
Toυ Νίκου Γαλάτη
Οι πολλές ιαχές για την «αναγέννηση» της Κεντροαριστεράς, η εφορία και οι μεγάλες δηλώσεις φαίνεται πως δεν φτάνουν στο εκλογικό σώμα -που κρατάει μικρό καλάθι και είναι αρκετά δύσπιστο. Πολλοί, όπως ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ, στις πολλές υποψηφιότητες βλέπουν φυγόκεντρες τάσεις -που θα εκδηλωθούν την επόμενη των εκλογών.
Το βέβαιο είναι πως η κατακερματισμένη παράταξη θα παραμείνει κατακερματισμένη ακόμα κι αν αποτελέσει ένα κόμμα -με πολλά κόμματα ή συνιστώσες- χωρίς τελικά ουσιαστικό ηγέτη με τέτοιο εκτόπισμα, χωρίς πρόγραμμα και θέσεις, χωρίς να μπορεί να πάρει αποφάσεις σε απλά θέματα ή σοβαρά όπως είναι οι συμμαχίες της, η θέση της για το εκλογικό σύστημα, την παιδεία, την πορεία της χώρας.

Φυσικά οι πολλές υποψηφιότητες- μερικές από τις οποίες θα πάρουν ποσοστά της τάξης του 3-5% και πάντως μονοψήφια νούμερα με μόνο αποτέλεσμα να μη λυθεί το θέμα της ηγεσίας- με ένα αρχηγό υπό επιτροπεία των συναρχηγών του- σε ένα ακόμα που δεν έχει ακόμα πρόγραμμα, σύμβολα, διακήρυξη και θέσεις -πέρα από γενικότητες.
Το πρόβλημα θα αναδειχθεί όταν το νέο κόμμα θα πρέπει να πάρει θέση για την πολιτική κατάσταση και θα αποδειχθεί πως είναι ένα κόμμα χωρίς ταυτότητα, χωρίς πολιτικό λόγο με στρογγυλές θέσεις, μέτριο, ασπόνδυλο και άχρωμο, λίγο δεξιό, λίγο αριστερό και τελικά μόνο λίγο.
Η επιστροφή του Κέντρου ως απάντηση στην άνοδο των Άκρων -όπως φάνηκε όταν ξέσπασε η κρίση- δεν είναι λύση πολύ περισσότερο αφότου τον χώρο αυτό επιχειρούν να καταλάβουν τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ με τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα -ως συνέχεια του Ανδρέα Παπανδρέου, όσο και η μετριοπαθής πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας που δυσανασχετεί με τον Άδωνι Γεωργιάδη -στη θέση του εκφραστή της παράταξης.

Η κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ στο χώρο του Κέντρου υπήρξε όσο τόνιζε πως ήταν αριστερό κόμμα. Ο ίδιος ο ηγέτης του μάλλον το θεωρούσε ως …συνάντηση των άκρων με αριστερό πρόσημο, όταν κινούνταν με άνεση από την Ακροαριστερά ως τον Πατριωτισμό με άξονα την αντιδεξιά ρητορική του. Ήταν αυτός που θεωρούσε το ΠΑΣΟΚ συνέχεια του ΕΑΜ με τον Άρη Βελουχιώτη στα γραφεία του παρά- όπως θέλει ο Ευ. Βενιζέλος- τον Νικόλαο Πλαστήρα.
Οι αντικομμουνιστικές ρητορείες από τους κόλπους του ΠΑΣΟΚ ή η πολιτική των ίσων αποστάσεων έδειξε με παράδειγμα την ευρωβουλευτή Εύα Καϊλή πόσο δεξιά μετακινήθηκε τα χρόνια που βρισκόταν στην εξουσία αυτό το κόμμα περνώντας από την σοσιαλδημοκρατία του Σημίτη στο νεοφιλευθερισμό του Γιώργου Παπανδρέου- που κατέληξε σε συνεργασία με την Ακροδεξιά και την υπογραφή μνημονίου- το τέλος δηλαδή της στρατηγικής του ΠΑΣΟΚ.

Στην καλύτερη περίπτωση η συμμαχία με τον Καμίνη ή τον Σταύρο Θεοδωράκη όσο και η πρόταση Βενιζέλου συνιστούν ένα …ΚΟΔΗΣΟ- που τελικά ως γνωστόν συνεργάστηκε με τη Νέα Δημοκρατία. Από την άλλη η αντιδεξιά ρητορική του Ραγκούση κ.α. με λίγη αριστερά, αλλά στο Κέντρο, οδηγεί σε μια ακόμα συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ -που ήδη καλύπτει τον χώρο- ή είναι όπως ήθελε να δείξει το άρθρο του Αλέξη Τσίπρα η αυθεντική συνέχειά του.

Αν μας διδάσκει κάτι η πρόσφατη Ιστορία είναι πως ένα κόμμα του 4% μπορεί να διαλύσει ένα ισχυρότερο με 44-48% αν έχει -ή δείχνει ότι έχει- ριζοσπαστικές αυταπάτες! Το κενό που στην πραγματικότητα δημιουργεί η διάψευση της ελπίδας από το ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι στο Κέντρο- όπου υπάρχει φαινομενικά εκλογικό κενό. Είναι το ιδεολογικό κενό στην Αριστερά που σημαίνει πως στη λέξη Κεντροαριστερά- εκεί μπαίνει ο τόνος- γιατί τελικά Κέντρο δεν σημαίνει τίποτα.
Ένα κόμμα μπορεί να είναι αριστερό ή δεξιό, ακόμα κι αν είναι κεντροαριστερό γιατί αλλιώς είναι στη πράξη δεξιό ή κάτι χειρότερο: νερόβραστο όπως το Ποτάμι -που ένα 6% του έδωσε εντολή να διαδεχθεί το ΠΑΣΟΚ, αλλά εκείνο προτίμησε ως ιδεολογικούς εκφραστές τον Νίκο Δήμου ή τον Στέλιο Ράμφο. Το αποτέλεσμα θα φανεί στις κάλπες.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν δημιούργησε την παράταξη, αλλά την εξέφρασε. Αν ένα κόμμα- έστω μικρό- θέλει να κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή τα επόμενα χρόνια- από το ΠΑΣΟΚ, την ΕΡΕ ή τον ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε πως δεν μπορεί να έρχεται με διάθεση να εκφράσει την μετριότητα, ως μετριοπάθεια, αλλά να επιχειρήσει ιδεολογικές και πολιτικές τομές και ρήξεις. Να έχει σαφείς θέσεις και ιδεολογία και να μην διαμορφώνει ταυτότητα ανάλογα με τις δημοσκοπήσεις.
