
Του Σωκράτη Αργύρη
«Αυτό που μας διδάσκει η εμπειρία και η Ιστορία είναι ότι οι λαοί και οι κυβερνήσεις δεν έμαθαν ποτέ τίποτα από την Ιστορία, ούτε ενήργησαν ποτέ σύμφωνα με τα διδάγματα που θα έπρεπε να είχαν αντλήσει από αυτήν».
— Χέγκελ, Φιλοσοφία της Ιστορίας (έκδοση 1837)
Η ιστορία της διεθνούς διπλωματίας και των ένοπλων συγκρούσεων σπάνια γράφεται με τους όρους των επίσημων ανακοινωθέντων. Πίσω από την κουρτίνα της ηθικής ρητορικής, των επικλήσεων στο διεθνές δίκαιο και της υπεράσπισης της ελευθερίας, κινείται διαχρονικά ένας ψυχρός, υπόγειος μηχανισμός όπου η γεωπολιτική ισχύς και το οικονομικό κέρδος διαπλέκονται αδιάρρηκτα.
Η απόσταση που χωρίζει τις αποκαλύψεις του Καρλ Λίμπκνεχτ στο γερμανικό Ράιχσταγκ την άνοιξη του 1913 από τις σκοτεινές διαβουλεύσεις της άνοιξης του 2022 στην Κωνσταντινούπολη, με πρωταγωνιστή τον Μπόρις Τζόνσον, μοιάζει χρονικά μεγάλη, αλλά δομικά ανύπαρκτη. Πρόκειται για την ίδια ιστορική συνέχεια, τον ίδιο κυνικό ιστό όπου η διπλωματία παύει να είναι το εργαλείο για την αποτροπή ή τη λήξη της σφαγής και μετατρέπεται σε όργανο διαχείρισης και παράτασής της, προς όφελος συγκεκριμένων στρατιωτικών, βιομηχανικών και γεωστρατηγικών συμπλεγμάτων.
Όταν ο Λίμπκνεχτ, μια μοναχική αλλά στεντόρεια φωνή στον ευρωπαϊκό σοσιαλισμό, αποκάλυπτε το 1913 ότι η γερμανική πολεμική βιομηχανία Waffenfabrik Mauser εξαγόραζε δημοσιογράφους της γαλλικής εφημερίδας Le Figaro για να δημοσιεύουν φιλοπόλεμα άρθρα κατά του Βερολίνου, δεν ξεσκέπαζε απλώς ένα εταιρικό σκάνδαλο. Φώτιζε τη γέννηση μιας νέας παγκόσμιας παθολογίας: της τεχνητής κατασκευής απειλών με αποκλειστικό σκοπό την τροφοδότηση της κρατικής εξοπλιστικής δαπάνης. Η προβοκάτσια εκείνη, σε συνδυασμό με τις δωροδοκίες της Krupp σε αξιωματούχους του Υπουργείου Πολέμου για την υποκλοπή απόρρητων σχεδίων, απέδειξε ότι ο μιλιταρισμός δεν ήταν μια αφηρημένη ιδεολογική εκτροπή, αλλά μια εξαιρετικά κερδοφόρος επιχείρηση.
Οι βιομηχανίες όπλων δεν λειτουργούσαν παθητικά απέναντι στην πολεμική ένταση, αλλά συνέβαλλαν ενεργά στη διαμόρφωση ενός κλίματος φόβου και εξοπλιστικής κλιμάκωσης, μετατρέποντας τον φόβο σε πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο.
Το «στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα», ένας όρος που θα εκλαϊκευόταν δεκαετίες αργότερα από τον Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, είχε ήδη βρει τον απόλυτο μηχανισμό λειτουργίας του: τη χειραγώγηση της πληροφορίας για τον αποκλεισμό κάθε ειρηνικής εναλλακτικής.
Στον 21ο αιώνα, η φύση του πολέμου έχει αλλάξει, τα μέσα ενημέρωσης έχουν ψηφιοποιηθεί και οι γεωπολιτικές ισορροπίες έχουν μετατοπιστεί, αλλά η βασική αρχιτεκτονική του συστήματος παραμένει απαράλλακτη. Η σύγκρουση στην Ουκρανία αποτελεί το πιο τραγικό και σύνθετο παράδειγμα αυτής της διαχρονικής συνέχειας. Ενώ η ρωσική εισβολή του 2022 συνιστά μια αναμφισβήτητη, κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας ενός κράτους με βαθιά αναθεωρητικά κίνητρα, η μετέπειτα διαχείριση της κρίσης από τη συλλογική Δύση ανέδειξε εκ νέου τα ίδια δομικά συμφέροντα που είχε καταγγείλει ο Λίμπκνεχτ. Ο πόλεμος σταμάτησε γρήγορα να εξετάζεται ως μια ανθρωπιστική καταστροφή που απαιτούσε άμεση διπλωματική κατάσβεση και μετατράπηκε σε μια ιστορική «ευκαιρία». Για τις μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες των ΗΠΑ και της Ευρώπης, η παράταση των εχθροπραξιών εξελίχθηκε σε μια άνευ προηγουμένου οικονομική αναγέννηση. Τα δισεκατομμύρια των εξοπλιστικών πακέτων που εγκρίνονται στα δυτικά κοινοβούλια δεν αποτελούν απλώς βοήθεια προς το Κίεβο, αλλά μια γιγαντιαία κρατική επιδότηση προς τις εγχώριες πολεμικές βιομηχανίες, οι οποίες βλέπουν τα βιβλία παραγγελιών τους γεμάτα για τις επόμενες δεκαετίες, καθώς τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ σπεύδουν να αναπληρώσουν και να εκσυγχρονίσουν τα δικά τους οπλοστάσια.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διπλωματία παύει να λειτουργεί αυτόνομα και υποτάσσεται στις ανάγκες της στρατηγικής φθοράς. Η πιο ξεκάθαρη, και ταυτόχρονα πιο σκοτεινή, αποτύπωση αυτής της υποταγής σημειώθηκε την άνοιξη του 2022, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων της Κωνσταντινούπολης. Στα τέλη Μαρτίου εκείνης της χρονιάς, οι αντιπροσωπείες της Μόσχας και του Κιέβου, υπό την τουρκική διαμεσολάβηση, είχαν καταφέρει να διαμορφώσουν ένα ρεαλιστικό, αν και επώδυνο, προσχέδιο συμφωνίας. Το λεγόμενο “Communiqué της Κωνσταντινούπολης” προέβλεπε την ουδετερότητα της Ουκρανίας με ισχυρές διεθνείς εγγυήσεις ασφαλείας, την αποχή της από το ΝΑΤΟ και το πάγωμα του εδαφικού καθεστώτος της Κριμαίας και του Ντονμπάς για μελλοντικές συζητήσεις. Ήταν μια στιγμή όπου η διπλωματία έδειχνε ικανή να αναχαιτίσει τη δυναμική του ολοκληρωτικού πολέμου.
Η ξαφνική επίσκεψη του τότε Βρετανού Πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον στο Κίεβο στις 9 Απριλίου 2022 λειτούργησε ως ο καταλύτης για την κατάρρευση αυτού του παραθύρου ευκαιρίας. Οι μαρτυρίες που ακολούθησαν, όχι από τη ρωσική πλευρά, αλλά από τον ίδιο τον επικεφαλής της ουκρανικής διαπραγματευτικής ομάδας, Νταβίντ Αραχαμία, καθώς και από μεσολαβητές όπως ο πρώην Πρωθυπουργός του Ισραήλ Ναφτάλι Μπένετ, συνθέτουν μια εικόνα συνειδητού γεωπολιτικού βέτο. Ο Τζόνσον δεν μετέφερε απλώς τις επιφυλάξεις της Δύσης για την αξιοπιστία του Βλαντιμίρ Πούτιν· μετέφερε μια σαφή στρατηγική εντολή: η Δύση δεν ήταν έτοιμη να υπογράψει καμία συμφωνία εγγυήσεων που θα τερμάτιζε τον πόλεμο εκείνη τη στιγμή.
Σύμφωνα με τον Ουκρανό διαπραγματευτή Davyd Arakhamia, το μήνυμα που μετέφερε η βρετανική πλευρά συνοψίστηκε — κατά την εκτίμησή του — στη λογική της συνέχισης της σύγκρουσης αντί άμεσης συμφωνίας.
Η επίσημη δυτική ιστοριογραφία έσπευσε να δικαιολογήσει αυτή τη μεταστροφή προτάσσοντας την ταυτόχρονη αποκάλυψη των φρικαλεοτήτων στην Μπούτσα, η οποία κατέστησε κάθε συμβιβασμό ηθικά μη αποδεκτό για την ουκρανική κοινή γνώμη. Αν και ο ηθικός αποτροπιασμός ήταν απόλυτα πραγματικός και δικαιολογημένος, η πολιτική αξιοποίησή του εξυπηρέτησε μια βαθύτερη, προϋπάρχουσα στρατηγική επιλογή. Η επιλογή αυτή δεν ήταν άλλη από τη μετατροπή της Ουκρανίας σε ένα πεδίο «πολέμου δι’ αντιπροσώπων» (proxy war), με αντικειμενικό σκοπό τη στρατηγική, οικονομική και στρατιωτική εξάντληση της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Η διπλωματία εγκαταλείφθηκε σταδιακά, καθώς στη Δύση επικράτησε η εκτίμηση ότι η συνέχιση του πολέμου μπορούσε να οδηγήσει σε στρατηγική φθορά της Ρωσίας, στερώντας από τα δυτικά κέντρα ισχύος την ευκαιρία να καταφέρουν ένα στρατηγικό πλήγμα στη Μόσχα, σε μια περίοδο πρωτοφανούς αύξησης των εξοπλιστικών δαπανών.
Η δυτική στρατηγική μετά το 2022 στηρίχθηκε στην προσδοκία ενός διπλού οφέλους: γεωπολιτικό, μέσω της στρατηγικής φθοράς της Ρωσίας, και οικονομικό, μέσω της αναγέννησης της αμυντικής βιομηχανίας και της ενεργειακής αναδιάταξης της Ευρώπης. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη. Η Ρωσία δεν κατέρρευσε όπως είχε προβλεφθεί, ενώ η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με ενεργειακό σοκ, πληθωρισμό, ακρίβεια και πίεση στη βιομηχανική της ανταγωνιστικότητα. Έτσι, η υπόθεση ενός «καθαρού» δυτικού οφέλους αποδείχθηκε υπεραισιόδοξη, αποκαλύπτοντας πως οι πόλεμοι φθοράς συχνά παράγουν τελικά πολύ μεγαλύτερο κοινωνικό και οικονομικό κόστος απ’ όσο υπολογίζουν εκείνοι που τους σχεδιάζουν.
Η γεωπολιτική αυτή τύφλωση αποκτά ακόμη πιο παρακρατικά και κυνικά χαρακτηριστικά αν αναλογιστεί κανείς ότι η συντήρηση και το άνοιγμα των πολεμικών μετώπων δεν λειτουργούν απομονωμένα, αλλά ως συγκοινωνούντα δοχεία μιας ενιαίας πολεμικής οικονομίας. Το ιστορικό σκάνδαλο Ιράν-Κόντρας τη δεκαετία του 1980 αποτελεί την απόλυτη ανατομία αυτού του μηχανισμού: η Ουάσιγντον πουλούσε κρυφά όπλα στο Ιράν—το οποίο δημόσια καταδίκαζε και είχε υπό επίσημο εμπάργκο—προκειμένου με τα «μαύρα» έσοδα αυτής της συναλλαγής να χρηματοδοτήσει παράνομα το αντάρτικο των Κόντρας στη Νικαράγουα.
Αυτή η «διπλωματία του καζίνου» αποδεικνύει ότι για το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, ένα μέτωπο δεν αποτελεί ποτέ ένα αυτοτελές πολιτικό πρόβλημα, αλλά μια οικονομική και στρατηγική ευκαιρία που μπορεί να «ανακυκλωθεί» για να πυροδοτήσει μια νέα εστία ανάφλεξης αλλού. Στον 21ο αιώνα, η λογική αυτή παραμένει ζωντανή, είτε πίσω από τις δημόσιες απειλές και τα εμπάργκο κρύβονται μυστικά, υπόγεια “deals” ισχύος, είτε οι πόροι ενός πολέμου (όπως στην Ουκρανία) ανακατευθύνονται με μια ρητορική μεταστροφή προς την Κίνα ή τη Μέση Ανατολή. Τα μέτωπα αλλάζουν ονόματα, αλλά η ανάγκη της μηχανής για νέα καύσιμα παραμένει σταθερή.
Αυτή η δυναμική αναδεικνύει μια θεμελιώδη αλήθεια για τη δομή του σύγχρονου διεθνούς συστήματος: ο πόλεμος φθοράς διαθέτει τη δική του αυτοτροφοδοτούμενη οικονομική λογική. Όταν οι αμυντικές δαπάνες ενσωματώνονται στους κρατικούς προϋπολογισμούς ως μόνιμες αναπτυξιακές συνιστώσες και όταν οι δεξαμενές σκέψης (think tanks) που διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική χρηματοδοτούνται απευθείας από τους κατασκευαστές όπλων, η παραγωγή φιλοπόλεμης ρητορικής παύει να είναι απλή προπαγάνδα. Γίνεται δομικό στοιχείο της κρατικής λειτουργίας.
Η σύγχρονη εκδοχή της «εξαγοράς της Figaro» δεν γίνεται πλέον με κρυφές επιστολές, αλλά μέσα από εξελιγμένες εκστρατείες δημόσιας διπλωματίας, στρατηγικής επικοινωνίας και ανάλυσης στα συστημικά μέσα ενημέρωσης, όπου κάθε φωνή που ζητά άμεση κατάπαυση του πυρός ή διπλωματικό συμβιβασμό στιγματίζεται άμεσα ως «συνθηκολόγηση», «κατευνασμός» ή υποστήριξη προς τον εχθρό.
Η τραγωδία αυτής της ιστορικής επανάληψης έγκειται στο γεγονός ότι το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος μετακυλίεται πάντα στις κοινωνίες, ενώ τα κέρδη συγκεντρώνονται στα χέρια μιας ελίτ που λειτουργεί πέρα και πάνω από εθνικά σύνορα. Ο Λίμπκνεχτ φυλακίστηκε και τελικά δολοφονήθηκε επειδή τόλμησε να καταδείξει ότι οι εργάτες της Γερμανίας και της Γαλλίας σφαγιάζονταν στα χαρακώματα για να αυξηθούν τα μερίσματα της Krupp.
Σήμερα, η Ουκρανία υφίσταται μια ανυπολόγιστη δημογραφική και υλική καταστροφή, ενώ η Ευρώπη βυθίζεται σε μια παρατεταμένη οικονομική και ενεργειακή κρίση, την ίδια ώρα που οι ισολογισμοί των αμυντικών κολοσσών καταγράφουν ιστορικά ρεκόρ και οι γεωπολιτικοί σκακιστές στην Ουάσιγντον και το Λονδίνο αποτιμούν τη σύγκρουση με όρους κυνικής σχέσης κόστους-οφέλους.
Η υπόθεση της επίσκεψης Μπόρις Τζόνσον και η εξέλιξη της διαδικασίας της Κωνσταντινούπολης παραμένουν αντικείμενο διαφορετικών ερμηνειών, αλλά αναδεικνύουν τη σύγκρουση μεταξύ διπλωματικής λύσης και στρατηγικής συνέχισης του πολέμου. Δεν αποτελούν μια εξαίρεση, αλλά την επιβεβαίωση του κανόνα. Αποδεικνύουν ότι στη διεθνή σκακιέρα, η ειρήνη συχνά αντιμετωπίζεται ως απειλή για τη σταθερότητα των κερδών και των στρατηγικών σχεδιασμών. Όσο η αρχιτεκτονική της παγκόσμιας ασφάλειας παραμένει όμηρος των συμφερόντων που ζουν και αναπνέουν μέσα από την παράταση των κρίσεων, η διπλωματία θα παραμένει ένα ευνουχισμένο εργαλείο, μια ρητορική βιτρίνα που χρησιμοποιείται όχι για να τερματίσει τον πόλεμο, αλλά για να νομιμοποιήσει τη συνέχειά του.
Η αποκάλυψη αυτού του κυνικού νήματος, που συνδέει το 1913 με το σήμερα, παραμένει το πρώτο και πιο αναγκαίο βήμα για την αποδόμηση της πολεμικής μηχανής που συνεχίζει να καταβροχθίζει το μέλλον των λαών στο όνομα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των εταιρικών ισολογισμών.

