Από τον ορθό λόγο στην πολιτική υποβολή: γλώσσα, εικόνα και τεχνητή νοημοσύνη

Του Σωκράτη Αργύρη 

Η γλώσσα, ως επιτέλεση κάθε λόγου, δεν είναι ούτε αντιδραστική ούτε προοδευτική· είναι πολύ απλά: φασιστική· γιατί ο φασισμός δεν είναι το να εμποδίζεις να ειπωθεί κάτι, είναι το να αναγκάζεις να ειπωθεί.

– Roland Barthes 

Πριν από περίπου πενήντα χρόνια, ο Γάλλος στοχαστής Ρολάν Μπαρτ διατύπωσε μια θέση που στην αρχή ακούγεται υπερβολική, αλλά αποδεικνύεται εξαιρετικά επίκαιρη. Είπε ότι η γλώσσα είναι «φασιστική», όχι επειδή μας απαγορεύει να μιλήσουμε, αλλά επειδή μας υποχρεώνει να μιλάμε με συγκεκριμένους τρόπους. Με αυτό εννοούσε ότι η εξουσία δεν λειτουργεί μόνο με απαγορεύσεις και βία, αλλά κυρίως μέσα από τη διαμόρφωση του ίδιου του λόγου μας.

Όταν χρησιμοποιούμε ορισμένες λέξεις και όχι άλλες, όταν περιγράφουμε τον κόσμο με συγκεκριμένες κατηγορίες, τότε έχουμε ήδη αποδεχθεί ένα πλαίσιο σκέψης που δεν είναι ουδέτερο. Η πραγματική δύναμη της εξουσίας δεν είναι να μας κλείσει το στόμα, αλλά να καθορίσει τι θεωρείται φυσικό να ειπωθεί. Αν ο κλασικός πολιτικός λόγος στηριζόταν στην πειθώ και στα επιχειρήματα, ο σύγχρονος πολιτικός λόγος λειτουργεί όλο και περισσότερο μέσω της υποβολής. Δεν προσπαθεί να αποδείξει κάτι, αλλά να το κάνει να μοιάζει αυτονόητο. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την επανάληψη, τη συναισθηματική φόρτιση και κυρίως μέσα από τις εικόνες.

Σε αυτή τη βάση, πολλές λέξεις στη δημόσια ζωή αποσπώνται σταδιακά από το αρχικό τους νόημα. Όροι όπως «μεταρρύθμιση», «ασφάλεια», «εκσυγχρονισμός» ή «πρόοδος» δεν έχουν πλέον μία σταθερή σημασία. Λειτουργούν σαν πλωτά σημαίνοντα: λέξεις που μπορούν να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με το ποιος τις χρησιμοποιεί. Η δύναμή τους δεν βρίσκεται στην ακρίβεια, αλλά στην ευελιξία τους. Μπορούν να προκαλούν θετικά συναισθήματα χωρίς να λένε κάτι συγκεκριμένο. Έτσι, η πολιτική συζήτηση μετατοπίζεται: αντί να συζητάμε για σαφείς επιλογές, συχνά κινούμαστε γύρω από λέξεις που όλοι χρησιμοποιούν αλλά ο καθένας καταλαβαίνει διαφορετικά. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο πολίτης δεν αντιμετωπίζεται πλέον κυρίως ως κριτικός αναγνώστης επιχειρημάτων, αλλά ως αποδέκτης εντυπώσεων και συναισθημάτων.

Η αλλαγή αυτή συνδέεται στενά με την κυριαρχία της εικόνας. Η εικόνα έχει ένα πλεονέκτημα απέναντι στον λόγο: λειτουργεί ακαριαία. Δεν χρειάζεται ανάλυση ή χρόνο σκέψης. Όταν ένας πολιτικός εμφανίζεται σε μια πλημμυρισμένη περιοχή, όταν φωτογραφίζεται με εργαζόμενους ή όταν μιλά σε ένα χαλαρό βίντεο, δεν μεταφέρει απαραίτητα πολιτικό περιεχόμενο. Δημιουργεί όμως μια αίσθηση. Η εικόνα προηγείται του νοήματος και συχνά το αντικαθιστά. Έτσι, η πολιτική επικοινωνία δεν στηρίζεται μόνο σε αυτό που λέγεται, αλλά στο πώς «φαίνεται» αυτό που λέγεται. Η επανάληψη εικόνων και φράσεων στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα δημιουργεί μια ψευδαίσθηση αλήθειας, ανεξάρτητα από την πραγματική τους βάση.

Όπως έχει δείξει ο κοινωνιολόγος Πιέρ Μπουρντιέ, η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη. Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια δύναμη λόγου. Ο τρόπος που μιλά κάποιος, οι λέξεις που χρησιμοποιεί και το πλαίσιο μέσα στο οποίο μιλά επηρεάζουν το αν ο λόγος του θα θεωρηθεί σοβαρός ή αξιόπιστος. Έτσι, η γλώσσα αποκτά και κοινωνική διάσταση. Όταν οι περικοπές λέγονται «δημοσιονομική εξυγίανση», όταν η απορρύθμιση λέγεται «ευελιξία» και όταν η συρρίκνωση δικαιωμάτων λέγεται «εκσυγχρονισμός», δεν έχουμε απλώς αλλαγή λέξεων αλλά αλλαγή οπτικής για την ίδια την πραγματικότητα. Οι κοινωνικές συγκρούσεις δεν εξαφανίζονται· απλώς επαναδιατυπώνονται ως τεχνικά ζητήματα.

Η τάση αυτή ενισχύεται από τις ψηφιακές πλατφόρμες. Οι αλγόριθμοι της προσοχής ευνοούν περιεχόμενο που προκαλεί έντονα συναισθήματα, όπως θυμό, φόβο ή αγανάκτηση, ενώ η ψύχραιμη επιχειρηματολογία συχνά παραμένει αόρατη. Αυτό αλλάζει και τον ίδιο τον πολιτικό λόγο: τα επιχειρήματα γίνονται πιο σύντομα, τα μηνύματα πιο απλοποιημένα και οι εικόνες πιο σημαντικές από το περιεχόμενο, με αποτέλεσμα η δημόσια συζήτηση να μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε ροή εντυπώσεων και λιγότερο σε ανταλλαγή επιχειρημάτων.

Έννοιες όπως «βιωσιμότητα» ή «ανθεκτικότητα» δείχνουν μια ακόμη διάσταση αυτής της μεταβολής. Δεν περιγράφουν πάντα κάτι συγκεκριμένο, αλλά λειτουργούν σαν ευέλικτα σημαίνοντα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διαφορετικά συμφραζόμενα: οικονομία, περιβάλλον, πολιτική, επιχειρήσεις. Η δύναμή τους δεν είναι το τι σημαίνουν, αλλά το τι επιτρέπουν να συνδεθεί μαζί τους: εμπιστοσύνη, ελπίδα, αποδοχή ή συναίνεση.

Η εμφάνιση των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων και της τεχνητής νοημοσύνης δεν αλλάζει απότομα αυτή την πραγματικότητα — την αποκαλύπτει. Πολύ πριν οι μηχανές αρχίσουν να παράγουν κείμενα, ο πολιτικός λόγος είχε ήδη γίνει επαναληπτικός και προβλέψιμος. Οι ίδιες φράσεις και τα ίδια σχήματα επιστρέφουν συνεχώς, επειδή είναι ασφαλή και αναγνωρίσιμα. Με αυτή την έννοια, το πρόβλημα δεν είναι ότι οι μηχανές άρχισαν να μιλούν σαν άνθρωποι, αλλά ότι οι άνθρωποι είχαν ήδη αρχίσει να μιλούν σαν μηχανές.

Η κρίση της σύγχρονης δημοκρατίας δεν είναι μόνο θεσμική ή οικονομική, αλλά και βαθιά σημειωτική. Δεν λείπουν οι πληροφορίες· αντίθετα, υπάρχει υπερπληθώρα. Το πρόβλημα είναι ότι μέσα σε αυτόν τον θόρυβο γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διακρίνουμε τι περιγράφει πραγματικότητα και τι απλώς παράγει εντύπωση. Η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να επιβάλει τη σιωπή. Της αρκεί να πλημμυρίζει τον δημόσιο χώρο με λόγο.

Σε αυτό το περιβάλλον, η υπεράσπιση του ορθού λόγου δεν μπορεί να σημαίνει επιστροφή σε μια ιδανική λογική τάξη, αλλά ανάπτυξη κριτικής ικανότητας απέναντι στη γλώσσα. Ο πολίτης του 21ου αιώνα καλείται να γίνει ένας προσεκτικός αναγνώστης του δημόσιου λόγου: να καταλαβαίνει όχι μόνο τι λέγεται, αλλά και πώς και γιατί λέγεται. Η μάχη για τη δημοκρατία είναι, τελικά, και μάχη για το ίδιο το νόημα των λέξεων.