Το βιβλίο του Γ. Λακόπουλου “Η μπαλάντα των Ολυμπιακών Αγώνων” στο “ΑΠ”- «Τα πρόσωπα, η λάμψη, οι σκιές και η Γιάννα Αγγελοπούλου»

Πρόλογος

«Αξία έχει η συμμετοχή και όχι η νίκη…»

Πιερ ντε Κουμπερτέν, αναβιωτής των Ολυμπιακών Αγώνων

Η Ελλάδα διεκδίκησε το 1997 τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα ως ρεβάνς για την απώλεια των Αγώνων του 1996. Όταν οι «Αθάνατοι» της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής δε πείστηκαν να εγκρίνουν τη δεύτερη –μετά το 1896– επιστροφή τους στην Ελλάδα.

Έχει ο καιρός γυρίσματα: Εφτά χρόνια μετά το 1990, που απορρίφθηκε η ελληνική αξίωση για το Χρυσό Ιωβηλαίο, το νέο ελληνικό αίτημα ικανοποιήθηκε, μετά πολλών επαίνων. Πρωτίστως, γιατί η νέα διεκδίκηση ήταν σωστά οργανωμένη. Από μια άποψη, εκείνη τη στιγμή, η ανάθεση των Αγώνων στη χώρα που τους γέννησε –και τους αναβίωσε– ήταν ο καλύτερος τρόπος για να ξεπλυθούν οι «αμαρτίες» του διεθνούς ολυμπιακού ιερατείου και να αποκατασταθούν αλλοιώσεις του ολυμπιακού ιδεώδους που εμφάνιζαν ανησυχητική συχνότητα και το θόλωναν.

Οι Έλληνες υποδέχθηκαν την ανάθεση με ενθουσιασμό. Ήταν ό,τι πιο σημαντικό είχε συμβεί στην Ελλάδα στα τριάντα τρία χρόνια από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας – μετά την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.

Ωστόσο, τίποτε δεν είχε  τελειώσει. Σύντομα αναδείχθηκε η –διεθνής κυρίως– αμφιβολία για την ικανότητα των Ελλήνων να ανταποκριθούν στις μεγάλες απαιτήσεις της διοργάνωσης. Όχι αδίκως: Τη θριαμβολογία διαδέχθηκαν αργοί ρυθμοί προετοιμασίας επί σχεδόν τρία χρόνια, ενώ η κλεψύδρα άδειαζε.

Αν η ανάληψη ήταν το φως στο τούνελ, που είχε ανάγκη  η χώρα, το φως που άρχισε να βλέπει ένα χρόνο μετά την ανάθεση ήταν το τρένο που ερχόταν καταπάνω της. Το επίτευγμα της ανάληψης μπορούσε να την καταστρέψει.

Την άνοιξη του 2000, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή απείλησε να αφαιρέσει τους Αγώνες από την Αθήνα. Αν συνέβαινε αυτό, θα συνιστούσε εθνική ταπείνωση, με ανυπολόγι στη βλάβη για τη χώρα.

Τότε τα μάτια, Ελλήνων και ξένων, στράφηκαν σε μια γυναίκα: τη Γιάννα Αγγελοπούλου. Είχε οργανώσει την ανάθεση των Αγώνων στην Αθήνα και τα δείγματα γραφής της στην επίτευξη στόχων ήταν αξεπέραστα.

Η ελληνική κυβέρνηση της έδωσε το τιμόνι. Αυτή τη φορά για να διασώσει τους Αγώνες, ως πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2004.

Παρότι είχε χαθεί κρίσιμος χρόνος, τα κατάφερε. Η Ελλάδα βρέθηκε στο κέντρο του διεθνούς θαυμασμού και της παγκόσμιας αναγνώρισης. Ωστόσο, όταν έσβησαν τα φώτα της τελετής Λήξης των Αγώνων, η –υλική και άυλη– ολυμπιακή κληρονομιά, που κατακτήθηκε με κόπο και χρήμα, άρχισε να εγκαταλείπεται. Το όφελος ήταν μικρά υποπολλαπλάσια της αρχικής προσδοκίας, κατακερματισμένο σε διάφορους τομείς. Κυρίως στις υποδομές που απέμειναν να θυμίζουν όχι μόνο το επίτευγμα, αλλά και την εγχώρια… κακομεταχείρισή του.

Παρ’ όλα αυτά ένα δεν άλλαξε. Είκοσι –και πλέον– χρόνια από το 2004 η οργάνωση της ελληνικής Ολυμπιάδας παραμένει αξεπέραστο υπόδειγμα μάνατζμεντ, σωστής λειτουργίας του κράτους, εθνικής ομοψυχίας, συμμετοχής του πληθυσμού και αξιοπιστίας στον διεθνή χώρο.

Οι Έλληνες ως λαός δεν το ξέχασαν. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του 2004 από την εταιρεία Μέτρον Ανάλυσις, στη συνείδηση των πολιτών οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 βρίσκονται στην κορυφή των γεγονότων, από τη Μεταπολίτευση και εντεύθεν. Μετά το Δημοψήφισμα του 1974 για το πολίτευμα και την ένταξη στην ΕΟΚ το 1980.

Ωστόσο, οι αντιλήψεις και οι δράσεις που οδήγησαν σε εκείνο το επίτευγμα δεν έχουν επαναληφθεί. Ούτε οι πρωτα- γωνιστές αξιοποιήθηκαν από την Πολιτεία. Και το κεκτημένο υποχώρησε. Γιατί;

Αναζητώντας την εξήγηση, το βιβλίο πιάνει το νήμα από τις 5 Σεπτεμβρίου 1997. Όταν η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή έστειλε στην Αθήνα τους 28ους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, με την προσδοκία της αναβάπτισής τους.

Στα πρωτοσέλιδα των ελληνικών και ξένων μέσων ενημέρωσης οι περισσότεροι τίτλοι ήταν: «Η Γιάννα Αγγελοπούλου κέρδισε τους Ολυμπιακούς Αγώνες».

Η εστίαση στο ίδιο πρόσωπο διήρκεσε ως το τέλος της διοργάνωσης και συνεχίζεται, δυο δεκαετίες αργότερα…

Αυτό το πρόσωπο παρακολουθεί η αφήγηση…

Φωτό από την παρουσίαση του βιβλίου

1                                                  Η Αποτυχία

«Μια πιθανή αιτία που τα πράγματα δεν πάνε σύμφωνα με το σχέδιο είναι ότι δεν υπήρχε ποτέ σχέδιο».

Άσλεϊ Μπίλιαντ, Βρετανός συγγραφέας

Η Εκατονταετηρίδα ως ιστορικό δικαίωμα

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες έχουν αναγνωριστεί ως ιστορική κληροδοσία της αρχαίας Ελλάδας προς την ανθρωπότητα. Γι’ αυτό η αναβίωσή τους –από τη διεθνή κοινότητα– το 1896, μετά από είκοσι τρεις αιώνες διακοπής, άρχισε από την Αθήνα – των μόλις 128.735 κατοίκων. Με πρωτοβουλία του Γάλλου βαρόνου Πιερ ντε Κουμπερτέν και πρωταγωνιστή από ελληνικής πλευράς τον λόγιο της εποχής Δημήτριο Βικέλα. Μόλις δύο χρόνια μετά την επίσημη κήρυξη πτώχευσης της χώρας από τον Χα- ρίλαο Τρικούπη.

Για τους Αγώνες ανακατασκευάστηκε το Παναθηναϊκό Στάδιο –με δωρεά του Γεωργίου Αβέρωφ– και η Αθήνα υποδέχτηκε, για πρώτη φορά από τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους, τόσους επιφανείς της διεθνούς κοινότητας. Για ένα αθλητικό γεγονός τη συνέχεια του οποίου ουδείς μπορούσε να προβλέψει εκείνη τη στιγμή.

Στους Αγώνες συμμετείχαν 13 χώρες, 241 αθλητές και πραγµατοποιήθηκαν 43 αγωνίσµατα. Οι Έλληνες αθλητές αποκόµισαν συνολικά 29 µετάλλια. Με τον θρυλικό Σπύρο Λούη να κερδίζει το χρυσό στην κλασική διαδροµή του Μαραθωνίου δρόµου.

Λίγοι γνωρίζουν ότι, επειδή δεν πήγαν καλά οι δύο Ολυμπιάδες που ακολούθησαν –μία σε κάθε πλευρά του Ατλα- ντικού– η Ελλάδα οργάνωσε τους Β΄ Ολυμπιακούς Αγώνες, ξανά στην Αθήνα, το 1906.

Πήγαν πολύ καλά για τα δεδομένα της εποχής. Με 21 χώρες και 877 αθλητές – μεταξύ τους και 7 γυναίκες. Οι αγωνιζόμενοι διεκδίκησαν μετάλλια σε 11 αθλήματα και 77 αγωνίσματα, εμφανίστηκαν οι πρώτοι ολυμπιακοί επισκέπτες και «κόπηκαν» εισιτήρια – προς απόσβεση της δαπάνης. Ωστόσο η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή δεν τους αναγνώρισε και δεν υπάρχουν στην αρίθμηση για τις σύγχρονες Ολυμπιάδες. Έκτοτε δεν υπήρξε σκέψη να ανατεθούν ξανά σ’ αυτή τη μικρή και φτωχή χώρα, στον νότο της Βαλκανικής Χερσονήσου, που ολοκλήρωσε το 1947 τα όρια της επικράτειάς της και μόλις το 1974 κατοχύρωσε την απρόσκοπτη λειτουργία της Δημοκρατίας της. Ούτε η ίδια τους διεκδίκησε.

Οι διαδοχικές περιπέτειές της –ασταθείς δημοκρατικοί θεσμοί, πόλεμοι, δικτατορίες, εμφύλιες συγκρούσεις και χρεοκοπίες–, ο μικρός πληθυσμός της, οι περιορισμένες υποδομές και οι ισχνές οικονομικές δυνατότητες απέτρεπαν κάθε σκέψη για νέα επιστροφή των νεότερων Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα. Ωστόσο, μετά τη Δικτατορία του 1967-  75, μόλις η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία πάτησε στα πόδια της,  ο πρώτος πρωθυπουργός της, Κωνσταντίνος Καραμανλής, επιχείρησε να εκμεταλλευτεί τα διαδοχικά πλήγματα που  είχε δεχτεί διεθνώς το ολυμπιακό ιδεώδες, για να πετύχει έναν μεγάλο στόχο: την  οριστική  ανάκτηση  των  Αγώνων. Η Αρχαία Ολυμπία τούς περίμενε…

Το 1976, πρότεινε στη διεθνή αθλητική κοινότητα τη μόνιμη διοργάνωσή τους στην Ελλάδα – που σχεδίαζε ήδη την ένταξή της στην, εξελισσόμενη, κοινοτική Ευρώπη.

Ήταν μια ιδέα που είχε διατυπωθεί και στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά εγκαταλείφθηκε σύντομα. Η χώρα αντιμετώπιζε πολλές φουρτούνες, για να έχει μια τόσο απαιτητική επιδίωξη.

Οι Έλληνες, που ψηλαφούσαν ακόμη τη νεογέννητη Δημοκρατία τους –μετά την περίοδο της Δικτατορίας που τους είχε απομονώσει–, κολακεύτηκαν από την πρωτοβουλία του πρωθυπουργού τους. Αλλά η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή –ως ιδιοκτήτρια των Αγώνων– δεν βρήκε καλή την ιδέα, για πολλούς λόγους, και η πρόταση Καραμανλή αποσύρθηκε. Σιωπηρά και μάλλον ευλόγως, καθώς υπήρχε ένα επιχείρημα:  Η εναλλαγή τόπου διεξαγωγής των Αγώνων επιτρέπει την ανάδειξη του Ολυμπισμού σε διαφορετικό κοινό κάθε φορά και από διαφορετική σκοπιά.

Διευκολύνεται η οικουμενικοποίηση των ολυμπιακών αξιών και της ευγενούς άμιλλας μεταξύ χωρών και λαών. Επιπλέον, η πολιτισμική συνεισφορά κάθε πόλης και χώρας εμπλουτίζει και δίνει ώθηση στο λεγόμενο ολυμπιακό κίνημα. Η μονιμότητα σε οποιαδήποτε χώρα θα το αποστέωνε. Ας ήταν και η Ελλάδα…

Καθώς πλησίαζε η συμπλήρωση εκατό χρόνων από την πρώτη αναβίωση, στους πολιτικούς και αθλητικούς κύκλους της Αθήνας –και μάλλον περιορισμένα στους οικονομικούς–, άρχισαν συζητήσεις για το ενδεχόμενο να αναλάβει η Ελλάδα την 25η Ολυμπιάδα – το Χρυσό Ιωβηλαίο.

Ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός της εποχής Ανδρέας Παπανδρέου, έχοντας καλύτερη αίσθηση των οικονομικών μεγεθών από άλλους και κοσμοπολίτικη ματιά στα πράγματα, δεν ενθουσιάστηκε. Αλλά έδωσε έγκριση να διεκδικήσει η Αθήνα τη διοργάνωση του 1996.

Η Βουλή των Ελλήνων υπερψήφισε πρόθυμα την πρόταση της κυβέρνησης –που είχε «αφεντικό» στο Υπουργείο Πολιτισμού τη διάσημη Μελίνα Μερκούρη– για την ολυμπιακή υποψηφιότητα της Αθήνας.

Ο δήμαρχος της πόλης Μιλτιάδης Έβερτ έδωσε τη συγκατάθεσή του για τη διεκδίκηση της φιλοξενίας στην πόλη του και το ελληνικό δημόσιο εγγυήθηκε την οικονομική κάλυψη για τα απαιτούμενα έργα. Τον Απρίλιο του 1987 η πρόταση κατατέθηκε επισήμως.

Η χώρα, επηρεασμένη και από την επιδίωξη του Καραμανλή για μόνιμη τέλεση, πρόβαλε πάλι το αίτημα της Εκατονταετηρίδας, περίπου ως δικαίωμα. Επικαλούμενη την απαξίωση του νοήματος των Αγώνων, διεκδικούσε το προνόμιο της αποκατάστασής τους.

Πράγματι οι πολιτικές παρεμβάσεις, η τρομοκρατική απειλή, η καλπάζουσα εμπορευματοποίηση, τα μποϊκοτάζ, το ντόπινγκ –που νόθευε την έννοια του «καλώς αγωνίζεσθαι»– απομάκρυναν τους Αγώνες από τον σκοπό τους.

Άλλαζαν το περιεχόμενο και περιόριζαν σταδιακά την αίγλη τους, ως γιορτή της παγκόσμιας νεολαίας, που προωθεί την ειρήνη και τη συναδέλφωση των λαών.

Η Αθήνα θα μπορούσε να γίνει αφετηρία για ανάκαμψη. Για τη σύνταξη του φακέλου της υποψηφιότητας κλήθηκε από το Παρίσι ο παγκοσμίου φήμης καθηγητής πολεοδομίας Γιώργος Κανδύλης, τον οποίο πλαισίωσε μια ομάδα νέων επιστημόνων, με συντονιστή τον αρχιτέκτονα Πέτρο Συναδινό.

Επικεφαλής του Οργανισμού Υποψηφιότητας Ολυμπιακών Αγώνων – Αθήνα 96 ανέλαβε ο επιχειρηματίας Σπύρος Μεταξάς και από την πλευρά της κυβέρνησης την ευθύνη είχε ο υπουργός Παιδείας Γ. Παπανδρέου.

Καλή προσπάθεια αλλά…

Εκείνη τη στιγμή οι αξιόπιστες αθλητικές υποδομές στην Αθήνα περιορίζονταν στο καινούργιο Ολυμπιακό Στάδιο, που είχε φιλοξενήσει τους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες Στίβου του 1982. Με την εκκίνηση της διεκδίκησης προβλήθηκε ένα πρόγραμμα υποδομών που θα συμπλήρωνε τις εγκαταστάσεις που ήδη υπήρχαν και όσες μπορούσαν να αποκτήσουν εύκολα ολυμπιακές προδιαγραφές – πέρα από τις νεόκτιστες που θα απαιτούσε η διοργάνωση.

Οι πρώτες διεθνείς αντιδράσεις και η ατμόσφαιρα κατά τη σύνοδο της Εκτελεστικής Επιτροπής της ∆ΟΕ στη Σεούλ –για τους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1988– δεν έδειχναν ενθουσιασμό. Η Αθήνα είχε μεγάλη ιστορία, αλλά ήταν και γνωστή ως πόλη με πολλά προβλήματα.

Στην πραγματικότητα, πολλοί θεωρούσαν την Ελλάδα ακόμη τριτοκοσμική χώρα, μακράν των απαιτήσεων που είχαν πλέον οι Ολυμπιάδες. Οι Έλληνες πίστευαν ότι μπορούν να ανταποκριθούν. Αλλά δεν έλειπαν και όσοι ήταν επιφυλακτικοί. «Βάζει και η μυλωνού τον άνδρα της με τους πραμα- τευτάδες» σύμφωνα με την παροιμία.

Η ελληνική κυβέρνηση βεβαίωνε ότι ο εκσυγχρονισμός της χώρας προχωρούσε ικανοποιητικά μετά την ένταξη στην ΕΟΚ, που χρηματοδοτούσε πλέον τα μεγάλα έργα.

Μαζί με τις αθλητικές εγκαταστάσεις, άρχισαν να δημιουργούνται και οι συναφείς υποδομές, ώστε η ελληνική πρωτεύουσα να καταστεί επαρκής ολυμπιακή πόλη.

Άλλοι διεκδικητές ήταν η Ατλάντα, το Βελιγράδι, το Μάντσεστερ, η Μελβούρνη και το Τορόντο.

Για την προώθηση της ελληνικής υποψηφιότητας άρχισε ενημέρωση των µελών της ∆ΟΕ. Παράλληλα, οργανώθηκε ανοιχτή διεθνής καμπάνια, με συνθήματα όπως «Επιστροφή στις ρίζες» και «Οι Αγώνες του 1996 στην πόλη της αναβίωσής τους».

Η αιματηρή επίθεση στους Αγώνες του Μονάχου, τα μποϊκοτάζ των Αγώνων στο Μόντρεαλ, τη Μόσχα και το Λος Άντζελες και η εξαπλούμενη μάστιγα του ντόπινγκ ευνοούσαν τον στόχο της αποκατάστασης, που υποσχόταν η υποψηφιότητα της Αθήνας.

Η πολιτική ένταση της περιόδου 1989-90 στην Ελλάδα,  με τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, και οι αλλαγές κυβερνήσεων δεν ανέκοψαν την ελληνική προετοιμασία. Αλλά στον διεθνή χώρο δεν έλειπαν τα σχόλια για εν δυνάμει πολιτική αστάθεια, που δεν ήταν καλή ένδειξη για τη διοργάνωση.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Πολιτεία της Τζόρτζια προσπαθούσε να αντισταθμίσει το ιστορικό πλεονέκτημα της Ελλάδας με το αμερικανικό ιμπέριουμ: δολάριο, οργάνωση, υποδομές και καλή φιλοξενία.

Στις αρχές του 1990, στο συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων η ιδέα της «χρυσής Ολυμπιάδας» ήταν ευκαιρία για ανάπτυξη και ένταξη στον παγκόσμιο χάρτη των υπολογίσιμων χωρών. Αλλά έτσι το έβλεπαν και άλλοι διεκδικητές. Είτε για να βελτιώσουν τις δικές τους υποδομές, είτε για να κερδίσουν χρήματα, ακόμη και αν δεν τους έλειπαν, και δόξα – που ουδείς εμίσησε.

Αρκετοί όμως στον διεθνή χώρο έβρισκαν πλέον ότι πράγματι η διοργάνωση της Εκατονταετηρίδας στον τόπο που γέννησε και αναβίωσε τους Αγώνες δεν ήταν χωρίς νόημα. Αντίθετα, θα συνιστούσε αναβάπτιση, τη στιγμή που την είχαν ανάγκη. Πολύ περισσότερο όταν οι οσμές σκανδάλων με πρωταγωνιστές «Αθανάτους» –που αργότερα έγιναν θέμα διεθνών συζητήσεων– έριχναν μαύρα σύννεφα στη διοργάνωση του μεγαλύτερου όχι μόνο αθλητικού αλλά και πολιτιστικού γεγονότος στον κόσμο. Μαζί με τις διογκούμενες πλέον οικονομικές διαστάσεις του.

Η αρτιότητα του ελληνικού φακέλου υποψηφιότητας –που συνέταξε η «ομάδα Κανδύλη», με ευρηματικότητα και τεκμή- ρια επάρκειας– έπεισε αρκετά διεθνή μέσα ενημέρωσης και αθλητικούς παράγοντες χωρών να δεχτούν την Αθήνα ως φαβορί. Αυτό έδειξαν και οι πρώτες ψηφοφορίες στη σύνοδο της ΔΟΕ στο Τόκιο. Στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα υπήρχαν ελπίδες ως την τελευταία στιγμή.

Αλλά η 18η Σεπτεμβρίου του 1990 αποδείχτηκε αποφράδα ημέρα για την Ελλάδα. Η τελική ψηφοφορία απέληξε σε 51-35 υπέρ της Ατλάντα. Τα 92 –τότε– μέλη της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής έστειλαν την 100ετηρίδα στην αμερικανική πόλη – έδρα της Coca-Colla, που εκπροσωπούσε εμβληματικά την εμπορευματοποίηση της διοργάνωσης.

Στην Ελλάδα η κοινή γνώμη πάγωσε. Η ελληνική αντιπροσωπεία πήγε στην Ιαπωνία ενθουσιασμένη – με επικεφαλής την αρμόδια υπουργό Φάνη Πάλλη-Πετραλιά να προτάσσει το σύνθημα «οἴκαδε». Αλλά επέστρεψε με άδεια χέρια. Ίσως στο Τόκιο έλειπε αυτό που υπήρξε στην επόμενη διεκδίκηση: μια ισχυρή προσωπικότητα, που θα έκανε ηχηρή την ελληνική υποψηφιότητα.

Το παράδοξο είναι ότι η χώρα τη διέθετε: ήταν η Μελίνα Μερκούρη. Αλλά μερικούς μήνες πριν από την ψηφοφορία  η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της ΝΔ την απομάκρυνε από την Επιτροπή Διεκδίκησης.

Η ελληνική επιχειρηματολογία δεν αποδείχτηκε επαρκής, για έναν λόγο που δεν είχε συνειδητοποιηθεί εγκαίρως στην Αθήνα: Οι Αγώνες δεν ήταν πλέον αθώα αθλητική διοργάνωση. Σχετιζόταν με μεγάλα χορηγικά προγράμματα που διαμόρφωνε η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, και η Ελλάδα –ως μικρή χώρα– κρίθηκε ανεπαρκής για την προβολή τους ενώ οι χορηγοί θα έχαναν από ενδεχόμενη αποτυχία.

Στην προηγμένη Αμερική τα πράγματα δεν πήγαν τελικά και πολύ καλά για τους Αγώνες. Κυριάρχησε η αχαλίνωτη οικονομική εκμετάλλευση: Η Ολυμπιακή Φλόγα πέρασε από 43 Πολιτείες και χιλιάδες Αμερικανοί την κρατούσαν για λίγο… πληρώνοντας μερικά δολάρια.

Στην Ατλάντα η οργάνωση μέσα και έξω από τους αθλητικούς χώρους δεν ήταν ιδανική και το πλεονέκτημα της ασφάλειας δεν λειτούργησε: Στην καρδιά του Ολυμπιακού Πάρκου εκδηλώθηκε τρομοκρατική ενέργεια, με έναν νεκρό.

Αμηχανία και σιωπή

Μετά την αποτυχία, η ελληνική κυβέρνηση, υπό τον Κώστα Μητσοτάκη, έδειχνε αμήχανη και περιορίστηκε σε επαίνους για την προσπάθεια της ελληνικής αντιπροσωπείας. Επίσημη θέση δεν διατυπώθηκε ποτέ.

Η καθόλου ευχάριστη έκβαση της μεγάλης νεοελληνικής φιλοδοξίας έμενε ορφανή. Ουδείς αναλάμβανε να κάνει τον απολογισμό, κυρίως για να μην απαντήσει στο ερώτημα «Γιατί χάσαμε;».

Επισήμως δεν έγινε γνωστό πόσο κόστισε η προετοιμασία. Σύμφωνα με ανεπίσημες εκτιμήσεις της εποχής, για τη διεκδίκηση εκταμιεύθηκαν από το κράτος περίπου 4 δισ. δραχμές. Συν ένα μεγάλο ποσό, από 700-900 εκατ. δραχμές, που διέθεσε ο επικεφαλής της υποψηφιότητας Σπύρος Μεταξάς.

Πολλά λεφτά για διεκδίκηση που απέτυχε και διοργάνωση που δεν έγινε. Η χαμένη Ολυμπιάδα άφησε εκκρεμότητες, των οποίων η αντιμετώπιση δεν είχε προβλεφθεί. Παραδείγματος χάριν, κατά τη σύσταση του Οργανισμού Υποψηφιότητας Ολυμπιακών Αγώνων – Αθήνα 96 δεν υπήρχε καν πρόβλεψη πότε και πώς διαλύεται.

Μια μεταγενέστερη ρύθμιση του 1989 προέβλεπε αόριστα:

«Μετά τη διάλυση του Οργανισμού η κινητή και ακίνητη περιουσία του διατίθεται για την κάλυψη κοινωνικών, εκπαιδευτικών, πολιτιστικών και αθλητικών αναγκών του δημόσιου τομέα». Είχε όμως την υπογραφή της βραχύβιας κυβέρνησης Τζαννετάκη και δεν ελήφθη υπόψη.

Ως υποψήφια δήμαρχος, η θρυλική Μελίνα είχε την –εμπνευσμένη– πρόθεση, σε περίπτωση εκλογής της εκείνη τη χρονιά, να διεκδικήσει το προσωπικό και την περιουσία του Οργανισμού για λογαριασμό του Δήμου.

Αλλά ο Αντώνης Τρίτσης, που έγινε τελικά δήμαρχος, δεν το έκανε. Ο μηχανισμός διαλύθηκε και οι εμπλακέντες στη διεκδίκηση πήραν τον δρόμο του ο καθένας. Κάποιοι αξιοποίησαν στον ιδιωτικό τομέα την εμπειρία τους, σε κλάδους όπως η διαφήμιση. Η «ομάδα Κανδύλη» άνοιξε πολεοδομικό γραφείο, με τη συνδρομή του σπουδαίου αρχιτέκτονα…

Στην πραγματικότητα ποτέ δεν γράφτηκε, αρμοδίως, ο επίλογος σε μια υπόθεση που απέληξε σε εθνική απογοήτευση. Για λόγους που υπερβαίνουν τους αφορισμούς για την Coca- Colla, στην οποία αποδόθηκε…

ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ