για τον πολίτη κατασχέσεις, πλειστηριασμούς και οικονομικό αποκλεισμό, ποια αρχή δικαιολογεί μια διαφορετική μεταχείριση για τους οργανισμούς που διεκδικούν την άσκηση της κρατικής εξουσίας;

Ανεξαρτήτως των πολιτικών ευθυνών που οδήγησαν στη συσσώρευση των σχετικών υποχρεώσεων, το κρίσιμο ερώτημα σήμερα είναι διαφορετικό: πώς οφείλει ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου να αντιμετωπίζει οικονομικές υποχρεώσεις πολιτικών οργανισμών οι οποίες εμφανίζονται εξαιρετικά δυσχερείς ή και αδύνατες να αποπληρωθούν πλήρως. Το ερώτημα αυτό δεν είναι πρωτίστως λογιστικό, αλλά θεσμικό και συνταγματικό.

Η αρχή της ισονομίας, η οποία αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση κάθε κράτους δικαίου, προϋποθέτει ότι οι κανόνες οικονομικής ευθύνης εφαρμόζονται κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και συμμετρικό. 

Στην πράξη, ωστόσο, ανακύπτει μια εμφανής ανισότητα μεταχείρισης. Ο ιδιώτης δανειολήπτης, η μικρομεσαία επιχείρηση και κάθε φυσικό πρόσωπο που αδυνατεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις του υπόκειται σε ένα αυστηρό σύστημα πιστοληπτικής αξιολόγησης, αναγκαστικής εκτέλεσης, κατασχέσεων και πλειστηριασμών.

Αντιθέτως, οι κομματικοί οργανισμοί που συσσωρεύουν επί δεκαετίες μη εξυπηρετούμενες υποχρεώσεις εξακολουθούν να λειτουργούν κανονικά, να συμμετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες, να λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση και να διατηρούν πλήρη πολιτική επιρροή.

Το ζήτημα δεν αφορά απλώς το ύψος των οφειλών, αλλά τη διαφορετική θεσμική αντιμετώπιση της αδυναμίας αποπληρωμής. Εφόσον η οικονομική αφερεγγυότητα συνεπάγεται για τον κοινό πολίτη σοβαρές έννομες συνέπειες, ενώ για τους φορείς της πολιτικής εξουσίας μετατρέπεται σε μόνιμη και ανεκτή συνθήκη λειτουργίας, διαμορφώνεται ένα πεδίο θεσμικής εξαίρεσης από τους συνήθεις κανόνες οικονομικής λογοδοσίας, γεγονός που εγείρει ζητήματα συμβατότητας με την αρχή της ισονομίας και της ίσης υπαγωγής όλων στα βάρη και τις συνέπειες του νόμου.

Η θεσμική αυτή ασυμμετρία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν εξετάζεται υπό το πρίσμα της σχέσης των κομμάτων με το τραπεζικό σύστημα. 

Σύμφωνα με δημοσιευμένους ισολογισμούς και δημόσιες αναφορές, οι τραπεζικές υποχρεώσεις της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής ανέρχονται σε υψηλά επίπεδα και καταγράφουν διαχρονικά αυξητική πορεία, τοποθετούμενες σε τάξη μεγέθους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. 

Κατά ορισμένες εκτιμήσεις, το συνολικό ύψος των σχετικών υποχρεώσεων προσεγγίζει το ένα δισεκατομμύριο ευρώ, γεγονός που έχει τροφοδοτήσει έντονη δημόσια και πολιτική συζήτηση ως προς τη βιωσιμότητά τους.

Σημαντικό μέρος των σχετικών τραπεζικών απαιτήσεων συνδέεται ιστορικά με την Τράπεζα Πειραιώς, μέσω διαδοχικών συγχωνεύσεων και μεταβιβάσεων χαρτοφυλακίων δανείων από άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Δημοσιευμένες καταθέσεις σε κοινοβουλευτικές επιτροπές και δημοσιογραφικές αναφορές έχουν κατά καιρούς αναδείξει την Πειραιώς ως έναν από τους βασικούς πιστωτές των δύο κομμάτων, ενώ έχουν καταγραφεί και νομικές ενέργειες για τη διασφάλιση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενες οφειλές, γεγονός που έχει τροφοδοτήσει επανειλημμένα δημόσιες και πολιτικές αμφισβητήσεις ως προς τη βιωσιμότητα των σχετικών δανείων.

Στον δημόσιο λόγο έχει επίσης υποστηριχθεί ότι η ιστορική αναδιάρθρωση της τραπεζικής έκθεσης των πολιτικών κομμάτων, σε συνδυασμό με διαδικασίες ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού συστήματος, ενδέχεται να έχει μεταφέρει μέρος του σχετικού χρηματοπιστωτικού κινδύνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Παράλληλα, γίνεται επίκληση συγκεκριμένων νομοθετικών ρυθμίσεων, όπως το άρθρο 78 του Ν. 4146/2013, ως στοιχείων που φέρονται να επηρέασαν το πλαίσιο νομικής και ποινικής αξιολόγησης των σχετικών χρηματοδοτήσεων, θωρακίζοντας αναδρομικά τις διοικητικές αποφάσεις χορήγησής τους μέσω διατυπώσεων που έχουν αποτελέσει αντικείμενο έντονης νομικής και πολιτικής συζήτησης ως προς την εμβέλεια και τις συνέπειές τους για τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε λογιστικές ή τεχνικές παραμέτρους. Τα πολιτικά κόμματα δεν αποτελούν απλώς ιδιωτικούς οργανισμούς, αλλά θεσμούς που διαμεσολαβούν μεταξύ κοινωνίας και κράτους και συμμετέχουν άμεσα στη συγκρότηση της λαϊκής βούλησης. Η οικονομική τους λειτουργία επηρεάζει συνεπώς όχι μόνο τους πιστωτές τους, αλλά και την ίδια τη δημοκρατική διαδικασία. Όταν πολιτικοί οργανισμοί με εξαιρετικά υψηλές και διαρκώς αυξανόμενες υποχρεώσεις εξακολουθούν να ασκούν απρόσκοπτα τις δραστηριότητές τους και να διεκδικούν την άσκηση κυβερνητικής εξουσίας, ανακύπτουν εύλογα ερωτήματα ως προς την ισότητα των όρων πολιτικού ανταγωνισμού και τη σχέση μεταξύ οικονομικής ισχύος, χρηματοδότησης και δημοκρατικής αντιπροσώπευσης.

Η ευρωπαϊκή συνταγματική εμπειρία υποδεικνύει μια διαφορετική προσέγγιση. Η δημοκρατική νομιμοποίηση των θεσμών ενισχύεται όταν η πολιτική εξουσία υπάγεται στους ίδιους κανόνες ελέγχου και λογοδοσίας που ισχύουν για το σύνολο της κοινωνίας. Η περίπτωση της Γαλλίας είναι ενδεικτική. Η δικαστική διερεύνηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η καταδίκη ανώτατων πολιτικών προσώπων για παραβιάσεις κανόνων χρηματοδότησης εκλογικών εκστρατειών ή κομματικών μηχανισμών δεν αντιμετωπίστηκε ως απειλή για τη δημοκρατική σταθερότητα, αλλά ως έκφραση της θεσμικής της ανθεκτικότητας. Η σημασία αυτής της εμπειρίας δεν έγκειται στην ηθική απαξίωση της πολιτικής τάξης, αλλά στην εμπέδωση της αρχής ότι κανένα δημόσιο αξίωμα και κανένας κομματικός οργανισμός δεν μπορεί να εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των κοινών κανόνων δικαίου.

Η διαρκής ανοχή απέναντι σε οικονομικές πρακτικές που δύσκολα θα γίνονταν αποδεκτές για οποιοδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο παράγει ευρύτερες πολιτικές συνέπειες. Η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δεν διαβρώνεται μόνο από φαινόμενα διαφθοράς ή κακοδιοίκησης, αλλά και από την αντίληψη ότι η άσκηση της εξουσίας συνοδεύεται από ένα διαφοροποιημένο καθεστώς ευθύνης. Όταν η εφαρμογή των κανόνων εμφανίζεται άνιση, ενισχύεται η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς αντιπροσώπευσης και διευρύνεται η απόσταση μεταξύ πολιτών και πολιτικού συστήματος. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς ζήτημα πολιτικής εικόνας· συνδέεται άμεσα με την ποιότητα της δημοκρατικής νομιμοποίησης και τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα των θεσμών.

Η συγκριτική ευρωπαϊκή εμπειρία καταδεικνύει ότι το ζήτημα των οικονομικών των κομμάτων δεν αντιμετωπίζεται ομοιόμορφα ως προς τη δομή και τη διαφάνεια, αλλά εμφανίζει κρίσιμες διαφοροποιήσεις ως προς το επίπεδο θεσμικού ελέγχου. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, τα πολιτικά κόμματα υποχρεούνται να δημοσιεύουν ετήσιους ισολογισμούς, οι οποίοι υποβάλλονται θεσμικά στο κοινοβούλιο και καθίστανται δημόσια προσβάσιμοι, περιλαμβάνοντας αναλυτικά στοιχεία για έσοδα, δαπάνες, περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις. Στο πλαίσιο αυτό, κόμματα όπως η CDU και η SPD διαθέτουν εκτενή οικονομική δραστηριότητα, με αντίστοιχες υποχρεώσεις διαφάνειας και λογοδοσίας.

Αντιστοίχως, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Electoral Commission δημοσιεύει σε δημόσια βάση δεδομένων τις οικονομικές ροές των κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων δωρεών, δανείων και συνολικών δαπανών. Σε άλλες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις, όπως στη Γαλλία, λειτουργούν ανεξάρτητες αρχές ελέγχου της πολιτικής χρηματοδότησης, οι οποίες εποπτεύουν τόσο τις προεκλογικές δαπάνες όσο και τη γενικότερη οικονομική δραστηριότητα των κομμάτων.

Έχει επίσης επισημανθεί ότι η ύπαρξη συνδεδεμένων νομικών προσώπων, όπως ιδρυμάτων και λοιπών οργανωτικών δομών, μπορεί να δημιουργεί ένα πιο σύνθετο πλέγμα οικονομικών ροών, το οποίο δεν αποτυπώνεται πάντοτε με άμεσο και ενιαίο τρόπο στους δημοσίως διαθέσιμους κομματικούς ισολογισμούς.

Η συγκριτική αυτή εμπειρία αναδεικνύει το ερώτημα των θεσμικών εγγυήσεων που απαιτούνται για την αποτελεσματική οικονομική λογοδοσία των πολιτικών κομμάτων.

 Η συνταγματική ενσωμάτωση ενός σχετικού πλαισίου θα μπορούσε να εδράζεται στην ενίσχυση των αρχών της διαφάνειας και της ίσης πολιτικής ανταγωνιστικότητας ως οργανικών στοιχείων του δημοκρατικού πολιτεύματος, η δε διαφάνεια να λειτουργεί προληπτικά, διασφαλίζοντας την ισότητα των όρων του πολιτικού ανταγωνισμού.

Στο πλαίσιο αυτό, η οικονομική λειτουργία των πολιτικών κομμάτων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αμιγώς ιδιωτική δραστηριότητα, αλλά ως άμεσα συνδεδεμένη με την άσκηση κρατικής εξουσίας και τη διαμόρφωση της λαϊκής βούλησης.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος προϋποθέτει τη συγκρότηση ενός αυστηρότερου πλαισίου οικονομικής λογοδοσίας των πολιτικών κομμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, ο τακτικός και υποχρεωτικός έλεγχος των κομματικών οικονομικών από το Ελεγκτικό Συνέδριο —ως Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο στελεχωμένο από ισόβιους τακτικούς δικαστές— θα μπορούσε να αποτελέσει την κρίσιμη θεσμική εγγύηση, μετατοπίζοντας τη διαδικασία από το επίπεδο του κοινοβουλευτικού αυτοελέγχου στο επίπεδο της αυθεντικής δικαστικής λογοδοσίας για τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος. Παράλληλα, η διαπίστωση σοβαρών και διαρκών παραβιάσεων των κανόνων οικονομικής διαχείρισης θα μπορούσε να συνεπάγεται κυρώσεις, όπως περιορισμό ή αναστολή της κρατικής χρηματοδότησης, ενισχυμένη εποπτεία και σαφή αστική και ποινική ευθύνη των φυσικών προσώπων που ασκούν τη διοίκηση των κομμάτων.

Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών υποδηλώνει ότι η απλή νομοθετική ρύθμιση ενδέχεται να μην επαρκεί για την αποτροπή παρόμοιων φαινομένων στο μέλλον, ιδίως όταν οι ίδιοι οι πολιτικοί φορείς καλούνται να καθορίσουν τους κανόνες που διέπουν τη χρηματοδότησή τους. Υπό το πρίσμα αυτό, η συνταγματική κατοχύρωση ορισμένων θεμελιωδών εγγυήσεων οικονομικής διαφάνειας, λογοδοσίας και ανεξάρτητου ελέγχου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρόσθετη θεσμική δικλείδα προστασίας της ισότητας των όρων πολιτικού ανταγωνισμού και της εμπιστοσύνης προς τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Εάν γίνει δεκτό ότι η οικονομική διαφάνεια των πολιτικών κομμάτων συνδέεται άμεσα με την ποιότητα της δημοκρατικής λειτουργίας, τότε τίθεται εύλογα το ζήτημα της συνταγματικής της θωράκισης. Μια ενδεικτική διατύπωση θα μπορούσε να λάβει την ακόλουθη μορφή:

Άρθρο (…)

 – Πολιτικά κόμματα και οικονομική διαφάνεια

1. Τα πολιτικά κόμματα συμβάλλουν στην ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η οργάνωση και η δράση τους υπόκεινται στις αρχές της διαφάνειας και της οικονομικής λογοδοσίας.

2. Η χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων από το Κράτος, καθώς και κάθε μορφή οικονομικής ενίσχυσης ή δανεισμού που συνδέεται με τη λειτουργία τους, διέπεται από κανόνες που εξασφαλίζουν την ίση μεταχείριση, τη δημοσιότητα και τον αποτελεσματικό έλεγχο.

3. Η θέσπιση και τροποποίηση του πλαισίου χρηματοδότησης και οικονομικής διαχείρισης των πολιτικών κομμάτων γίνεται με νόμο που ψηφίζεται από την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.

4. Ο έλεγχος των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ως Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο, το οποίο είναι λειτουργικά και προσωπικά ανεξάρτητο και υπόκειται αποκλειστικά σε κοινοβουλευτικό έλεγχο.

5. Τα αποτελέσματα των ελέγχων δημοσιοποιούνται υποχρεωτικά και με τρόπο πλήρη και προσβάσιμο στους πολίτες.

6. Με νόμο μπορεί να προβλέπονται κυρώσεις για σοβαρές παραβάσεις της νομοθεσίας περί χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων διοικητικών και οικονομικών μέτρων, χωρίς να θίγεται η ελεύθερη λειτουργία και συμμετοχή τους στο δημοκρατικό σύστημα.

Η μακροπρόθεσμη ενίσχυση της θεσμικής εμπιστοσύνης προϋποθέτει την εφαρμογή κανόνων οικονομικής λογοδοσίας που δεσμεύουν ισότιμα τόσο τους πολίτες όσο και τους οργανισμούς που διεκδικούν ή ασκούν κρατική εξουσία.

Κατά συνέπεια, η οικονομική ισονομία δεν αποτελεί απλώς ζήτημα τεχνικής δημοσιονομικής διαχείρισης, αλλά συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του κράτους δικαίου, την ποιότητα της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης και την αξιοπιστία των θεσμών.