Έβγαλε η ελληνική κοινωνία διδάγματα από το παρελθόν; Γιατί βλέπει το τυρί, αλλά όχι και τη φάκα;

Toυ Γ. Λακόπουλου

Τον Μάιο του 2010 η Ελλάδα πέρασε σε καθεστώς διεθνούς οικονομικού ελέγχου, με ένα Μνημόνιο που υπέγραψε η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου. Χωρίς να το συζητήσει με κανέναν και χωρίς ο τότε Πρωθυπουργός να έχει εντολή για τέτοιες αποφάσεις από το εκλογικό σώμα που τον ανέδειξε.

Το επιχείρημά του ήταν ότι «έσωσε» τη χώρα. Ωστόσο κανείς δεν του είχε αναθέσει να τη σώσει. Αυτό που του ανατέθηκε ήταν να εφαρμόσει το πρόγραμμα με το οποίο κέρδισε τις εκλογές του 2009 -και το οποίο περιλάμβανε παροχές.

Αντί γι’ αυτό έφερε δραπανηφόρα άρματα εναντίον όσων θεωρούνταν δεδομένα ως τότε: συντάξεις , μισθοί, εύκολα δάνεια. Επειδή το δημοσιονομικό έλλειμμα εντός έτους, στο οποίο τους τρεις τελευταίους τρεις μήνες κυβερνούσε ο ίδιος, ξέφυγε.

Έτσι αντί να αποφύγει το πρόβλημα το επιδείνωσε: η χώρα χρεοκόπησε ενώ είχε τρόπο να το αποφύγει. Αρκεί η κυβέρνηση να έπαιρνε πολιτικό κόστος την επόμενη των εκλογών, που έγιναν πρόωρα γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο.

Γιατί όμως χρεοκόπησε, μια εύπορη χώρα, μετά από τέσσερις δεκαετίες συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση που εξασφάλισε πακτωλούς κονδυλίων για ανάπτυξη και από μια δεκαετία στην Ευρωζώνη που επέφερε νομισματική σταθερότητα;

Η χρεοκοπία ήταν το αποτέλεσμα της διακυβέρνησης δυο κομμάτων που εναλλάσσονταν πουλώντας ψεύτικη ευημερία στους πολλούς και παράλληλα ανέδειξαν μια κάστα νεόπλουτων με τη διασπάθιση του δημοσίου, του κοινοτικού, και του τραπεζικού χρήματος. Στο τέλος και του ιδιωτικού με το κόλπο του Χρηματιστηρίου.

Έτσι επήλθε μια πολιτική μεταβολή αδιανόητη ως τότε. Το ένα από τα δυο κόμματα της χρεοκοπίας κατέρρευσε και ένα μικρό κόμμα της Αριστεράς ανέλαβε τις τύχες της χώρας- για να ακολουθήσουν όσα ξέρουμε.

Δέκα χρόνια από την επιβολή των Μνημονίων -που είχαν και θετικές συνέπειες στην οργάνωση της χώρας- και τέσσερα από την αλλαγή ιδεολογικού πρόσημου στη διακυβέρνηση, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιαίτερη κατάσταση:

Από τη μια η κυβέρνηση της Αριστεράς έκλεισε τον μνημονιακό κύκλο και θεμελιώνει την πορεία εξόδου από τη κρίση, έχοντας προστατεύσει όσο ήταν δυνατόν την κοινωνία από τις μνημονιακές συνέπειες και χτυπώντας πολλές από τις πηγές της κακοδαιμονίας.

Από την άλλη τα δυο κόμματα που οδήγησαν χρεοκοπία -με συστατικά στοιχεία την κακοδιοίκηση, την σήψη, τη διαφθορά, την κοινωνική αποσάθρωση, την σπατάλη και διασπάθιση του δημοσίου χρήματος- διεκδικούν να αναλάβουν πάλι τα ηνία. Με νέα ηγεσία, με νέα μορφή το καθένα και άνισα πλέον μεταξύ τους.

Η κοινωνία που έχει πληγεί από τις μνημονιακές συνέπειες φέρεται διατεθειμένη να εγκρίνει την επιδίωξη επιστροφής όσων της προκάλεσαν.

Προφανώς επηρεάζεται από μια γιγαντιαία επιχείρηση πειθαναγκασμού της από μιντιακούς και οικονομικούς παράγοντες που διαμορφώνουν καθημερινά εφιαλτική ατμόσφαιρα σε βάρος του κυβερνώντος κόμματος που τους διευκολύνει συχνά με τις αδυναμίες και τα λάθη του.

Το σύστημα που καταγράφηκε ως «διαπλοκή» επενδύει πολλά στις επιδιώξει της ΝΔ και του Κινάλ -για να συγκυβερνήσουν. Εξωραΐζει τους στόχους τους και διογκώνει τις αδύναμες πλευρές της σημερινής κυβέρνησης -που μοιάζει ανυπεράσπιστη στον επικοινωνιακό τυφώνα που την πλήττει καθημερινά.

Το ερώτημα αυτή τη στιγμή είναι αν -σε αντίθεση με τη θεωρία για τη «σοφία των λαών»- ο ελληνικός λαός πεισθεί να ψηφίσει για επιστροφή των δυο κομμάτων. Δηλαδή αν βλέπει το τυρί, αλλά όχι και τη φάκα.

Αν το κάνει , όπως είναι δικαίωμά του, θα δείξει ότι διαθέτει κοντή μνήμη και ελλιπή κρίση. Γι’ αυτό το ερώτημα λίγο πριν από τις εκλογές που θα ορίσουν την επόμενη φάση διακυβέρνησης είναι απλό: έχει διδαχθεί κάτι από το παρελθόν;

Για παράδειγμα: υπάρχει συλλογική συναίσθηση ότι αυτοί που προσπαθούν να ανακαταλάβουν την διακυβέρνηση είναι αυτοί που χρεοκόπησαν και οδήγησαν στη σήψη τη χώρα όταν την είχαν;

Η κοινωνία λαμβάνει υπόψη ποιοι υποδούλωσαν το πολιτικό σύστημα σε μια ομάδα κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών, εξανέμισαν τους πόρους που προορίζονταν για την ίδια, αποσάθρωσαν τη διοίκηση, τους θεσμούς και το συνδικαλισμό, μετέφεραν το δημόσιο χρήμα σε τσέπες και στο εξωτερικό;

Κοντολογίς, μπορεί να αξιολογήσει επί της ουσίας τις πολιτικές δυνάμεις και να επιλέξει με νηφαλιότητα για τη συνέχεια;

Πολλά δείχνουν ότι δεν υπάρχει κοινή συνείδηση ότι όσα μειονεκτήματα και αν έχει η σημερινή κυβέρνηση -και έχει πολλά- δεν συγκρίνεται με τους προηγουμένους που έφεραν τον όλεθρο.

Ο Τσίπρας πήγε τα πράγματα μπροστά, γύρισε τον τροχό -κατά διεθνή παραδοχή και κατά την απόδειξη από τα πραγματικά δεδομένα τους αριθμούς και τα στοιχεία. Ο Μητσοτάκης τι ακριβώς θα κάνει, όταν δεν είναι σε θέση ούτε την- προγενέστερη- γνώμη του υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών να επιβάλει;

Σε αντίθεση με τους προηγουμένους όσοι κυβερνούν σήμερα δεν προσπαθούν να πλουτίσουν αξιοποιώντας την παρουσία τους στα κέντρα κέντρα αποφάσεων. Δεν συναγελάζονται με τους προμηθευτές του δημοσίου, δεν σέρνονται στις βεγγέρες των Βορείων Προαστίων, δεν κάνουν ουρές στα γραφεία των ολιγαρχών. Οι όποιες εξαιρέσεις που υπάρχουν -και θα υπάρχουν-πάντα -επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Όσα και αν καταλογίσει κανείς στον Τσίπρα, είναι ο πρώτος Πρωθυπουργός της Μεταπολίτευσης που δεν προέρχεται από τζάκι και δεν κατασκευάσθηκε από ΜΜΕ και χρηματοδοτούμενο πολιτικό μάρκετινγκ.

Λίγο να ανοίξει κανείς τα μάτια του βλέπει ποιοι είναι που θέλουν να τον εκτοπίσουν και να επαναφέρουν τους εκλεκτούς της ολιγαρχίας. Να επιστρέψει η χώρα στον κληρονόμων. Να αναλάβουν οι μαθητευόμενοι μάγοι του νεοφιλελευθερισμού την υλοποίηση συνταγών που χρεοκόπησαν παντού. Πόσοι τα ανοίγουν όμως;

Η προοπτική διακυβέρνησης Μητσοτάκη- Γεννηματά δεν έχει κανένα πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και ηθικό έρεισμα. Είναι επικοινωνιακό κατασκεύασμα, προϊόν παραπληροφόρησης, με επιδίωξη την ανακατάληψη του κράτους υπέρ των ολίγων.

Γιατί κάποιοι πιστεύουν ότι αν ψηφίσουν τον Μητσοτάκη θα προκύψει ανάπτυξη, καλοπληρωμένες δουλειές, αναβάθμιση της χώρας και πτηνά του Παραδείσου –ενώ είναι ολοφάνερο ότι το αντίθετο θα συμβεί;

Γιατί υπάρχουν απλοί άνθρωποι του λαού που δεν θέλουν να καταλάβουν πώς φτάσαμε στη χρεοκοπία και πώς θα βγούμε από την κρίση, ώστε κάποια στιγμή να επιστρέψει η ευημερία;

Τι τους οδηγεί να ψηφίσουν ένα κόμμα που δεν κρύβει -πίσω από τα ωραία λόγια και τον κυριλέ λαϊκισμό του αρχηγού του- ότι σχεδιάζει μια κατάσταση χωρίς δωρεάν εκπαίδευση, συντάξεις, ιατρική περίθαλψη, κοινωνική πρόνοια, γονικές άδειες, πληρωμένες διακοπές, συνδικαλισμό και κοινωνικά δικαιώματα; Η απάντηση είναι: γιατί δεν έχουν βγάλει διδάγματα από το παρελθόν.

Αλλά πρέπει να περιμένουμε την κάλπη. Σε τελευταία ανάλυση ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις επιλογές του. Και οι κοινωνίες έχουν τις κυβερνήσεις – και την τύχη- που τους αξίζουν…