Η μόνη μεταμέλεια που δεν έγινε ποτέ από τον Τσίπρα

Του Απόστολου Λουλουδάκη

 Η επέτειος του δημοψηφίσματος του 2015, ακόμη και μέσα στο βαθιά αλλοιωμένο πολιτικό τοπίο του 2026, εξακολουθεί να λειτουργεί στην Ελλάδα ως ένας ιδιότυπος καθρέφτης πολιτικής δειλίας. Το πρόσφατο άρθρο του Θανάση Καρτερού στην «Εφημερίδα των Συντακτών» αποτελεί μνημείο αυτής της εμμονικής, σχεδόν ναρκισσιστικής καθήλωσης ενός ολόκληρου κομματικού μηχανισμού που αρνείται να ενηλικιωθεί. Στην προσπάθειά του να απαντήσει στη ρητορική του Κυριάκου Μητσοτάκη περί «μεταμέλειας» –μια ρητορική πράγματι προκλητική και εργαλειακή– ο αρθρογράφος καταφεύγει στην πιο φθηνή, ανακυκλώσιμη προπαγάνδα της περιόδου της ήττας. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς ένας στείρος διάλογος κωφών, αλλά μια θλιβερή απόπειρα να ξαναγραφτεί η Ιστορία από την ανάποδη, με στόχο να κρυφτεί η μεγαλύτερη πολιτική συνθηκολόγηση της σύγχρονης Ελλάδας πίσω από βαρύγδουπα σχήματα λόγου και ιστορικούς συμψηφισμούς.

Η κεντρική, σχεδόν παιδαριώδης αδυναμία της επιχειρηματολογίας του Καρτερού, η οποία αντανακλά τη δομική αμηχανία και τον κυνισμό της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, εντοπίζεται στην εμμονική επίκληση του περιβόητου «μαξιλαριού» των 37 δισεκατομμυρίων ευρώ ως το απόλυτο πιστοποιητικό οικονομικής επιτυχίας. Είναι καιρός, το 2026, να ειπωθούν τα πράγματα με το όνομά τους, χωρίς τις ωραιοποιήσεις των κομματικών γραφείων: αυτά τα 37 δισεκατομμύρια δεν ήταν προϊόν καμίας αναπτυξιακής έκρηξης ούτε κάποιας ευφυούς διαχείρισης. Ήταν, στην πραγματικότητα, το εναπομείναν υπόλοιπο της δανειακής σύμβασης του Τρίτου Μνημονίου, σε συνδυασμό με μια εξοντωτική, σχεδόν τιμωρητική δημοσιονομική πολιτική υπερπλεονασμάτων.

Για να συγκεντρωθεί αυτό το αποθεματικό, η τότε κυβέρνηση προχώρησε σε μια πρωτοφανή, ιδεολογικά ασύμβατη φορολογική αφαίμαξη της μεσαίας τάξης και των παραγωγικών στρωμάτων, λιώνοντας την κοινωνική βάση που την είχε στηρίξει, ενώ παράλληλα πάγωσε κάθε δημόσια επένδυση. Το «μαξιλάρι» δεν ήταν τρόπαιο εθνικής κυριαρχίας, αλλά το σάβανο μιας πολιτικής συνθηκολόγησης, το τίμημα που πλήρωσε η κοινωνία για να αγοράσει η τότε ηγεσία την υστεροφημία της και την πιστοποίηση «καλού παιδιού» από τους δανειστές. 

Το να επικαλείται κανείς αυτό το ποσό σήμερα ως απόδειξη ότι «παρέλαβε χρεοκοπία και παρέδωσε οικονομία» αποτελεί προσβολή στη μνήμη και τη νοημοσύνη των πολιτών. Αγνοεί κυνικά ότι η κοινωνία βίωσε αυτή τη συσσώρευση κεφαλαίου ως το επιστέγασμα μιας τεράστιας προδοσίας, η οποία σφραγίστηκε με την υπογραφή του τρίτου προγράμματος προσαρμογής – του ίδιου προγράμματος που η κυβέρνηση εκλέχθηκε πανηγυρικά για να σκίσει.

Εδώ ακριβώς θεμελιώνεται η ανάγκη για μια βαθιά, ριζοσπαστική μεταμέλεια, η οποία όμως δεν οφείλεται στη Δεξιά ή στο σύστημα Μητσοτάκη, αλλά αποκλειστικά στον ελληνικό λαό. Η πραγματική, ασυγχώρητη πολιτική ευθύνη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ και των οργανικών της κονδυλοφόρων δεν είναι ότι απλώς έχασαν τις εκλογές, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εξευτέλισαν και εκποίησαν μια πρωτοφανή ιστορική εντολή. Το 2015, μια εξαθλιωμένη κοινωνία παρέδωσε τα κλειδιά της χώρας σε μια αριστερή δύναμη με την ελπίδα της ρήξης. Το γεγονός ότι αυτή η λαοπρόβλητη κυβέρνηση κατόρθωσε, μέσα σε ελάχιστα χρόνια, όχι απλώς να ηττηθεί, αλλά να στρώσει το κόκκινο χαλί για την ολοκληρωτική, ανέφελη επιστροφή της πιο σκληρής εκδοχής της Νέας Δημοκρατίας, αποτελεί ένα ιστορικό σκάνδαλο που δεν ξεπλένεται με φτηνά άρθρα γνώμης.

Αυτό το μοναδικό ιστορικό κατόρθρωμα φέρει ακέραιη την υπογραφή του Αλέξη Τσίπρα. Πρόκειται για μια μοναδική περίπτωση στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία, όπου ένας ηγέτης που εμφανίστηκε ως ο παγκόσμιος κίνδυνος για το χρηματοπιστωτικό κατεστημένο, μετατράπηκε στον μεγαλύτερο χορηγό και αρχιτέκτονα της παλινόρθωσης της Δεξιάς. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποδοκιμάστηκε επειδή «πολεμήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης» ή επειδή «είχε απέναντί του το σύστημα», όπως αρέσκεται να κλαψουρίζει η ηγεσία του.

Αποδοκιμάστηκε διότι, μέσω των επιλογών του, αποπολιτικοποίησε τη βάση του, επέβαλε την ηττοπάθεια ως τη μόνη ρεαλιστική πολιτική και μετέτρεψε την ελπίδα σε έναν φτηνό, διαχειριστικό κυνισμό. Όταν μια αριστερή κυβέρνηση εφαρμόζει τα μνημόνια με μεγαλύτερη σπουδή και θρησκευτική ευλάβεια από τους προηγούμενους, στερεί από την κοινωνία κάθε ιδεολογικό εργαλείο αντίστασης. Δημιουργεί ένα τεράστιο πολιτικό και ηθικό κενό, το οποίο ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα καλυπτόταν από τη ρητορική της «σταθερότητας» και της «σοβαρότητας» που υποσχέθηκε και επέβαλε ο Μητσοτάκης.

Η απόλυτη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να αρθρώσει ένα εναλλακτικό μοντέλο παραγωγής και κοινωνικής δικαιοσύνης, πέρα από τα επιδόματα φτώχειας και τη διαχείριση της μνημονιακής μιζέριας, νομιμοποίησε την ηγεμονία της Νέας Δημοκρατίας. Οι πολίτες που ένιωσαν στο πετσί τους τη διάψευση του 2015 δεν μετακινήθηκαν προς τα δεξιά λόγω κάποιου ξαφνικού ιδεολογικού έρωτα με τον νεοφιλελευθερισμό, αλλά από μια απέραντη κόπωση, μια αίσθηση ότι «όλοι ίδιοι είναι» και την ανάγκη για μια προβλέψιμη, έστω και σκληρή, διαχείριση της καθημερινότητάς τους. 

Ο Αλέξης Τσίπρας κατάφερε το αδιανόητο: να καταστήσει τη Δεξιά φαντασιακά ως τη μοναδική διέξοδο ασφάλειας, αφού η δική του δήθεν εναλλακτική είχε καταρρεύσει με πάταγο υπό το βάρος των ίδιων της των αντιφάσεων και της ανικανότητάς της. Αυτή είναι η σκληρή αλήθεια που το κείμενο του Καρτερού αρνείται πεισματικά να αντικρίσει, προτιμώντας να καταφεύγει σε εύκολες, μελοδραματικές αναλογίες με τη δεκαετία του 1960, τις διώξεις της Αριστεράς και τη δολοφονία του Λαμπράκη, λες και η καρέκλα της εξουσίας που έχασαν το 2019 έχει οποιαδήποτε σχέση με τις θυσίες των αγωνιστών του παρελθόντος.

Η επίκληση της ιστορικής μνήμης με όρους ηθικής ανωτερότητας δεν μπορεί πλέον, εν έτει 2026, να κρύψει το απόλυτο στρατηγικό και ιδεολογικό έλλειμμα της Αριστεράς. Η κοινωνία σήμερα συνθλίβεται κάτω από το βάρος μιας νέας, άγριας πραγματικότητας: την ανεξέλεγκτη ακρίβεια, την κρίση στέγασης, τη διάλυση της δημόσιας υγείας και παιδείας. Απέναντι σε αυτά, οι αναλύσεις που ψάχνουν δικαίωση για το τι συνέβη πριν από έντεκα χρόνια ακούγονται ως γραφικές φωνές από το παρελθόν. Το να επιτίθεται κανείς στον Μητσοτάκη για τον αυταρχισμό ή τη διαφθορά της διακυβέρνησής του είναι το εύκολο κομμάτι. Το να αρνείται όμως κανείς να ζητήσει συγγνώμη για τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος απαξίωσε, ευτέλισε και τελικά κατέστρεψε την έννοια της προοδευτικής αλλαγής στα μάτια μιας ολόκληρης γενιάς, αφήνοντας τους πολίτες ανυπεράσπιστους και κυνικούς, αποτελεί πράξη μέγιστης πολιτικής θρασύτητας.

Η Ιστορία δεν γράφεται με ευσεβείς πόθους ούτε με κομματικά non-paper. Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είχε στα χέρια της τη μεγαλύτερη ευκαιρία της σύγχρονης Ελλάδας να αλλάξει την αρχιτεκτονική της εξουσίας και κατέληξε να γίνει ο πιο πιστός εγγυητής της συνέχειάς της, παραδίδοντας τα κλειδιά της χώρας με τον πιο ταπεινωτικό τρόπο στον αντίπαλό της. Αν υπάρχει μια επιτακτική ανάγκη για δήλωση μεταμελείας, αυτή δεν αφορά τα προκάτ κείμενα της Δεξιάς, αλλά την παραδοχή της ιστορικής, ολέθριας αποτυχίας μιας ηγεσίας που αποδείχθηκε μικρή, φοβική και κατώτερη των περιστάσεων. Μέχρι η παραδοσιακή Αριστερά να καταλάβει ότι το «μαξιλάρι» των 37 δισεκατομμυρίων ήταν το μνημόσυνο της πολιτικής της αξιοπιστίας και όχι το παράσημο μιας ανύπαρκτης νίκης, η κριτική της θα παραμένει μετέωρη, γραφική και εγκλωβισμένη στις σελίδες μιας Ιστορίας που έχει ήδη προσπεράσει τους εθελοτυφλούντες ενορχηστρωτές της σημερινής δεξιάς κυριαρχίας.