Το τέλος του εξελληνισμένου νεοφιλελευθερισμού του κ. Μητσοτάκη

Του Απόστολου Αποστόλου

Η πολιτική αφασία μιας κυβέρνησης χωρίς μέλλον.

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη συνιστά ένα ιδιόμορφο πολιτικό φαινόμενο. Δεν πρόκειται για μια κλασική φιλελεύθερη κυβέρνηση, ούτε για μια συντηρητική κυβέρνηση με παραδοσιακά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για ένα σύνθετο πολιτικό κράμα, όπου ο νεοφιλελευθερισμός προσαρμόζεται στις ελληνικές συνθήκες και συγχωνεύεται με τις πιο παλιές και ανθεκτικές παραδόσεις του ελληνικού κρατισμού, της κομματοκρατίας και της συγκεντρωτικής διαχείρισης της εξουσίας.

Η κυβέρνηση εμφανίστηκε ως δύναμη εκσυγχρονισμού. Υποσχέθηκε θεσμούς, αξιοκρατία, αποτελεσματικότητα και κράτος δικαίου. Στην πράξη, όμως, διαμόρφωσε ένα μοντέλο διακυβέρνησης στο οποίο η οικονομική απορρύθμιση συνυπάρχει με την πολιτική υπερσυγκέντρωση εξουσίας και η επίκληση των μεταρρυθμίσεων  συνοδεύτηκε από τη συρρίκνωση των θεσμικών αντιβάρων.

Το κυβερνητικό σχήμα εμφάνισε  τρεις διακριτές πολιτικές εκφράσεις. Η πρώτη εκφράζεται από τον Μάκη Βορίδη. Είναι η τάση του πολιτικού κυνισμού, της αντίληψης ότι η πολιτική είναι πρωτίστως ζήτημα ισχύος και δευτερευόντως ζήτημα θεσμών. Είναι η σχολή που αντιμετωπίζει τις αντιδράσεις για ζητήματα δημοκρατικής λειτουργίας περίπου ως ενοχλητικό θόρυβο μπροστά στις ανάγκες της εξουσίας.

Η δεύτερη εκφράζεται από τον Άδωνι Γεωργιάδη. Εδώ κυριαρχεί ο επικοινωνιακός λαϊκισμός. Η πολιτική ως διαρκές τηλεοπτικό γεγονός, ως καθημερινή παραγωγή εντυπώσεων, ως συνεχής υπερβολή. Πρόκειται για μια πολιτική πρακτική που επιδιώκει να υποκαταστήσει την ουσία με τη διαρκή δημόσια παρουσία και τη σύγκρουση.

Η τρίτη εκφράζεται από τον Άκη Σκέρτσο. Είναι η εκδοχή του τεχνοκρατικού πειραματισμού. Μεγάλες εξαγγελίες, σύνθετα σχήματα διακυβέρνησης, συνεχείς μεταρρυθμιστικές εξαγγελίες και σχέδια διοικητικού μετασχηματισμού που  μοιάζουν να παράγουν περισσότερη σύγχυση παρά να επιλύουν ζητήματα πολιτικής.

Η σύγχυση του πρωθυπουργού να συντονίσει την κυβέρνηση του 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης λειτουργεί ως σημείο σύνθεσης αυτών των τριών τάσεων. Κυνισμός, λαϊκισμός και τεχνοκρατικός βολονταρισμός συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο κυβερνητικό σχήμα, παράγοντας ένα μοντέλο εξουσίας που εμφανίζεται πανίσχυρο επικοινωνιακά αλλά  ασταθές πολιτικά. Και το  χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού του συστήματος είναι η σταδιακή απογύμνωση της νομιμότητας. Όχι μέσω θεαματικών ρήξεων, αλλά μέσω συνεχών μικρών εξαιρέσεων. Μέσω μιας αντίληψης σύμφωνα με την οποία οι κανόνες υπάρχουν όσο εξυπηρετούν τις κυβερνητικές επιδιώξεις. Όταν οι ίδιες αρχές δυσκολεύουν τους σχεδιασμούς της, δημιουργείται η εντύπωση ότι ερμηνεύονται επιλεκτικά ή παραμερίζονται. Αυτή η πρακτική, σύμφωνα με την κριτική που ασκείται, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και ενισχύει την αίσθηση ότι εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά. Η δημοκρατία απαιτεί ίση εφαρμογή των κανόνων, διαφάνεια και λογοδοσία. Οι νόμοι δεν μπορούν να αλλάζουν αξία ανάλογα με τις πολιτικές σκοπιμότητες, αλλά οφείλουν να ισχύουν με συνέπεια και ισονομία για όλους.

Η διαρκής μεταβολή θέσεων και η διαφορετική αντιμετώπιση παρόμοιων ζητημάτων λειτουργούν περισσότερο με γνώμονα το πολιτικό κόστος παρά τις  σταθερές αρχές. Όταν η συνέπεια υποχωρεί απέναντι στην επικοινωνιακή διαχείριση, η αξιοπιστία της εξουσίας δοκιμάζεται. Η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται με επιλεκτική εφαρμογή κανόνων, αλλά με διαφάνεια, λογοδοσία και συνέπεια. Μόνο έτσι μπορεί να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση και να αποκατασταθεί η πίστη των πολιτών ότι το κράτος λειτουργεί προς όφελος όλων. Και αυτό γιατί σ’ ένα κράτος δικαίου, οι πολιτικές επιλογές προσαρμόζονται στους κανόνες. Στην αντίθετη περίπτωση, οι κανόνες προσαρμόζονται στις πολιτικές επιλογές. Και όταν αυτή η λογική αποκτά χαρακτήρα επανάληψης, τότε η εξαίρεση μετατρέπεται σε μέθοδο διακυβέρνησης.

Η πολιτική αφασία μιας κυβέρνησης χωρίς μέλλον

Η κυβέρνηση μοιάζει πλέον να έχει παγιδευτεί στις ίδιες της τις αντιφάσεις. Υπερασπίζεται την αριστεία ενώ επεκτείνει την υστεροβουλία του κομματισμού. Επικαλείται τον εκσυγχρονισμό ενώ αναπαράγει πρακτικές του παλαιού πολιτικού συστήματος. Διακηρύσσει τον σεβασμό στους θεσμούς ενώ αντιμετωπίζει τους θεσμούς  ως εμπόδια που πρέπει να παρακαμφθούν.

Έτσι, ο εξελληνισμένος νεοφιλελευθερισμός καταλήγει να μην είναι ούτε πραγματικά φιλελεύθερος ούτε πραγματικά μεταρρυθμιστικός. Αποτελεί ένα σύστημα πολιτικής διαχείρισης που συνδυάζει τις πιο σκληρές όψεις της αγοράς με τις πιο ανθεκτικές παθογένειες του ελληνικού κράτους.

Ο εξελληνισμένος νεοφιλελευθερισμός του Κυριάκου Μητσοτάκη διέθετε και εξακολουθεί να  διαθέτει μια εμμονή στα υπερπλεονάσματα, με τη μεταφορά τεράστιου μέρους του κόστους της κρίσης στα νοικοκυριά και με ένα μοντέλο διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων που,  εξασφάλισε εξαιρετικά υψηλές αποδόσεις στα επενδυτικά κεφάλαια. Την ίδια στιγμή, ο σωρευτικός πληθωρισμός λειτούργησε ως ένας αόρατος μηχανισμός συρρίκνωσης μισθών, συντάξεων και αποταμιεύσεων, (πρόκειται για κούρεμα), ενώ οι καταθέτες παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μηδενικά επιτόκια. 

Έτσι η  κυβέρνηση μοιάζει να έχει περιέλθει σε ένα πολιτικό αδιέξοδο. Όσο περισσότερο επιχειρεί να παρουσιάσει εικόνα αυτοπεποίθησης, τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η εσωτερική της αμηχανία. Όσο περισσότερο διαφημίζει την αποτελεσματικότητα του επιτελικού κράτους, τόσο περισσότερο αποκαλύπτονται οι αντιφάσεις του. Και όσο περισσότερο μιλά για σταθερότητα, τόσο περισσότερο η ίδια παράγει συνθήκες θεσμικής αστάθειας. Καταλήγοντας τελικά να θυμίζει  σκηνή φετιχιστικής φαρσοκωμωδίας.

Τελικά, το πείραμα του εξελληνισμένου νεοφιλελευθερισμού εξάντλησε  τα όριά του. Υποσχέθηκε επενδύσεις, ευημερία και θεσμικό εκσυγχρονισμό, αλλά αφήνει πίσω του μεγάλες ανισότητες, θεσμική δυσπιστία, παραγωγική στασιμότητα και μια κοινωνία  που ολοένα  και περισσότερο  αποξενώνεται από τις πολιτικές επιλογές της εξουσίας.

Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας