Golden boys

Toυ Νίκου Χριστοδουλάκη
Το πολιτικό σύστημα της χώρας δεν ήταν ποτέ φανατικό με την αξιοκρατία. Τι θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση, για να «ξαναθυμηθεί» τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Τις προηγούμενες ημέρες ο Διευθύνων Σύμβουλος (CEO) της ΔΕΗ δέχθηκε επανειλημμένες καταγγελίες που ξεκινούσαν από τις θεόρατες αμοιβές του και έφταναν έως τα ισχνά τυπικά προσόντα ενός αποφοίτου αγγλικού ΤΕΙ, περνώντας ενδιαμέσως από την ανέγερση μιας μεγάλης ιδιωτικής κατοικίας. Προφανώς οι καταγγελίες έγιναν πολιτικά αιχμηρές λόγω των αλλεπάλληλων ενεργειακών ανατιμήσεων και την αντίθεση της δυστοκίας που αντιμετωπίζει ένα μέσο νοικοκυριό με τους ανεβασμένους λογαριασμούς του ρεύματος προς την αύξουσα άνεση και πλούτο του επικεφαλής μιας μεγάλης εταιρείας που το παράγει.

Δεν γνωρίζω τις επιμέρους αντιδράσεις και εξελίξεις στο συγκεκριμένο θέμα, δίνει όμως μια καλή ευκαιρία να καταπιαστούμε με ορισμένα σημαντικά – αλλά και πολύ βολικά ξεχασμένα από τον δημόσιο λόγο – θέματα: Με ποιες αξιοκρατικές διαδικασίες προκηρύσσονται, αξιολογούνται και επιλέγονται οι θέσεις σε οργανισμούς, επιχειρήσεις και επιτροπές δημόσιας ευθύνης, οι αποφάσεις των οποίων διαμορφώνουν την ακολουθούμενη πολιτική και ασκούν μεγάλη επιρροή στις εξελίξεις;

Ακόμα πιο σημαντικό είναι το ερώτημα με ποιο αντικειμενικό μηχανισμό αξιολογείται η επίδοση του κάθε κορυφαίου στελέχους και συντάσσεται η σχετική Έκθεση ικανότητας και επάρκειας που δίδεται στην δημοσιότητα στο πλαίσιο της λογοδοσίας κάθε κυβέρνησης; Και ακριβώς αυτή η λογοδοσία θα κρίνει τελικά και το άλλο ερώτημα που πλανάται διακαώς στην κοινή γνώμη για το πώς καθορίστηκαν οι (συνήθως πολύ υψηλές) αμοιβές και αν άξιζαν τελικά τον κόπο.

Τα ζητήματα αυτά δεν μπορεί να τα προσπερνά κανείς με ελαφρότητα, νομίζοντας ότι δεν έχουν σημασία ή επικαλούμενος τις ίδιες πρακτικές των προκατόχων του. Υπάρχουν δύο σημαντικοί λόγοι που επιβάλουν την δημόσια συζήτηση και λογοδοσία: ο ένας είναι ότι οι διαδικασίες επιλογής υψηλόβαθμων στελεχών και επιβράβευσης αν τα πήγαν καλά (ή τιμωρίας αν δεν τα πήγαν) έχουν έντονο πραγματικό και συμβολικό αντίκτυπο στην κοινωνία.

Εάν κάνουν καλά την δουλειά τους, θα υπάρξει αντανάκλαση στην λειτουργία της οικονομίας και σε κρίσιμους τομείς διαχείρισης. Εάν όχι, αλλά παρ’ όλα αυτά αμείβονται πλουσιοπάροχα, τότε δίνεται το σήμα στην κοινωνία ότι ο κύριος στόχος ήταν η άλωση θέσεων, προνομίων και χρήματος – και όχι φυσικά η εξυπηρέτηση του πολίτη. Και στις δύο περιπτώσεις πάντως, οι αφορμές για πύρινες διαμάχες της εκάστοτε κυβέρνησης και αντιπολίτευσης προσφέρονται αφειδώς.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ προεκλογικά είχε διατυπώσει με πολύ πειστικό τρόπο μια πολιτική επιλογής και αξιολόγησης δημοσίων στελεχών που την επέσειε ως την απόλυτη απάντηση στις πρακτικές του ΣΥΡΙΖΑ τις οποίες θεωρούσε συστηματικά και συλλήβδην κομματικές, αναποτελεσματικές και κατώτερες των απαιτήσεων για σύγχρονο μάνατζμεντ.

Η εξαγγελία ήταν ότι επί ΝΔ τα στελέχη θα επιλέγονταν αξιοκρατικά και όχι από τον κομματικό σωλήνα. Δηλαδή με ανοιχτές διαδικασίες, δημόσια συζήτηση και επιλογή. Και μαζί φυσικά με όλες τις υποχρεώσεις λογοδοσίας για τις κυριότερες αποφάσεις που θα ελάμβαναν και τις συνέπειες που θα είχαν στους πολίτες και τις επιχειρήσεις της χώρας.

Σε πόσες άραγε περιπτώσεις ακολουθήθηκε αυτή η ανοιχτή αξιοκρατική διαδικασία; Σε καμία! Μα σε καμία! (Αν τυχόν μου ξεφεύγει κάτι, θα επανορθώσω). Δηλαδή, για καμμία μεγάλη θέση ελληνικού ή διεθνούς οργανισμού, δημόσιας εταιρείας ή ελεγκτικής επιτροπής, δεν έγινε διαγωνισμός για την πρόσληψη διευθυντικών στελεχών, δεν ανακοινώθηκαν απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, δεν συγκρίθηκαν με άλλους ενδιαφερόμενους ανταγωνιστές, δεν έγινε καμία απολύτως δημόσια αποτίμηση της μέχρι τώρα προσφοράς τους.

Η απόλυτη αυτή μεταστροφή της ακολουθούμενης πρακτικής από την προεκλογική επαγγελία αποτελεί πρώτου μεγέθους κυβίστηση, αν και η κυβέρνηση μπορεί να πιστεύει ότι ο χαρακτηρισμός ξεπλένεται εύκολα επικαλούμενη ανάλογες μεταστροφές της σημερινής αντιπολίτευσης. Τα πράγματα όμως με την δημόσια διαχείριση της οικονομίας δεν είναι ούτε τόσο πολιτικάντικα για να τα ξεπερνά κανείς με τηλεοπτικά αστειάκια, ούτε τόσο ασήμαντα για να νομίζει ότι εύκολα ξεχνιούνται.

Πριν αναπτύξει κανείς τι θα έπρεπε να γίνεται, καλό θα είναι να κάνουμε μια μικρή αναδρομή σε ανάλογα πεπραγμένα της τελευταίας εικοσαετίας. Είναι αλήθεια ότι το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα ποτέ δεν ήταν φανατικό με την εφαρμογή της αξιοκρατίας και ελάχιστο χρόνο έχει διαχρονικά αφιερώσει για να βρει κάποιον που είναι επαγγελματικά καλύτερος (αν και όχι κομματικά εγγύτερος) από κάποιον άλλο. Αλλά τουλάχιστον μερικά παραδείγματα υπήρξαν και από τότε που η χώρα έβαλε σοβαρά πλώρη για να ενταχθεί στην ΟΝΕ πήραν όλο και πιο συστηματική μορφή.

Οι δημόσιες επιχειρήσεις υποχρεώνονταν πλέον να υιοθετούν διαχρονικά Επιχειρηματικά Σχέδια εξυγίανσης, ανακοίνωναν στόχους που έπρεπε να πιάσουν και – όλο και συχνότερα – έψαχναν να βρουν τους καλύτερους στην αγορά για να τους υλοποιήσουν. Με την διαδικασία των ανοιχτών διαγωνισμών προέκυψε μια γενιά στελεχών που δεν είχε μεν περάσει την πόρτα του κόμματος, αλλά είχε την ευκαιρία να δώσει τις ικανότητες της για να πετύχουν μερικά κρίσιμα πράγματα για την χώρα.

Σταδιακά όμως οι πρακτικές αυτές εγκαταλείφθηκαν και στις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς άρχισε πάλι ο μεγάλος κομματικός συνωστισμός με τα γνωστά αποτελέσματα που έχει: εύκολες αποφάσεις για τα χατίρια των κομματικών προϊσταμένων, σωρός από πανάκριβες δημόσιες σχέσεις μήπως και περισωθούν από την χλεύη και φυσικά καμμία αίσθηση αυτοσυγκράτησης και λογοδοσίας.

Η σημερινή κυβέρνηση είχε μόνη της θέσει ψηλά τον πήχυ των προσδοκιών και τώρα μόνη της πρέπει να θερίσει τα αποτελέσματα των αποκλειστικά δικών της επιλογών. Η αντιπολίτευση εύκολα μπορεί να εντοπίζει αστοχίες και παραλείψεις των διορισμένων κομματικών στελεχών και να εγκαλεί την κυβέρνηση ότι φέρει την ευθύνη αφού μόνη της τα επέλεξε. Αυτό που θα της είναι πιο δύσκολο να κάνει είναι να αποδίδει την αστοχία και την αποτυχία τους στην έλλειψη αξιοκρατίας και διαφάνειας κατά την επιλογή τους, δεδομένου ότι και η ίδια ανάλογα πατρόν έκοψε και έραψε κατά την θητεία της.

Έχει όμως και μια μεγάλη ευκαιρία να αλλάξει την σημερινή ατζέντα με δύο κινήσεις: πρώτον να παραδεχτεί ότι και αυτή σε πολλές περιπτώσεις υπέκυψε στις κομματικές πιέσεις και διόρισε επικεφαλής οργανισμών άτομα που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με έννοιες διοίκησης, αποτελεσματικότητας και επιχειρησιακής ευθύνης, και να περιγράψει το κόστος αυτών των επιλογών σε παραγωγική υστέρηση, θεσμική αδράνεια και οικονομική επιβάρυνση.

Δεύτερον, να δεσμευτεί από τώρα ότι εφεξής θα υποστηρίζει πάντα τις ανοικτές διαδικασίες είτε βρίσκεται στην κυβέρνηση είτε όχι και να εξηγεί για ποιους λόγους αυτό επιτάσσει το συμφέρον της χώρας. (Η ελάσσων αντιπολίτευση μπορεί να την προμηθεύσει και με κάμποσα παραδείγματα όταν εφαρμόστηκε αυτή η αρχή).

Εάν η κυβέρνηση της ΝΔ δει μια αξιόπιστη και συμπαγή πρόταση της αντιπολίτευσης, δεν αποκλείεται να θυμηθεί την δική της δέσμευση που τόσο εύκολα καταπάτησε όταν ήλθε στην εξουσία. Και να ξεκινήσει έστω από τώρα και μετά να την εφαρμόζει.

Κάτι τέτοιο θα την απάλλασσε από το να έχει να υπερασπίζεται αρκετές προσωπικές κακοτοπιές με τα Golden boys, και θα επανέφερε την δημόσια συζήτηση εκεί που πρέπει να εστιάζει: δηλαδή στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και μόνο.

AΠΟ ΤΟ NEWS 247