Το χρονικό της ύπαρξης: Η ζωή και ο θάνατος στη λογοτεχνία

Του Σωκράτη Αργύρη

Στη μνήμη του Νίκου Καλογερόπουλου


Το μυστικό για καλά γεράματα είναι μια τιμητική συμφωνία με τη μοναξιά.
— Γκαμπριέλ Γκαρσία ΜάρκεςΥπάρχουν δύο πράγματα που ο άνθρωπος προσπαθεί μάταια να βάλει σε τάξη από τότε που άρχισε να αφηγείται ιστορίες: τον χρόνο και τον θάνατο. Το πρώτο του ξεγλιστρά μέσα από τα δάχτυλα, το δεύτερο τον περιμένει υπομονετικά στο τέλος της διαδρομής. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο όρια γεννήθηκε η λογοτεχνία· όχι ως παρηγοριά, αλλά ως ένας τρόπος να κατανοήσουμε τι ακριβώς κάνουμε όσο διαρκεί η σύντομη περιπέτεια της ζωής.

Η σχέση της λογοτεχνίας με τη ζωή και τον θάνατο δεν υπήρξε ποτέ μια απλή θεματική επιλογή ούτε μια μεταφυσική διακόσμηση της πλοκής. Αποτελεί το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε το μυθιστόρημα. Όπως παρατηρεί ο Γκέοργκ Λούκατς στη Θεωρία του Μυθιστορήματος, το μυθιστόρημα είναι το έπος ενός κόσμου που έχασε την παλιά του ενότητα, ενός κόσμου όπου ο άνθρωπος αναζητά νόημα χωρίς να διαθέτει πλέον βεβαιότητες.

Σε αυτό το απομαγευμένο τοπίο, η ζωή παύει να είναι ένα αυτονόητο δώρο εναρμονισμένο με μια ανώτερη τάξη πραγμάτων. Μετατρέπεται σε μια δύσκολη άσκηση αυτογνωσίας. Ο θάνατος, αντίστοιχα, δεν είναι απλώς η βιολογική κατάληξη της ύπαρξης. Γίνεται το απόλυτο όριο, ο καθρέφτης που επιστρέφει στον άνθρωπο την αλήθεια — ή την πλάνη — των επιλογών του.

Η λογοτεχνία γεννιέται ακριβώς σε αυτό το σημείο της σύγκρουσης. Από τη μια βρίσκεται η ανθρώπινη επιθυμία για διάρκεια, για πληρότητα, για έλεγχο. Από την άλλη η επίμονη υπενθύμιση ότι τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Και ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία να είναι ότι γνωρίζουμε το τέλος από την πρώτη στιγμή, αλλά εξακολουθούμε να σχεδιάζουμε τη ζωή μας σαν να έχουμε άπειρο χρόνο μπροστά μας.Ιδιαίτερα στη νεότερη εποχή, ο άνθρωπος πίστεψε ότι θα μπορούσε να υποτάξει τον χρόνο στη λογική του. Να τον μετρήσει, να τον οργανώσει, να τον προβλέψει. Δημιούργησε συστήματα, στατιστικές, ασφαλιστικά ταμεία και οικονομικούς υπολογισμούς, σαν να επρόκειτο η ζωή να συμμορφωθεί με τους κανόνες ενός λογιστικού βιβλίου.

Η λογοτεχνία, όμως, αγαπά να γελά με τέτοιες βεβαιότητες.Κανείς δεν το κατάλαβε καλύτερα από τον Βολταίρο. Στα φιλοσοφικά του διηγήματα, και ιδιαίτερα στο Ζαντίγκ, επιστρατεύει μια λεπτή αλλά αμείλικτη ειρωνεία για να αποδομήσει την ανθρώπινη αλαζονεία. Οι ήρωές του πιστεύουν ότι μπορούν να οργανώσουν τη μοίρα τους με τη βοήθεια της λογικής. Συνήθως χρειάζονται λίγες μόνο σελίδες για να αποδειχθεί το αντίθετο.

Κάτω από το χιούμορ και τη σάτιρα του Βολταίρου κρύβεται μια επίμονη αλήθεια: ο άνθρωπος σπάνια υποφέρει μόνο από όσα του συμβαίνουν· υποφέρει κυρίως από την πεποίθηση ότι μπορεί να τα προβλέψει και να τα ελέγξει. Η πραγματικότητα σχεδόν πάντα επιφυλάσσει μια διαφορετική κατάληξη.

Η ίδια ειρωνεία επανέρχεται σε διαφορετικές εκδοχές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπου ο άνθρωπος επιχειρεί να μετατρέψει το απρόβλεπτο της ζωής σε σχέδιο και λογαριασμό, για να ανακαλύψει τελικά ότι το σχέδιο δεν αφορά ποτέ τον ίδιο τον χρόνο.

Από αυτό το σημείο αρχίζει να διαφαίνεται ένα από τα βαθύτερα μοτίβα της μεγάλης λογοτεχνίας. Ο άνθρωπος δεν υποφέρει μόνο επειδή πεθαίνει. Υποφέρει επειδή προσπαθεί διαρκώς να οργανώσει αυτό που από τη φύση του παραμένει ανοργάνωτο. Και όσο περισσότερο επιδιώκει τον απόλυτο έλεγχο, τόσο πιο εύκολα γίνεται θύμα των ίδιων των σχεδίων του.Και ίσως αυτή ακριβώς η εμμονή με την τάξη να σηματοδοτεί τη στιγμή όπου η λογοτεχνία αλλάζει τόνο. Δεν χαμογελά πλέον απέναντι στην ανθρώπινη αυταπάτη· τη φωτίζει από πιο σκοτεινή γωνία. Μέχρι εδώ ο άνθρωπος γελοιοποιούνταν επειδή πίστεψε ότι μπορούσε να υπολογίσει τον χρόνο. Στα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η αυταπάτη βαθαίνει: δεν αφορά πλέον τη διάρκεια της ζωής, αλλά την ίδια την ανθρώπινη αγάπη.

Ο άνθρωπος δεν προσπαθεί μόνο να προβλέψει το μέλλον. Προσπαθεί να εξασφαλίσει τη θέση του μέσα σε αυτό. Να αγοράσει στοργή, να κληροδοτήσει ευγνωμοσύνη, να πιστέψει ότι οι δεσμοί που δημιούργησε θα συνεχίσουν να τον προστατεύουν όταν η δύναμή του θα έχει χαθεί. Ελάχιστοι ήρωες πλήρωσαν ακριβότερα αυτή την πίστη από τον βασιλιά Ληρ. Γέρος πια, κουρασμένος από την άσκηση της εξουσίας, αποφασίζει να μοιράσει το βασίλειό του στις κόρες του. Η πράξη του μοιάζει λογική. Θέλει να αποσυρθεί από τα βάρη της διακυβέρνησης και να απολαύσει την αγάπη και τον σεβασμό της οικογένειάς του. Όμως ο Σαίξπηρ γνωρίζει ότι οι ανθρώπινες σχέσεις δεν υπακούουν στη λογική των συμβολαίων.

Ο Ληρ παραχωρεί τη δύναμή του πιστεύοντας ότι θα διατηρήσει το κύρος του. Στην πραγματικότητα χάνει και τα δύο. Οι κόρες που διακήρυτταν την αφοσίωσή τους τον εγκαταλείπουν και ο γηραιός βασιλιάς βρίσκεται μόνος μέσα στην καταιγίδα, περισσότερο γυμνός από όσο υπήρξε ποτέ. Η τρικυμία που μαίνεται πάνω από το κεφάλι του μοιάζει σχεδόν ηπιότερη από εκείνη που έχει ξεσπάσει μέσα του.Ο θάνατος αργεί ακόμη να έρθει. Ωστόσο κάτι έχει ήδη πεθάνει. Έχει πεθάνει η βεβαιότητα ότι ο κόσμος διαθέτει δικαιοσύνη και ότι η αγάπη μπορεί να εξαγοραστεί με παραχωρήσεις, δώρα ή κληρονομιές.

Η ίδια πικρή αλήθεια επιστρέφει, έναν αιώνα αργότερα, στα στενά δωμάτια του Παρισιού του Μπαλζάκ.Ο Μπαρμπα-Γκοριό δεν είναι βασιλιάς. Είναι ένας συνηθισμένος πατέρας που αφιέρωσε τη ζωή του στις δύο κόρες του. Τις αγάπησε με πάθος σχεδόν θρησκευτικό, θυσίασε την περιουσία του για να τις δει να ανεβαίνουν κοινωνικά και πίστεψε ότι η αφοσίωσή του θα επέστρεφε κάποτε ως ευγνωμοσύνη.Αλλά η λογοτεχνία σπάνια ανταμείβει τέτοιες βεβαιότητες.Καθώς τα χρήματά του λιγοστεύουν, λιγοστεύει και το ενδιαφέρον των παιδιών του. Ο γέρος πατέρας καταλήγει μόνος σε ένα φτωχικό δωμάτιο, εγκαταλειμμένος από εκείνους για τους οποίους έζησε. Οι κόρες του δεν είναι τέρατα· ίσως αυτό να κάνει την ιστορία ακόμη πιο οδυνηρή. Είναι απλώς άνθρωποι απορροφημένοι από τις δικές τους επιθυμίες, ανίκανοι να δουν τον άνθρωπο που θυσιάστηκε για χάρη τους.

Ο Μπαρμπα-Γκοριό πεθαίνει φτωχός. Όμως η πραγματική του τραγωδία δεν είναι η φτώχεια. Είναι η στιγμή που καταλαβαίνει ότι αγάπησε περισσότερο από όσο αγαπήθηκε.Και σαν να μην έφτανε η μοναξιά της γήρανσης, η λογοτεχνία στρέφει το βλέμμα της ακόμη βαθύτερα, προς την εσωτερική περιοχή όπου ο άνθρωπος αναμετριέται όχι με τους άλλους αλλά με τον ίδιο του τον εαυτό.Εκεί συναντάμε τον Άμλετ. Το περίφημο «να ζει κανείς ή να μη ζει» έχει διαβαστεί αμέτρητες φορές ως στοχασμός πάνω στην αυτοκτονία. Είναι όμως κάτι περισσότερο. Είναι η στιγμή κατά την οποία η σκέψη συγκρούεται με τη δράση και η συνείδηση ανακαλύπτει το βάρος της ελευθερίας της.

Ο Άμλετ δεν φοβάται τόσο τον θάνατο όσο το άγνωστο που τον περιβάλλει. Ο θάνατος εμφανίζεται μπροστά του σαν μια αχαρτογράφητη χώρα, ένας τόπος για τον οποίο κανείς ταξιδιώτης δεν επιστρέφει με ασφαλείς πληροφορίες. Και ακριβώς αυτή η άγνοια παραλύει τη βούλησή του. Έτσι η ζωή μετατρέπεται σε αναβολή. Κάθε απόφαση γεννά αμφιβολίες και κάθε αμφιβολία καθυστερεί την πράξη. Ο άνθρωπος παραμένει εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο αβέβαια ενδεχόμενα: στον πόνο της ζωής και στο μυστήριο του τέλους.Ίσως γι’ αυτό ο Άμλετ εξακολουθεί να μας αφορά. Δεν είναι μόνο ένας δανός πρίγκιπας του αναγεννησιακού θεάτρου. Είναι η φωνή εκείνης της στιγμής που όλοι γνωρίζουμε: όταν στεκόμαστε μπροστά σε μια απόφαση και συνειδητοποιούμε ότι καμία γνώση δεν αρκεί για να μας απαλλάξει από την ευθύνη της επιλογής.

Από την εσωτερική παράλυση της συνείδησης, η λογοτεχνία περνά ξανά στο επίπεδο της κοσμικής αφήγησης. Η λογοτεχνία του εικοστού αιώνα, και ιδιαίτερα το ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού, επιχείρησε να άρει αυτόν τον απόλυτο διαχωρισμό μεταξύ ζωής και θανάτου, επαναφέροντας μια ιδιότυπη, μυθική ολότητα. Στο Εκατό Χρόνια Μοναξιά του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο χρόνος παύει να είναι η γραμμική, αδυσώπητη πορεία προς το τέλος που τρομάζει τον δυτικό άνθρωπο, και μετατρέπεται σε έναν κλειστό, κυκλικό λαβύρινθο.

Στο Μακόντο, οι ζωντανοί και οι νεκροί μοιράζονται τον ίδιο χώρο. Τα φαντάσματα δεν είναι τρομακτικές οντότητες, αλλά σύντροφοι στην αιώνια μοναξιά της οικογένειας Μπουενδία. Όταν ο Προυδένσιο Αγκιλάρ επιστρέφει για να στοιχειώσει τον Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία, δεν το κάνει από εκδίκηση, αλλά από την ανάγκη για συντροφιά, καθώς ο θάνατος αποδεικνύεται εξίσου μοναχικός με τη ζωή.

Η φιγούρα της Ούρσουλα Ιγουαράν ενσαρκώνει αυτή την υπέρβαση των βιολογικών ορίων. Ζώντας για περισσότερο από έναν αιώνα, η Ούρσουλα βλέπει την οικογένειά της να αποσυντίθεται, τα ίδια ονόματα να επαναλαμβάνονται και τις ίδιες καταστροφές να επιστρέφουν. Η μακροζωία της δεν είναι ευλογία, αλλά μια καταδίκη να γίνει ο απλός θεατής της ιστορικής και υπαρξιακής παρακμής του γένους της. Καθώς τυφλώνεται και συρρικνώνεται σωματικά, μετατρέπεται σε ένα ζωντανό απολίθωμα, σε μια κούκλα με την οποία παίζουν τα δισέγγονά της, χάνοντας κάθε ανθρώπινη ιδιότητα πριν ακόμα η καρδιά της σταματήσει να χτυπά. Η δική της πορεία, όπως και εκείνη του Συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία που αποσύρεται στο εργαστήριό του για να φτιάχνει χρυσά ψαράκια, δείχνει ότι η υπερβολική παράταση της ζωής οδηγεί στην πλήρη αποσύνδεση από την πραγματικότητα. Ο θάνατος στον Μάρκες δεν είναι ένα ξαφνικό γεγονός που διακόπτει τη ζωή, αλλά μια σταδιακή εισβολή της λήθης. Οι ήρωες σβήνουν επειδή η μνήμη τους χάνεται, επειδή ο κόσμος γύρω τους παύει να τους αναγνωρίζει.

Η μοναξιά των Μπουενδία δεν αφορά μόνο μια οικογένεια. Πίσω από τις επαναλήψεις των ονομάτων, των λαθών και των καταστροφών διακρίνεται μια ευρύτερη ανθρώπινη μοίρα. Ο άνθρωπος αποκόπτεται από τους άλλους, χάνει το αίσθημα ότι ανήκει σε μια κοινή ιστορία και καταλήγει μόνος απέναντι στον χρόνο. Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς εδώ τη διαίσθηση του Λούκατς ότι ο ήρωας του νεότερου μυθιστορήματος είναι ένας άνθρωπος καταδικασμένος να αναζητά νόημα σε έναν κόσμο που έχει χάσει την παλιά του ενότητα.

Στην περίπτωση της Λατινικής Αμερικής του Μάρκες, η μακροζωία και η επανάληψη συμβολίζουν μια ήπειρο καταδικασμένη να ζει στο περιθώριο της ιστορίας, να υπομένει εμφυλίους πολέμους και ξένες επεμβάσεις χωρίς ποτέ να μπορεί να μάθει από τα λάθη της. Ο θάνατος του Μακόντο, το οποίο σαρώνεται από έναν βιβλικό κυκλώνα μόλις αποκρυπτογραφούνται τα χειρόγραφα του Μελκιάδες, είναι η τελική πράξη μιας προδιαγεγραμμένης μοίρας: οι γενιές που είναι καταδικασμένες σε εκατό χρόνια μοναξιάς δεν έχουν δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη.

Η λογοτεχνία, επομένως, δεν προσφέρει μια παρηγορητική ψευδαίσθηση απέναντι στον θάνατο, ούτε εξιδανικεύει τη ζωή. Αντίθετα, αποκαλύπτει τη βαθιά τραγικότητα της ανθρώπινης προσπάθειας να βρεθεί νόημα σε έναν πεπερασμένο χρόνο. Είτε πρόκειται για τον ορθολογιστή του Βολταίρου —είτε για τον βασιλιά που πίστεψε ότι η εξουσία επιβιώνει της σωματικής παρακμής, το μυθιστόρημα παραμένει η καταγραφή αυτής της μεγάλης αποτυχίας.

Όμως, μέσα σε αυτήν ακριβώς την αποτυχία κρύβεται και η μοναδική νίκη του ανθρώπου. Γράφοντας για τη φθορά, ο συγγραφέας διασώζει την εμπειρία της ύπαρξης από τη λήθη. Οι ήρωες μπορεί να πεθαίνουν πάμπτωχοι, τρελοί ή ξεχασμένοι μέσα στις σελίδες. Όμως η διαδρομή τους παραμένει ζωντανή κάθε φορά που κάποιος επιστρέφει σε αυτές τις ιστορίες. Εκεί όπου η ζωή τελειώνει, η αφήγηση συνεχίζεται.