Αιγαίο και προσφυγικό: Η κυβέρνηση ανέλαβε υποχρεώσεις που δεν δικαιούται, ούτε μπορεί να διαχειριστεί

Του Γ. Λακόπουλου

«Αλίμονο στη χώρα αν  πράγματι η κυβέρνηση ανάλαβε την υποχρέωση να   αποδεχθεί  συνδιαχείριση  στο Αιγαίο και να μετατρέψει ελληνικά νησιά σε   μόνιμους ευρωπαϊκούς καταυλισμούς μεταναστών και προσφύγων».

Η φράση ανήκει σε πεπειραμένο διπλωμάτη με πολύ καλή γνώση όσων κρίνονται στο Αιγαίο αυτή την περίοδο.

Αναφέρεται σε  πληροφορίες ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει δεσμευτεί έναντι συμμάχων και  εταίρων σε δυο μέτωπα- στα οποία η επιμονή της είναι ήδη εμφανής, παρά τις αντιδράσεις.

Το πρώτο είναι να συμπράξει στη διαμόρφωση προϋποθέσεων που θα διευκολύνουν ελληνοτουρκική  συμφωνία για συνεκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου στο Αιγαίο. Αρχής γενομένης από την απρόσκοπτη «εκατέρωθεν»- έρευνα για υδρογονάνθρακες .

Το άλλο μέτωπο είναι το προσφυγικό, στο οποίο η κυβέρνηση έδειξε σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προθυμία να διαμορφώσει σε ελληνικά νησιά, εκτεταμένες υποδομές για μόνιμη φιλοξενία μεταναστευτικών πληθυσμών. Για λογαριασμό ολόκληρης της Ευρώπης -με αντάλλαγμα κοινοτικούς πόρους.

Και στις δυο περιπτώσεις, εφόσον αυτές οι πληροφορίες  και εκτιμήσεις επαληθευτούν- όπως άρχισε ήδη να συμβαίνει- δημιουργείται μείζον πολιτικό θέμα: αυτές οι πρωτοβουλίες δεν υπήρχαν στο πρόγραμμά της και υπερβαίνουν την εντολή της 7ης  Ιουλίου 2019. ΄

Ειδικά στο Αιγαίο για οποιαδήποτε μεταβολή της πάγιας εθνικής πολιτικής απαιτείται νέα εντολή -ή έστω ιδιαίτερα μεγάλη πλειοψηφία της σημερινής Βουλής.

Σ’ αυτό το πλαίσιο επανέρχονται οι απορίες για το ακριβές  περιεχόμενο της  90λεπτης συνομιλίας του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον  Τούρκο Πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν στο Λονδίνο προ καιρού.

 Για το κλίμα που επικράτησε σ’ αυτή τη συνάντηση -που θεωρήθηκε   εντελώς αποτυχημένη από διπλωματική άποψη- υπάρχουν μόνο ενδείξεις.

Π.χ. η αμήχανη δήλωση του Έλληνα Πρωθυπουργού για «καλή διάθεση και από τις δυο πλευρές» μετά τη συνάντηση. Και όσα απίθανα εκτοξεύουν έκτοτε Τούρκοι αξιωματούχοι.  Όπως ότι ο Τούρκος πρόεδρος είπε στον Έλληνας Πρωθυπουργό ότι «πρέπει να μάθει να μοιράζεται».

Το παράδοξο είναι ότι αυτό ακριβώς αποπνέουν παρεμβάσεις πολιτικών προσώπων, και εκπροσώπων φορέων που έχουν στενές σχέσεις με την κυβέρνηση. Συνδυαζόμενες δείχνουν απόπειρα προετοιμασίας του εδάφους  και εξοικείωσης της κοινής γνώμης για τη συνεκμετάλλευση.

Πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της -πρώην υπουργού Εξωτερικών –Ντόρας Μπακογιάννη, που δήλωσε -με προπέτεια, αν μη τι άλλο- να εκχωρηθεί από την Ελλάδα η ΑΟΖ στο Καστελόριζο, για να διασωθεί στη… Ρόδο και τη Λέρο. Ουδείς από την κυβέρνηση την αποδοκίμασε.

Αντίθετα πληθύνονται οι εκτιμήσεις ότι είναι αναγκαία ή ελληνική προσαρμογή στην ιδέα της  συνεκμετάλλευσης.

 Η θέση αυτή προσκρούει στις πάγιες ελληνικές θέσεις, αλλά και στη στάση των ελληνικών κυβερνήσεων έναντι τρίτων. Έτσι ως την ανάδειξε ο πρώην Πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής προ μηνών από τη Θεσσαλονίκη:

Συστάσεις και προτροπές που μας καλούν τάχα να «λογικευτούμε και να τα βρούμε»- με την Τουρκία-, πολύ δε περισσότερο πιέσεις φίλων, συμμάχων ή εταίρων, δεν γίνονται δεκτές, αν προσκρούουν στο εθνικό συμφέρον».,

Αυτό που ο Καραμανλής ανέφερε ως «εθνικό συμφέρον» έχει ορισθεί από τους πρώτους – εκλεγμένους με μεγάλες πλειοψηφίες- Πρωθυπουργούς της Γ’ Ελληνικης Δημοκρατίας.  Έκτοτε θεωρείται ως απαράβατο  δόγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στη περιοχή:

«Δεν διεκδικούμε τίποτε από κανέναν και δεν παραχωρούμε τίποτε σε κανέναν».

Περιορίζοντας ως «μόνη διαφορά» με την Τουρκία την οριοθέτηση  της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, με προσφυγή στη Χάγη. Ήτοι κατά το διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο των Θαλασσών.

Η προσφυγή στο Διεθνές δικαστήριο υιοθετείται από την παρούσα κυβέρνηση για «την υφαλοκρηπίδα και  τις θαλάσσιες ζώνες» κατά τη διατύπωση του Πρωθυπουργού.

 Ωστόσο δεν διευκρινίζονται τα όρια αποδοχής των αξιώσεων της Άγκυρας για την ενδεχόμενη υπογραφή του αναγκαίου συνυποσχετικού εκ μέρους της. Αντίθετα από το κυβερνητικό στρατόπεδο εκπέμπεται  μήνυμα   κατευνασμού και υποχωρητικότητας.

Επίσης από κυβερνητικής πλευρά  δεν  αναφέρεται καν το θέμα της Αιγιαλίτιδας Ζώνης- ήτοι: των ελληνικών χωρικών υδάτων- εν όψει της προσφυγής. 

Θα  παραιτηθεί η Ελλάδα, κατά την προσφυγή, από το δικαίωμα της επέκτασης στα δώδεκα μίλια; Και ποιος θα πάρει την ευθύνη απεμπόλησης  κυριαρχικού δικαιώματος;

Θα προχωρήσει στην επέκταση στα δώδεκα μίλια; Πώς θα αντιμετωπισθεί το τουρκικό casus belli σ’ αυτή τη περίπτωση;

Για αυτά τα θέματα η κυβέρνηση δεν νομιμοποιείται να λάβει αποφάσεις χωρίς τη συγκατάθεση των άλλων κομμάτων της Βουλής, ή χωρίς νέα λαϊκή εντολή.

 Ως τώρα όμως δεν έχει ενημερώσει κανέναν και οι χειρισμοί γίνονται από μια κλειστή ομάδα περί τον Πρωθυπουργό.

Η ασάφεια προκαλεί αβεβαιότητα και μεταξύ άλλων φαίνεται να προβληματίζει και τον απερχόμενο Πρόεδρο της  Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο αν κριθεί από τις πρόσφατες δημόσιες παρεμβάσεις του από τη Θράκη και την Ήπειρο.

Ομοίως σε κενό ενημέρωσης εξελίσσονται οι κυβερνητικές δραστηριότητες  στο προσφυγικό.  

Διπλωματικοί κύκλοι συμπεραίνουν ότι υπάρχει δέσμευση έναντι ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να μετατραπεί ένα τμήμα της νησιωτικής  Ελλάδα σε στρατόπεδο προσφύγων πανευρωπαϊκής χρήσης, εφόσον υπάρξει γενναία χρηματοδότηση.

Οι πληροφορίες αυτές συνδέονται με την κυβερνητική επιμονή να  διαμορφωθούν σε τρία νησιά, προς το παρόν- Λέσβος, Χίος  Σάμος-  μόνιμες εγκαταστάσεις υποδοχής απορρόφησης προσφυγικών ροών. Οι υποδομές αυτές θα μπορούν να διευρυνθούν, εφόσον καμφθεί η αντίσταση των κατοίκων.