
Άθλος με οφέλη για όλους
Είκοσι χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, παρά τις διαρκείς αναλύσεις και μελέτες, τρία ερωτήματα, το ένα μέσα στο άλλο, τίθενται βασανιστικά αλλά χωρίς απαντήσεις:
Γιατί πέτυχε η Ελλάδα; Γιατί δεν αξιοποίησε όσο μπορούσε αυτό που πέτυχε; Γιατί δεν επαναλήφθηκε ο τρόπος με τον οποίον το πέτυχε;
Το βέβαιο είναι ότι από την αξιολόγηση της ολυμπιακής προσπάθειας προκύπτει μια γενική διαπίστωση: Η λήξη των Αγώνων βρήκε τη χώρα σε πολύ καλύτερη θέση από αυτή που ήταν όταν ξεκίνησε τη διεκδίκησή τους. Οι Αγώνες δημιούργησαν υπεραξίες που προεκτείνονται ως τις μέρες μας.
Αν χάθηκαν μεταολυμπιακά τα κέρδη, είναι μια άλλη υπόθεση που σχετίζεται με πονηρία – να τονιστεί μόνο το κόστος στον προϋπολογισμό. Όπως είπε ο Κώστας Καρτάλης που μετείχε στην προετοιμασία ως γενικός γραμματέας, κάποιοι έκαναν «πολιτική διαχείριση» των αριθμών. Εμφανώς για να πλήξουν τους πολιτικούς αντιπάλους τους και όσους θεωρούσαν ανταγωνιστές τους. Πήρε δύο δεκαετίες, αλλά η εικόνα είναι πλέον καθαρή και ανάγλυφη.
Οι πάσης φύσεως δαπάνες, που συνδέθηκαν με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, κινήθηκαν σε εύλογα επίπεδα. Ειδικά αν συγκριθούν με άλλες χώρες που ανέλαβαν την Ολυμπιάδα. Και η ανεξαρτησία της Οργανωτικής Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2004 εξασφάλισε την πλεονασματική διαμόρφωση του προϋπολογισμού της.
Το γενικό όφελος στην κοινωνία και την οικονομία, πέραν της προφανούς απεικόνισής του στις υποδομές και άλλες ποιοτικές αλλαγές, τεκμηριώθηκε με επιστημονικές μελέτες και έγκυρες έρευνες. Συν το άυλο όφελος που αναγνωρίζεται από όλους, παρότι δεν μετρήθηκε.
Η κυρίαρχη μιντιακή ενημέρωση απέκρυψε πλήθος στοιχείων που αναδείκνυαν το θετικό αποτύπωμα των Αγώνων, σε εθνική κλίμακα, και συχνά προέβαλλε αβάσιμες θεωρίες και ζημιογόνες ανοησίες αρνητών της Ολυμπιάδας.
Οι Αγώνες ως συνθέτη δράση πολύ μεγάλης κλίμακας ωφέλησαν ολόκληρο τον πληθυσμό σε ομόκεντρους κύκλους. Και πάντως δεν έβλαψαν κανέναν, και πολύ περισσότερο τη χώρα ως σύνολο. Ποτέ άλλοτε δεν είχε η Ελλάδα τόση αναγνώριση στον διεθνή χώρο για μια εθνική και ταυτόχρονα διεθνή δραστηριότητα, σε καιρό ειρήνης. Η χώρα έβγαλε από πάνω της το στίγμα της ανοχής στην τρομοκρατία.
Ποτέ άλλοτε το ελληνικό κράτος δεν δούλεψε τόσο συστηματικά, με μαζική εθελοντική συμμετοχή.
Και να μην κρυβόμαστε. Είχαν περάσει χρόνια από τότε που μια επιχειρηματική οικογένεια δαπάνησε τόσο κόπο και χρήμα για εθνικό σκοπό όσα η οικογένεια Αγγελοπούλου για τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Πού πήγε η Ελλάδα του 2004;
Αν στην Ιστορία υπάρχουν χώρες που πέταξαν από το παράθυρο τις ευκαιρίες να εξελιχθούν, με βάση τα δικά τους επιτεύγματα, η Ελλάδα διεκδικεί τα πρωτεία, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το επίτευγμα των Ολυμπιακών Αγώνων.
Ξεπέρασε τις αγκυλώσεις και τις υστερήσεις της, μεγαλούργησε στα μάτια της διεθνούς κοινότητας και τελικά επέστρεψε στον παλιό εαυτό της. Ίσως δεν υπάρχει άλλη χώρα που έδειξε μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα ότι μπορεί να κάνει θαύματα, και να τα… ακυρώνει η ίδια!
Τον Αύγουστο του 2004, δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο παρακολούθησαν μια υποδειγματική χώρα να διοργανώνει υποδειγματικούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Είδαν μια πόλη να λειτουργεί στην εντέλεια, ανθρώπους να χαμογελούν, νέους να προσφέρουν με κέφι τη βοήθειά τους, το κράτος να έχει λύσεις για κάθε πρόβλημα και τους πολίτες να πειθαρχούν στους κανόνες.
Γιατί η χώρα και οι επί μέρους ομάδες της δεν έδειξαν άλλη φορά έκτοτε τόσο ενθουσιασμό και πειθαρχία και τόση αποτελεσματικότητα σε έναν στόχο; Πού πήγε εκείνη η Ελλάδα;
Δεν υπάρχει απάντηση γιατί κανείς δεν την αναζήτησε. Από την επομένη κιόλας, πρώτο το πολιτικό σύστημα άρχισε να την ξηλώνει. Ορισμένα κόμματα και κάποιοι πολιτικοί μιλούσαν για τα οικονομικά των Ολυμπιακών Αγώνων με κριτήριο αν ήταν στην κυβέρνηση, ή στην αντιπολίτευση. Καμιά κυβέρνηση δεν κεφαλαιοποίησε την αίγλη της Ολυμπιάδας. Ούτε καν επιδίωξε να συντηρήσει τις ταχύτητες που προσέδωσε στην κοινωνία το ολυμπιακό εγχείρημα, ώστε να αντιμετωπίζει τις υποθέσεις της χώρας με τον ίδιο ενθουσιασμό. Δεν καταβλήθηκε ποτέ προσπάθεια για να επεκταθεί σε όλο το δημόσιο το αποδεδειγμένα λειτουργικό οργανωτικό μοντέλο των Αγώνων. Το συμμετοχικό φαινόμενο των εθελοντών εγκαταλείφθηκε. Το απόθεμα αξιοπιστίας της Πολιτείας εξανεμίσθηκε στους μαιάνδρους της πολιτικής.
Το εθνικό κύρος του 2004 παράπεσε…
Αν το προσωπικό που έστησε το επίτευγμα των Ολυμπιακών Αγώνων είχε ενσωματωθεί, αξιοκρατικά, στη δημόσια διοίκηση, θα την εμβολίαζε με την εμπειρία, την τεχνογνωσία και την εργατικότητα που κουβαλούσε.

Ατυχώς, τη λάμψη των Ολυμπιακών Αγώνων διαδέχθηκαν παρατημένα στάδια, άδειες πισίνες, κερκίδες-σκουπιδότοποι. Εκεί που είχαν γράψει Ιστορία μεγάλοι παγκόσμιοι αθλητές, κυριάρχησε η ερήμωση και σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζεται. Θλίψη.
Η Ελλάδα του 2004 χάθηκε, προτού προλάβει να ριζώσει. Η σύγκριση ανάμεσα στο 2004 και το 2024 είναι απογοητευτική, με οδυνηρό τρόπο: Ενώ η χώρα έχει προϋποθέσεις και ο πληθυσμός της μπορεί να αναλάβει εγχειρήματα μεγάλης κλίμακας, οι ηγεσίες της την καθηλώνουν.
Ακόμη και όταν βρίσκεται τρόπος να αναδειχθεί το φυσικό ελληνικό ταλέντο και η χώρα κινείται μπροστά, κάποιοι τη βάζουν στο προκρούστειο κρεβάτι τους και την ακρωτηριάζουν – για να έρθει στα μέτρα τους.
Έκτοτε, από τη μια Αυγουστιάτικη πανσέληνο ως την άλλη η Ελλάδα του 2004 χάνεται. Δεν φαίνεται στον ορίζοντα η ελπίδα να τον ξαναζήσουμε, αλλά δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ τον Αύγουστο του 2004.
Η τεράστια οικονομική επένδυση που χρηματοδότησε ο ελληνικός λαός δεν απέδωσε περισσότερα, γιατί οι κυβερνήσεις της δεν φρόντισαν να την αξιοποιήσουν.
Πολιτικοί, επιχειρηματίες και ΜΜΕ δεν δέχτηκαν ότι ένας μόνο άνθρωπος –μια γυναίκα εν προκειμένω– διέθετε τις ικανότητες, την ισχύ και τη βούληση να τα καταφέρει για λογαριασμό όλων. Αφού απόλαυσαν την επιτυχία, στη συνέχεια την υπονόμευσαν και οι δάφνες μαράθηκαν. Έτσι έσβησε εκείνη η Ελλάδα.
Μετά το 2004 η μόνη φορά που η χώρα βρέθηκε στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας ήταν για άλλους λόγους και με άλλους χαρακτηρισμούς: τον διασυρμό της χρεοκοπίας και την υποταγή στην τρόικα.
Εκεί που πήγαμε να γίνουμε πρότυπο, καταντήσαμε μοντέλο προς αποφυγή και δακτυλοδεικτούμενοι.
Η Οργανωτική Επιτροπή ΑΘΗΝΑ 2004 υπό την προεδρία της Αγγελοπούλου υπήρξε ο πληρέστερος μηχανισμός εργασίας που στήθηκε ποτέ στη χώρα. Κάτι σαν εθνικό σεμινάριο μάνατζμεντ που άφησε την παρακαταθήκη: «Όταν θέλουμε μπορούμε».
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν το τελευταίο φωτεινό ορόσημο στον εθνικό βίο. Μετά το 2004 ο ελληνικός Αύγουστος είναι μελαγχολικός. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν ο μεγαλύτερος διεθνής θρίαμβος της σύγχρονης Ελλάδας. Και «μετά σιωπή και μετά το τέλος».
Νικήσαμε τα λιοντάρια και μας έφαγαν οι κοριοί…
Αν πρέπει να ξεχωρίσουμε κάτι από την ολυμπιακή κληρονομιά, ύστερα από είκοσι χρόνια, είναι ότι η Γιάννα Αγγελοπούλου βρήκε τον τρόπο να κάνει την Ελλάδα ευτυχισμένη χώρα.
Για όσο κράτησε…

