
Του Γ. Λακόπουλου

Σε πρώτη φάση αυτό είχε στόχο να εδραιωθεί στη ΝΔ. Και μετά λειτουργήσαν σαν αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Δεν προέβλεπαν το αποτέλεσμα: το επέβαλαν.
Όσο ο Μητσοτάκης έχανε όλες τις πολιτικές μάχες και ο Τσίπρας κέρδιζε εντός και εκτός της χώρας τόσο οι δημοσκόποι αυξάναν τη διαφορά μεταξύ τους. Και όπως συμβαίνει πάντα με την στενευμένη προπαγάνδα στο τέλος… δικαιώθηκαν κατά το μισό: στη συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ απέτυχαν.
Τους βοήθησε και η κυβέρνηση Τσίπρα όσο μπορούσε, επιτρέποντας τη δημοκοπική ασυδοσία, που έφτανε ως το σημείο να προβάλει ο δημοσκόπος τη γνώμη του ως …γκάλοπ, με τη μορφή «εκτίμηση ψήφου». Και έξω αν έπεφτε μια εκτίμηση ήταν, όχι επιστημονική αποτύπωση διαθέσεων της κοινής γνώμης.
Ο Νίκος Παππάς, ως αρμόδιος υπουργός, δεν έφερε ποτέ νόμο για τη διαφάνεια στη λειτουργία των εταιριών έρευνας, παρότι αύξαναν σαν μανιτάρια και παρήγαγαν ανεξέλεγκτα ένα προϊόν που αφορούσε την ενημέρωση της κοινωνίας και την ποιότητα της Δημοκρατίας.

Το ίδιο κάνει και η σημερινή κυβέρνηση- αλλά τουλάχιστον η ΝΔ έχει τους λόγους της. Το δημοσκοπικό προϊόν την ωφελεί. Και ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευσή πλέον κοιμάται πάλι τον ύπνο του δικαίου. Παρότι αυτή τη φορά υπάρχουν μερικά ερωτήματα:
Το ένα είναι για ποιο λόγο τόσες εταιρίες άρχισαν να μετρούν την κοινή γνώμη -όπως τη μετρούν- πριν καν τελειώσει το καλοκαίρι και πριν κλείσει μήνα η νέα κυβέρνηση;
Πότε προλάβαν να διαπιστώσουν πόσο θετικό είναι το έργο της και πώς αξιολόγησαν την αντιπολίτευση, πριν καν ανοίξει η Βουλή για τη νέα περίοδο;
Πώς στην ευχή κρίνονται από τους πολίτες οι επιτυχημένοι υπουργοί πριν καν βάλουν τις πρώτες υπογραφές τους;
Πώς μπορεί να πάρει κανείς στα σοβαρά την σαρωτική αποτίμηση μιας κυβέρνησης που δεν έχει αγγίξει ακόμη κανένα από τα σοβαρά θέματα της χώρας;
Δεν έχει καν καταθέσει τον πρώτο προϋπολογισμό της και απλώς εκτελεί τον προϋπολογισμό που της άφησε η προηγουμένη κυβέρνηση. Και δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς αφού αυτόν προϋπολογισμό ενέκριναν οι Θεσμοί.

Αλλά σε μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα τίποτε δεν μπορεί να μείνει καλά κρυμμένο. Ούτε η σκοπιμότητα που κρύβει η νέα φουρνιά δημοσκοπήσεων.
Κανείς δεν έχει μαράζι να μάθει το συσχετισμό δυνάμεων δυο μήνες μετά τις εκλογές. Κανείς δεν θα πλήρωνε για να μάθουμε αν ο Κικίλιας είναι πιο δημοφιλής από τη Κεραμέως -ενώ ο Άδωνις πατώνει, παρότι χειρίζεται την αιχμή της κυβερνητικής πολιτικής.
Και κανείς δεν έχει λόγο να καταπιεί ότι η κοινή γνώμη είναι … υπέρ του σκανδάλου Novartis και εναντίον όσων το αποκάλυψαν, χειροκροτώντας όσους το συγκαλύπτουν. Υπάρχει και το προηγούμενο του Χρηματιστηρίου και της Ζήμενς στο συλλογικό υποκείμενο που έχει ψυλλιάσει την κοινωνία.
Συνεπώς κανείς δεν μπορεί να παρακινεί τις εταιρίες να μετρήσουν ή καλύτερα να εμφανίσουν χωρίς λόγο τη κοινή γνώμη διακείμενη ευνοϊκά προς την κυβέρνηση. Εκτός από έναν: την κυβέρνηση.
Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν ότι η κατάσταση δεν είναι τόσο ρόδινη όσο την εμφανίζει το επικοινωνιακό ιμπέριουμ που διαμορφώνουν οι μιντιάδες που στηρίζουν και χειραγωγούν τη ΝΔ. Και αυτό σύντομα θα φανεί.
Εφόσον ο δημοσκοπικός βομβαρδισμός έχει κυβερνητική παρότρυνση -με ό,τι σημαίνει αυτό- για ένα λόγο μπορεί να συμβαίνει αυτό: για την δημιουργία εκλογικού κλίματος.

Ο άλλος για να πανικοβληθούν οι βουλευτές της ΝΔ που σκέφτονται να ακολουθήσουν τον Σαμαρά ή θέλουν πάλι τον Προκόπη Παυλόπουλο ως Προέδρο της Δημοκρατίας. Ή δεν προτίθενται να ακολουθήσουν τις κυβερνητικές ακροβασίες σε κάποιες ψηφοφορίες στη Βουλή: από τον εκλογικό νόμο, μέχρι τη συνταγματική τροποποίηση και κάποιες ακραίες ιδιωτικοποιήσεις.
Δεν ψηφίζουν όσα παράγει η νομοθετική βιομηχανία «καλών πρακτικών» Γεραπετρίτη; Τους πάει σε εκλογές με λίστα -που θα κερδίσει με τέτοιο δημοσκοπικό αέρα παρά την απλή αναλογική. Και πολλοί δεν ξαναβλέπουν τη Βουλή. Ανάμεσά τους και ο Σαμαράς με τον Καραμανλή, τη Ντόρα και άλλους.
Τελικά το σύστημα Μητσοτάκη παρά είναι προβλέψιμο.
