
Του Σωκράτη Αργύρη
Η μετάβαση της Συρίας από το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ στην ηγεμονία του Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα, πρώην γνωστού ως Αμπού Μοχάμεντ αλ-Τζολάνι, δεν συνιστά απλώς μια πολιτική αλλαγή ηγεσίας. Αντιπροσωπεύει μία σύνθετη κοινωνικοϊστορική μετάλλαξη, στην οποία αλληλοδιαπλέκονται ταξικές εντάσεις, θρησκευτικές διαφορές, εθνοτικές ταυτότητες και στρατηγικές αναδιάταξης εξουσίας. Το ερώτημα αν η σύγκρουση που διαμορφώνεται είναι κατά βάση ταξική ή θρησκευτική, απαιτεί μια αναλυτική και συγκριτική προσέγγιση που υπερβαίνει τη διχοτομία αυτή καθαυτή.
Η θρησκευτική διάσταση στη σύγχρονη συριακή σύγκρουση, αν και μερικώς αποδυναμωμένη τα τελευταία έτη, έχει ιστορικά διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο. Η εξουσία του καθεστώτος Άσαντ στηρίχθηκε για δεκαετίες σε μια αλαουιτική μειονότητα, η οποία ελέγχει κρίσιμους κρατικούς και στρατιωτικούς μηχανισμούς. Από την άλλη πλευρά, η σουνιτική πλειοψηφία, ιδίως στις αγροτικές και φτωχότερες αστικές περιοχές, αποτέλεσε τη βάση των πρώτων εξεγέρσεων του 2011. Στη συνέχεια, με την άνοδο ισλαμιστικών οργανώσεων όπως το Μέτωπο αλ-Νούσρα και αργότερα η Hayat Tahrir al-Sham, η σύγκρουση έλαβε χαρακτήρα ριζοσπαστικού ισλαμικού κινηματισμού, στρεφόμενου κατά του κοσμικού καθεστώτος και των μη-σουνιτικών στοιχείων του.
Η ενσάρκωση αυτής της θρησκευτικής πολιτικοποίησης ήταν η προσωπικότητα του ίδιου του Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα, ο οποίος μεταπήδησε από τα πεδία της σαλαφιστικής τζιχαντιστικής σύγκρουσης στο πεδίο της θεσμικής διακυβέρνησης. Ωστόσο, η σύγχρονη φάση της ηγεσίας του χαρακτηρίζεται από μια στρατηγική μεταστροφής: από σεχταριστικό ισλαμισμό σε λόγο εθνικής ενότητας και ηθικο-πολιτικής ανασυγκρότησης. Ο Σαράα δηλώνει υπέρ της συνύπαρξης με χριστιανικές και κουρδικές κοινότητες, υιοθετεί θεσμική γλώσσα περί κράτους δικαίου και εμφανίζεται ως πρόεδρος μεταβατικού κράτους, όχι ως θρησκευτικός πολέμαρχος. Η θρησκευτική ρητορική, επομένως, παραμένει παρούσα αλλά λειτουργεί πια ως μηχανισμός νομιμοποίησης, όχι ως αιτία της σύγκρουσης.
Παράλληλα, η ταξική διάσταση του συριακού πολέμου, αν και λιγότερο ορατή στα μέσα ενημέρωσης, είναι θεμελιώδης. Η λαϊκή αγανάκτηση που ξέσπασε το 2011 εκπορεύτηκε από τις κοινωνικές ομάδες που βίωναν επί δεκαετίες την περιθωριοποίηση: μικροϊδιοκτήτες αγρότες, άνεργοι νέοι, υποαπασχολούμενοι αστοί, και κάτοικοι παραμελημένων επαρχιών. Η οικονομική συγκέντρωση υπέρ των οικογενειών που σχετίζονταν με τον μηχανισμό του καθεστώτος, καθώς και η κρατική καταστολή, επέτειναν την ταξική ριζοσπαστικοποίηση. Η πολεμική οικονομία που ακολούθησε, μαζί με τον κοινωνικό κατακερματισμό και τις προσφυγικές ροές, αποδιάρθρωσαν περαιτέρω την παραδοσιακή κοινωνική διαστρωμάτωση.
Ο Νόμος 10/2018 της κυβέρνησης Άσαντ είχε έμμεση συμβολή του στην ανάδυση του Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα ως μεταβατικού προέδρου της Συρίας.
Η θεσμική και πολεοδομική αρχιτεκτονική που οικοδομήθηκε από το συριακό καθεστώς υπό τον Μπασάρ αλ-Άσαντ στη μεταπολεμική περίοδο αποτέλεσε όχι απλώς εργαλείο “ανασυγκρότησης”, αλλά πρωτίστως μηχανισμό επικράτησης δια της ιδιοκτησιακής εκκένωσης. Ο Νόμος 10 του 2018, εμβληματικό παράδειγμα αυτής της πολιτικής, προσέδωσε στο κράτος τη δυνατότητα να κηρύσσει ολόκληρες αστικές ζώνες ως “περιοχές προς πολεοδομική αναδιοργάνωση” και να απαλλοτριώνει ακίνητα, εφόσον οι ιδιοκτήτες τους — συχνά πρόσφυγες ή εσωτερικά εκτοπισμένοι — δεν κατόρθωναν να αποδείξουν την κυριότητά τους εντός ασφυκτικών προθεσμιών.
Αν και ο Νόμος 10/2018 δεν αποτέλεσε αυτοτελώς την αιτία της πτώσης του καθεστώτος Άσαντ και της ανάδυσης του Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα στην προεδρία τον Ιανουάριο του 2025, η λειτουργία του συνέβαλε καταλυτικά στην παραπέρα απονομιμοποίηση του κρατικού μηχανισμού, επιτείνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις και υπονομεύοντας κάθε προοπτική εθνικής συμφιλίωσης. Το μέτρο ενίσχυσε το αίσθημα συλλογικής αποξένωσης μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων από το συριακό κράτος, ιδιαίτερα σουνιτικών πληθυσμών που ήδη βρίσκονταν σε αντίθεση με το καθεστώς, διαμορφώνοντας έτσι το κοινωνικοπολιτικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο κατόρθωσε να οικοδομήσει τη νομιμοποίησή του η αντιπολίτευση.
Ο Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα, προερχόμενος από το δίκτυο των ενόπλων αντικαθεστωτικών σχηματισμών αλλά επιδιώκοντας τη μετάβασή του σε θεσμική ηγεσία με ενωτικό πρόσημο, κατανόησε την πολιτική αξία της αποκήρυξης του Νόμου 10/2018 ως συμβόλου κρατικού αυταρχισμού και εκδικητικής πολεοδομίας. Η δημόσια ρητορική του κατά την περίοδο πριν την αναρρίχησή του στην εξουσία αντλείτο σε σημαντικό βαθμό από την ανάγκη επανανοηματοδότησης της εδαφικής κυριότητας ως εφαλτήριο εθνικής επανόρθωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι, ήδη από τις πρώτες δηλώσεις του ως μεταβατικός πρόεδρος, δεσμεύτηκε για την κατάργηση του Νόμου 10/2018, την επιστροφή περιουσιών στους εκτοπισμένους και τη θεμελίωση ενός νέου πλαισίου εγγυήσεων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων.
Επομένως, ενώ ο Νόμος 10/2018 δεν συνιστά την πρωτογενή αιτία της πολιτικής μετάβασης, συνιστά σαφώς έναν δομικό μηχανισμό αποσταθεροποίησης της νομιμοποιητικής βάσης του προηγούμενου καθεστώτος. Η πολιτική αξιοποίησή του από τον Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα και η μετατροπή του σε πυλώνα του αντι-καθεστωτικού αφηγήματος συνιστούν επιδέξια εργαλειοποίηση μιας χωρικής αδικίας ως μοχλού εθνικής επανασυγκρότησης. Το αποτέλεσμα δεν υπήρξε απλώς η μετάβαση στην εξουσία ενός νέου ηγέτη, αλλά η μετατόπιση του ίδιου του πλαισίου νομιμότητας του κράτους.
Ο Αλ Σαράα, στο πλαίσιο του νέου του πολιτικού ρόλου, υιοθετεί λόγο που εστιάζει στις “λαϊκές τάξεις” και την κοινωνική αποκατάσταση. Εμφανίζεται ως ηγέτης που προασπίζει τα συμφέροντα των φτωχών και των αποκλεισμένων, προωθώντας μέτρα επαναπατρισμού, αμνήστευσης, και αναδιοργάνωσης των θεσμών υπό νέες αρχές. Εντούτοις, η μεταστροφή αυτή ενέχει κινδύνους εργαλειακής χρησιμοποίησης της λαϊκής βάσης για την εγκαθίδρυση μιας νέας εξουσιαστικής ελίτ, με επίκεντρο τους πρώην μουτζαχεντίν, μεταβατικούς τεχνοκράτες και ισλαμιστές γραφειοκράτες.
Η κοινωνική βάση του νέου καθεστώτος συντίθεται κυρίως από τις αγροτικές και λαϊκές σουνιτικές κοινότητες, οι οποίες βλέπουν στον Σαράα έναν “δικό τους άνθρωπο”, ικανό να αποκαταστήσει την αξιοπρέπεια τους μετά από δεκαετίες εξευτελισμού. Η μεσαία τάξη, αν και βαριά πληγείσα από τον πόλεμο, τείνει να αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα υπό τον όρο σταθερότητας και θεσμικής ανασυγκρότησης. Αντιθέτως, οι αστικές ελίτ του παλαιού καθεστώτος βρίσκονται σε στάδιο περιθωριοποίησης ή εξωτερικής μετανάστευσης, ενώ εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες (Αλαουίτες, Χριστιανοί, Κούρδοι, Δρούζοι) αντιμετωπίζουν τη νέα εξουσία με επιφυλακτικότητα.
Η σύγκριση της συριακής μετάβασης με τη Γαλλική Επανάσταση προσφέρει ορισμένα σημαντικά ιστορικά παράλληλα. Όπως στη Γαλλία του 18ου αιώνα, μια κοινωνική έκρηξη από τα κατώτερα στρώματα οδήγησε αρχικά σε έναν ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του κράτους, μέσα από ακραίες μορφές εξουσίας, για να καταλήξει τελικά στη συγκρότηση ενός ισχυρού συγκεντρωτικού μοντέλου (ο Βοναπαρτισμός). Ο Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα παρουσιάζει σημεία ομοιότητας με αυτή τη μετάβαση: αναρριχήθηκε μέσω επαναστατικής βίας και επιχειρεί να θεσμοθετήσει μια νέα μορφή κρατικής ισχύος, διατηρώντας τη νομιμοποίηση του στην “λαϊκή βούληση” και στη “σωτηρία του έθνους”.
Αντίστοιχα, η ιρανική περίπτωση προσφέρει ένα ακόμα σημαντικό ανάλογο. Η Ιρανική Επανάσταση του 1979 προώθησε ένα πρότυπο ενοποίησης θρησκευτικής νομιμότητας με θεσμικό έλεγχο, υπό το ηγετικό σχήμα του Αγιατολάχ Χομεϊνί. Ο Σαράα φαίνεται να βαδίζει σε παρόμοιο μονοπάτι: από τη στρατιωτική-θρησκευτική ηγεσία επιδιώκει τη θεσμική μονιμοποίηση, συνδυάζοντας την ισλαμική ρητορική με πολιτικό πραγματισμό και διεθνείς διπλωματικούς ελιγμούς.
Μία ιδιαίτερη γεωπολιτική παράμετρος που περιπλέκει το μέλλον της Συρίας υπό τον Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα είναι η στάση του Ισραήλ. Το εβραϊκό κράτος αντιμετωπίζει τη νέα πραγματικότητα με διάχυτο άγχος και επιφυλακτικότητα, καθώς ο Σαράα, παρά τη ρητορική μετριοπάθειάς του, διατηρεί πολιτικά, ιδεολογικά και ιστορικά ίχνη εχθρότητας απέναντι στο Ισραήλ. Η στρατιωτική του πορεία στους κόλπους της Αλ-Κάιντα και της Hayat Tahrir al-Sham, η οποία σε παλαιότερες δηλώσεις θεωρούσε το Ισραήλ “κατοχική δύναμη”, δεν έχει διαγραφεί πλήρως από τη συλλογική μνήμη του Τελ Αβίβ.
Το Ισραήλ προβληματίζεται ιδιαιτέρως από το ενδεχόμενο μιας νέας, ενοποιημένης και ισλαμικά νομιμοποιημένης Συρίας, στην οποία θα εδραιώνεται ένας πολιτικός λόγος που, ακόμη και αν δεν προτάσσει την άμεση σύγκρουση, υπονομεύει τη στρατηγική ασφάλειας του Ισραήλ στα Υψίπεδα του Γκολάν και τη Νότια Συρία. Το νέο καθεστώς, αν και επιχειρεί διακριτική διαφοροποίηση από το ριζοσπαστικό παρελθόν του, εξακολουθεί να εμφανίζεται απρόθυμο να αναγνωρίσει το Ισραήλ, ενώ προωθεί την έννοια της «εθνικής απελευθέρωσης» σε παναραβικά πλαίσια.
Περαιτέρω ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο σύγκλισης του Σαράα με δυνάμεις που παραδοσιακά εχθρεύονται το Ισραήλ, όπως το Κατάρ, η Τουρκία ή ακόμα και σιιτικά στοιχεία στο Ιράκ. Αν και ο Σαράα διαχωρίζεται από το ιρανικό στρατόπεδο, το γεγονός ότι επιδιώκει περιφερειακή νομιμοποίηση μέσω σουνιτικών ή ισλαμικών αξόνων, επανενεργοποιεί ισραηλινές ανησυχίες περί περικύκλωσης. Η de facto σταθεροποίηση μιας Συρίας με εχθρική ή αμφίθυμη στάση προς το Τελ Αβίβ αντιβαίνει στη μακρόπνοη στρατηγική του Ισραήλ περί αποδυνάμωσης των γειτονικών κρατών μέσω διαίρεσης ή εξάρτησης.
Τελευταία βλέπουμε στρατιωτικές ενέργειες εκ μέρους του Ισραήλ προς το καθεστώς του Σαράα, εκτός των στοχευμένων ισραηλινών επιδρομών κατά ιρανικών ή φιλοϊρανικών θέσεων εντός Συρίας, υποδηλώνοντας ότι το Τελ Αβίβ διατηρεί τις “κόκκινες γραμμές” του. Το αν το νέο καθεστώς τηρήσει την συμφωνία ασφαλείας ή θα ενσωματώσει την αντι-ισραηλινή ρητορική του σε έναν νέο εθνικό αφηγηματικό κορμό, παραμένει ασαφές. Η πολιτική ταυτότητα της Συρίας του Σαράα, εν ολίγοις, δεν έχει ακόμα επιλύσει το θεμελιώδες ζήτημα του αν θα αποτελέσει μια “ουδέτερη ισλαμική δημοκρατία” ή έναν νέο φορέα αντίστασης στο γεωπολιτικό status quo της Μέσης Ανατολής.
Η πολιτική και στρατηγική στάση τόσο της Τουρκίας όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα που διαμορφώνει το γεωπολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσεται η μετάβαση της Συρίας υπό τον Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα. Η αλληλεπίδραση των δύο αυτών δυνάμεων με το νέο καθεστώς καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική σταθερότητα, αλλά και τη διεθνή θέση της χώρας.
Η Τουρκία, με την ιστορική της γειτνίαση και τα έντονα εθνικά και θρησκευτικά συμφέροντα στη Συρία, έχει διαδραματίσει έναν πολυδιάστατο και συχνά αντιφατικό ρόλο. Αρχικά, υποστήριξε σουνιτικές αντιπολιτευόμενες ομάδες με στόχο την αποσταθεροποίηση του καθεστώτος Άσαντ, προκειμένου να αποτρέψει την περαιτέρω ενδυνάμωση του Ιράν και των συμμάχων του στην περιοχή. Η άνοδος του Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα, ο οποίος έχει ιστορικά δεσμούς με την τουρκική πολιτική σφαίρα και τους ισλαμιστικούς κύκλους που υποστηρίζει η Άγκυρα, φέρνει μια νέα δυναμική στις διμερείς σχέσεις.
Η Τουρκία, ενώ επιθυμεί να διατηρήσει επιρροή στη Συρία, αντιμετωπίζει διλήμματα που αφορούν την προστασία των κουρδικών πληθυσμών στη βόρεια Συρία και την πρόληψη δημιουργίας αυτόνομων ζωνών. Η στάση της απέναντι στον Σαράα κινείται ανάμεσα στην υποστήριξη για τη σταθεροποίηση ενός σουνιτικού καθεστώτος και τον περιορισμό των απειλών προς τα νότια σύνορά της. Η συνεργασία με το καθεστώς Σαράα συχνά συνοδεύεται από διαπραγματεύσεις σχετικά με τη διαχείριση προσφυγικών ροών, την ασφάλεια των συνόρων και την αναχαίτιση τρομοκρατικών δικτύων. Ωστόσο, η τουρκική στρατηγική παραμένει ευέλικτη, ικανή να προσαρμόζεται ανάλογα με τις εξελίξεις, ειδικά λόγω του ανταγωνισμού με το Ιράν και το Ισραήλ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, παραδοσιακά κεντρικός παράγοντας στη συριακή κρίση, έχουν υιοθετήσει μια στρατηγική που χαρακτηρίζεται από σχετική απομάκρυνση και αναπροσαρμογή προτεραιοτήτων, ιδιαίτερα μετά τη μείωση της έντασης στο Ιράκ και την ανάδυση άλλων γεωπολιτικών προκλήσεων, όπως η Κίνα και η Ρωσία. Η αμερικανική πολιτική απέναντι στη Συρία παραμένει επικεντρωμένη σε δύο άξονες: την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (κυρίως του Ισλαμικού Κράτους), την υποστήριξη κουρδικών δυνάμεων στην βορειοανατολική Συρία.
Η εμφάνιση του Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα ως μεταβατικού ηγέτη επιβάλλει αναπροσαρμογές. Οι ΗΠΑ αξιολογούν την πιθανότητα συνεργασίας με το νέο καθεστώς ως μέσο σταθεροποίησης της περιοχής, αποφεύγοντας περαιτέρω άμεση στρατιωτική εμπλοκή. Ωστόσο, η βαθιά ριζωμένη ισλαμιστική ρητορική και οι σύνδεσμοι του Σαράα με προηγούμενες τζιχαντιστικές ομάδες εγείρουν ανησυχίες για πιθανή ενίσχυση εξτρεμιστικών στοιχείων και επιπλέον περιφερειακή αστάθεια.
Η σύγκλιση ή η αντίθεση των συμφερόντων Τουρκίας και ΗΠΑ στη Συρία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επιβίωση και τη νομιμοποίηση του καθεστώτος Σαράα. Ενώ οι ΗΠΑ προωθούν μια πολιτική περιορισμένης εμπλοκής, η Τουρκία επιδιώκει ενεργό ρόλο που αντανακλά τους γεωπολιτικούς της στόχους, αλλά και την εσωτερική πολιτική της δυναμική.
Στο πλαίσιο αυτό, η Συρία μοιάζει να λειτουργεί ως πεδίο συγκρούσεων και συνεργασιών ανάμεσα σε περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις. Η επανεκκίνηση διαλόγου ανάμεσα στον Σαράα και τους δυτικούς παίκτες, ενδεχομένως με τη μεσολάβηση της Τουρκίας, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αρχή μιας νέας φάσης, όπου η γεωπολιτική σταθερότητα θα επιδιώκεται μέσω συμβιβασμών και ανακατανομής επιρροών.
Η περίπτωση της Συρίας υπό τον Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα δεν υπάγεται εύκολα σε απλουστευτικά θεωρητικά σχήματα. Ούτε πρόκειται για καθαρά θρησκευτικό πόλεμο, ούτε για κλασική μαρξιστική ταξική πάλη. Είναι μια σύνθετη και πολυεπίπεδη διαδικασία μεταβολής της εξουσίας, όπου η θρησκεία, η κοινωνική διαστρωμάτωση, οι εθνοτικές διαφοροποιήσεις και οι ιστορικές προσλαμβάνουσες αλληλοεπιδρούν. Η Συρία του Αλ Σαράα αποτελεί το πεδίο γένεσης ενός υβριδικού πολιτικού μοντέλου, στο οποίο το παρελθόν των τζιχαντιστικών συγκρούσεων συνυπάρχει με τις επιδιώξεις κρατικής θεσμοποίησης και κοινωνικής ανασύνθεσης. Το αν αυτό το μοντέλο θα σταθεροποιηθεί ή θα οδηγήσει σε νέα μορφή αυταρχισμού, παραμένει ανοιχτό ερώτημα που θα κριθεί τόσο από τις εσωτερικές κοινωνικές δυνάμεις όσο και από την περιφερειακή και διεθνή ισορροπία.
Το μέλλον της Συρίας εξαρτάται όχι μόνο από την εσωτερική ανασυγκρότηση, αλλά και από τη στάση εξωτερικών δρώντων όπως το Ισραήλ. Η ιστορική αυτή στιγμή ενδέχεται να αποτελέσει είτε την απαρχή μιας σταθερής θεοκρατικής τάξης είτε μια σύντομη φάση μετάβασης προς μια νέα μορφή συγκεντρωτικής εξουσίας με επαναστατικό προσωπείο.

