Μνήμη Δώρου Λοΐζου

Του Γιαννάκη Λ. Ομήρου

    
       

52 χρόνια μετά. Οι μνήμες πονούν, είναι βασανιστικές σαν τις ερινύες καθώς επανέρχεται στο νου μας ένα από τα πιο απεχθή και βδελυρά εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον του Κυπριακού Ελληνισμού. Γιατί οι δολοφονικές σφαίρες που ρίχτηκαν τότε κατά του Βάσου Λυσσαρίδη δεν στόχευαν απλώς ένα αγωνιστή ηγέτη. Αποσκοπούσαν στην ολοκλήρωση του εγκλήματος κατά της Κύπρου, στην πλήρη εφαρμογή των ξένων συνωμοτικών σχεδίων που προνοούσαν προέλαση και εδραίωση του κατοχικού Αττίλα.

Είναι γνωστά τα γεγονότα ως τις 30 Αυγούστου 1974. Βαριά η ατμόσφαιρα. Όλα τάσκιαζε η φοβέρα. Το πραξικόπημα επιτέλεσε ήδη το προδοτικό του έργο. Η Τουρκία πραγματοποιούσε τους στόχους της εισβάλλοντας ανενόχλητη στην Κύπρο. Η χούντα ήδη είχε καταρρεύσει κάτω από το βάρος των κακουργημάτων της.

Στη γνωστή σύσκεψη του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, με τη βαριά και καταθλιπτική παρουσία οπλοφόρων της ΕΟΚΑ Β΄ συνήλθε η κυπριακή ηγεσία για να αποφασίσει πως θα αντιμετωπίσει τους όρους που η Τουρκία υπαγόρευε σαν νικηφόρος στρατηγός. Οι περισσότεροι περιέγραφαν την κατάσταση με τα μελανότερα χρώματα και άλλοι εισηγούνταν την αποδοχή του σχεδίου Γκιουνές. Ένα σχέδιο, που αν γινόταν αποδεκτό θα προωθούσε την τουρκοποίηση ολόκληρης της Κύπρου, αφού προνοούσε τη διασπορά των τουρκικών στρατευμάτων σε κάθε μέρος του νησιού που υπήρχαν Τουρκοκύπριοι.

Κάποιοι ωστόσο αδιόρθωτοι «ρομαντικοί» κρατούσαν ψηλά το λάβαρο της αντίστασης. Ακούστηκε τότε η φωνή του Βάσου Λυσσαρίδη. Κοίταξε στα μάτια τους οπλοφόρους που τον απειλούσαν και μίλησε την καθάρια φωνή της περηφάνιας και της αξιοπρέπειας.

Ακόμα και με την απειλή απέναντι του δεν παρέλειψε να στηλιτεύσει τους ενόχους της εθνικής τραγωδίας. «Πώς μπορούμε, διερωτήθηκε, να προχωρήσουμε στη θεραπεία με εκείνους που είναι υπεύθυνοι για την εθνική τραγωδία; Πώς θα συζητήσουμε λύση χωρίς δημοκρατία, χωρίς το λαό ελεύθερο να εκφράσει τις απόψεις του; Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε στη μάχη με αντισυνταγματικές ή ημισυνταγματικές καταστάσεις». Εκείνη τη μέρα τα φασιστικά όπλα δεν κροτάλισαν. Αλλά η απόφαση είχε παρθεί. Η φωνή της αντίστασης έπρεπε να σωπάσει. Τα όργανα των ξέων συνωμοτικών κέντρων εκτέλεσαν το απαίσιο έργο τους δεκαπέντε μέρες μετά. Το πρωί της 30ης Αυγούστου 1974, τρεις γνωστοί – άγνωστοι οπλοφόροι έστησαν ενέδρα στην καρδιά της Λευκωσία, κοντά στα Γραφεία του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΔΕΚ στο Βάσο Λυσσαρίδη. Οι σφαίρες δεν βρήκαν το στόχο τους, αλλά ένα εκλεκτό παλικάρι της Κύπρου. Ο αγωνιστής ποιητής Δώρος Λοΐζου έπεφτε νεκρός. Με τα μαλλιά ριγμένα πίσω, με το ματωμένο πρόσωπο ανάποδα, φυτευόταν στο χώμα για να γίνει κήρυκας και σηματοδότης στον αγώνα που θα ακολουθούσε και που ακόμα συνεχίζεται.

Αλλά ποιο ήταν αυτό το άγνωστο ως τότε παλικάρι που έγινε έκτοτε, μύθος και σύμβολο για την κυπριακή νεολαία;

Ήταν πρώτα απ’ όλα ένα παιδί του λαού, ένας ανήσυχος νέος, ένας διανοούμενος μαζί και αγωνιστής, ένας εραστής της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής ιστορίας, ένας συνειδητός σοσιαλιστής. Πάνω απ’ όλα, ήταν ένας ολοκληρωμένος ποιητής. Μάλιστα ένας «επικίνδυνος ποιητής» για όλα τα κατεστημένα, για όλους τους φορείς της αδικίας που έπρεπε, όπως έλεγαν προφητικά οι στίχοι του, «να πυροβοληθεί χωρίς προειδοποίηση».

52 χρόνια μετά, οι συνέπειες της προδοσίας και της τουρκικής ημικατοχής της πατρίδας μας παραμένουν αναλλοίωτες πραγματικότητες και οι κίνδυνοι για ολοκληρωτικό, εθνικό αφανισμό δεν έχουν εξαλειφθεί ακόμα. Σήμερα, με την κατοχή να ντροπιάζει ακόμα την πατρίδα μας, με τους μάρτυρες του λαού μας αδικαίωτους, το μήνυμα των δραματικών γεγονότων της 30ης Αυγούστου παραμένει άφθορο και εξαιρετικά επίκαιρο. Χρέος μας να συνεχίσουμε την αντίσταση, χρέος μας να συνεχίσουμε τον αγώνα.

Αυτό είναι το νόημα και η επιταγή από την υπέροχη θυσία του Δώρου Λοΐζου. Αυτό είναι το πατριωτικό καθήκον για το σήμερα και το αύριο.

Πρώην Προέδρου Βουλής των Αντιπροσώπων