Οταν ο Μήτσος συναντά τον Γκράμσι

Του Κώστα Βαξεβάνη

Οσο πιο ξεκάθαρα προκλητική είναι η κυβερνητική πολιτική τόσο τα κόµµατα της αντιπολίτευσης µετατρέπονται στο άλλο κοµµάτι του παιχνιδιού.

Ο φίλος µου ο ∆ηµήτρης είναι συνταξιούχος της εστίασης. Εχει ζήσει όλη τη «νύχτα» και έχει γράψει χιλιόµετρα, ένσηµα και εµπειρίες. Με τρόπο που του παρέχει το δικαίωµα να λέει πως έχει ζήσει κι έχει µάθει όσο λίγοι. Είναι ένας ροµαντικός της Αριστεράς, που τα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας, έφηβος ακόµη, βρέθηκε σε κρατητήρια λόγω ελλιπούς εθνικοφροσύνης καθότι η πολιτική καταγωγή του είχε χαλάσει το εθνικό DNA που διέκρινε κάποιος στο «όλον» του Παττακού. Οταν µιλάει για τα πέτρινα χρόνια (µερικές φορές µάλιστα παρουσία του φίλου του πλέον αστυνοµικού που τον παρακολουθούσε τότε ως επικίνδυνο για τη δηµόσια ασφάλεια) δεν το κάνει µε διάθεση να αποδώσει στον εαυτό του αγωνιστικά εύσηµα. Αντιθέτως, έχοντας άκρως διαλεκτική αντίληψη για τη ζωή, περισσότερο λόγω «νύχτας» και λιγότερο λόγω µαρξισµού θεωρεί ότι η ζωή και οι αγώνες συνεχίζονται και άρα κάτι θα έπρεπε να µάθουµε από αυτό. Αναζητώντας αυτό το κάτι που µάλλον δεν µάθαµε, ο φίλος µου ο Μήτσος εδώ και δύο τρία χρόνια λέει συχνά: «Ισως πρέπει να πιάσουµε πάτο για να καταλάβουµε». Είτε µιλάει για την πολιτική Μητσοτάκη είτε για την «κατάντια» της Αριστεράς, η επωδός είναι ίδια: ο πάτος.

Παρότι δεν είµαι των εσχατολογικών θεωριών, οµολογώ ότι πολλές φορές αναρωτιέµαι µήπως ο Μήτσος έχει δίκιο. Μήπως πρέπει να ζήσουµε ένα κάποιο τέλος για να γεννηθεί η νέα αρχή. Μήπως ο Αντόνιο Γκράµσι είχε τόσο δίκιο για τα τέρατα που προφήτευε ότι γεννιούνται όταν πεθαίνει το παλιό και το νέο παλεύει για να γεννηθεί, όσο και ο Μήτσος που αναζητά τον πάτο ως µοιραία και τελικώς αναπόφευκτη εξέλιξη.

Στην Ελλάδα, είτε κοιτάξουµε την καθηµερινότητα είτε κοιτάξουµε την τσέπη µας είτε επιλέξουµε να βγάλουµε συµπεράσµατα µε όσα γράφονται στα social media ή στις δηµοσκοπήσεις, το συµπέρασµα είναι το ίδιο. Η πραγµατικότητα είναι ένα απειλητικό τέρας. Στην καλύτερη περίπτωση, το 30% από το 40% που προσέρχεται στις κάλπες, δηλαδή περί το 13% του συνολικού πληθυσµού, επιλέγει αυτή την επιζήµια κυβέρνηση. Η πλειοψηφία των πολιτών απέχει από την ενεργή πολιτική και αποδέχεται την πραγµατικότητα που διαµορφώνεται, θεωρώντας ότι δεν υπάρχουν λύση και προοπτική.

Σε όλες τις δηµοσκοπικές καταγραφές υπάρχει η βεβαιότητα ότι οι θεσµοί (∆ικαιοσύνη, Βουλή, δηµοσιογραφία κ.ά.) βρίσκονται σε αποδροµή και δεν τυγχάνουν καµιάς εκτίµησης. Η κατάσταση γίνεται όλο και χειρότερη. Πάρτε, για παράδειγµα, τη Βουλή. Η λειτουργία της έχει εκφυλιστεί σε επιβολή αντιδηµοκρατικών σχεδιασµών της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Σε τέτοιο βαθµό που η Επιτροπή Θεσµών και ∆ιαφάνειας της Βουλής απλώς αρνείται να καλέσει τους Ταλ Ντίλιαν, Γρηγόρη ∆ηµητριάδη και Παναγιώτη Κοντολέων για να καταθέσουν ως µάρτυρες για την υπόθεση των υποκλοπών µετά τις νέες εξελίξεις. Σκεφθείτε, για παράδειγµα, ένα δικαστήριο που θέλει να αποδώσει δικαιοσύνη φτάνοντας στον πυρήνα των γεγονότων και αρνείται να καλέσει τους µάρτυρες που γνωρίζουν (όπως έχουν δηλώσει οι ίδιοι) για το έγκληµα.

Οσο πιο ξεκάθαρα προκλητική είναι η κυβερνητική πολιτική τόσο τα κόµµατα της αντιπολίτευσης µετατρέπονται στο άλλο κοµµάτι του παιχνιδιού.

Γιατί η αντιπολίτευση δεν έχει αποχωρήσει από τις ευτελισµένες κοινοβουλευτικές διαδικασίες που αναιρούν τον κοινοβουλευτισµό; Γιατί δεν βγαίνει σύσσωµη να καταγγείλει στο ίδιο τραπέζι, µε το ίδιο λεκτικό και την ίδια επιµονή, την κυβέρνηση Μητσοτάκη η οποία καταργεί πρακτικά τη Βουλή και µεταλλάσσει τη δηµοκρατία σε ανάταση των χεριών και όχι µόνο; Το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν ψηφίσει πάνω από το 70% των νοµοσχεδίων της Ν∆. Πώς λοιπόν λειτουργούν µε συναίνεση σε αυτό, αλλά όχι στο µείζον που είναι η υπεράσπιση του κοινοβουλευτισµού;

Τις τελευταίες ηµέρες έχει αποκαλυφθεί ένα νέο σκάνδαλο µε «γαλάζια» απόχρωση. Κοµµατικά και κυβερνητικά στελέχη εµπλέκονται στο σκάνδαλο διαφθοράς στις πολεοδοµίες. Ενώ γίνεται επικοινωνιακή χρήση του σκανδάλου, δεν υπάρχει ουσιαστική αντιµετώπισή του. Τι χρειάζεται, αλήθεια, ώστε τα κόµµατα ενάντια στον Μητσοτάκη (όπως κακώς αυτοπροσδιορίζονται) να κατεβάσουν τον κόσµο στον δρόµο όπως έγινε µε τα Τέµπη; ∆εν αποτελούν η διαφθορά και η ατιµωρησία τους βασικoύς λόγους που βρίσκoνται σε άθλια κατάσταση και η οικονοµία και η πολιτική και η κοινωνία; Η µαύρη τρύπα τους δεν είναι αυτή που καταπίνει τα πάντα;

Ο Νίκος Ανδρουλάκης µετά τη δηµοσκοπική υποχώρησή του ανακαλύπτει το δικό του rebranding, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ παραχωρείται όπως είναι επιπλωµένος, από τον ίδιο του τον αρχηγό και µερικά στελέχη, σε ένα άλλο κόµµα. Οχι, το αντάλλαγµα δεν είναι η υψηλή πολιτική, αλλά µερικές καρέκλες. Ο Τσίπρας έφυγε από τον ΣΥΡΙΖΑ φτιάχνοντας το δικό του κόµµα, προφανώς διαφωνεί µαζί τους για να το κάνει, δηλώνει µε κάθε τρόπο ότι δεν τους θέλει, αλλά αυτοί αναζητούν µια Γεωργία Βασιλειάδου ή Βασιλειάδη για προξενήτρα.

Στο ίδιο το κόµµα του Τσίπρα, µε το οποίο είναι δύσκολο να διαφωνήσει κάποιος αφού διατυπώνει οικουµενικές θέσεις περί παγκόσµιας ειρήνης, αυτόµατης πολιτικής ευτυχίας και κοινωνικής ευωχίας µόλις ο Τσίπρας γίνει πρωθυπουργός, τα φαινόµενα εκφυλισµού εµφανίζονται στα σπάργανα. Παράλληλα µε τους τεχνοκράτες που εµφανίζονται σαν λύση, παγιώνεται ο πολιτικός τυχοδιωκτισµός ως πολιτικός σχεδιασµός. ∆εν είναι τυχαίο ότι, παρά τις αποκαλύψεις, ο Νίκος Μαραντζίδης, σύµβουλος του αρχηγού της ΕΛΑΣ, που λειτουργούσε για χάρη ενός δικτύου βρετανικών υπηρεσιών, όχι µόνο δεν αποµακρύνθηκε, αλλά κατά τα πρότυπα του Μητσοτάκη έγινε επένδυση στην επικοινωνιακή λήθη για να παραµείνει σύµβουλος. Σκεφτείτε τον Αντρέα Παπανδρέου να κρατάει δίπλα του σύµβουλο που χρηµατοδοτούνταν από το ΝΑΤΟ ή το Φόρεϊν Οφις. Πόσο πιθανό ήταν;

Ο εκφυλισµός του πολιτικού συστήµατος που διογκώνεται µε τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη και αποκτά στοιχεία αυταρχικού καθεστώτος έχει followers. Η παράδοση στο κακό συντελείται χρόνια. Η πολιτική γίνεται αντιληπτή ως ο διαγκωνισµός για την εξουσία που έχει ενιαία χαρακτηριστικά. Εχει ψευδοαντιπαλότητα, συµφωνεί πως όλα απαντούν στο δίληµµα κέρδος ή µη κέρδος (ακόµη και τα νοσοκοµεία όπως καυχιόταν ο Αδωνης Γεωργιάδης) και αντιπαραθέτει στη διαφθορά και την αδικία αναγκαίες αυτορρυθµίσεις ή µεταρρυθµίσεις.

Αν η πολιτική δεν ανακαλύψει ξανά τον άνθρωπο ως επίκεντρο της πολιτικής, ο εκφυλισµός της θα συνεχιστεί. ∆εν ζούµε την κατάπτωση των αξιών µε ηθικολογική διάσταση. Ζούµε τον αποκλεισµό του ανθρώπου από τη συλλογική λειτουργία η οποία είναι αυτή και µόνο αυτή που τον έκανε να επιβιώσει.

Πολιτική δεν µπορεί να είναι οι εξαγγελίες µέτρων αλλά η επανασύνδεση µε τον κοινωνικώς δρώντα άνθρωπο. Είναι επιπλέον η εξασφάλισή του µέσα από τα κοινωνικά αγαθά που παράγει και διαµορφώνουν και εγγυώνται τον πολιτισµό του. Πολιτισµός δεν είναι η απογείωση της SpaceX του Ιλον Μασκ στο χρηµατιστήριο που εµφανίζεται ως επίτευγµα της κοινωνίας και της οικονοµίας. Πολιτισµός είναι όταν η πολιτική µπορεί να εξασφαλίσει σε µια οικογένεια που πληρώνει φόρους την υγεία, την παιδεία, τις κοινωνικές παροχές και ως αποτέλεσµα όλων αυτών το όνειρο για το µέλλον. Προφανώς κινούµαστε προς τον πάτο.

ΑΠΟ ΤΟ DOCUMENTO