Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Αντισυσπείρωση του φθινοπώρου: μετά τη ΔΕΘ -στην Εποχή

ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Του Νίκου Ξυδάκη*

H έξοδος από τα μνημόνια επιταχύνει τις πολιτικές εξελίξεις, όπως ανεμένετο. Η τραγωδία στο Μάτι ήταν ένας επιπλέον επιταχυντής, που κατέδειξε αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού, αλλά και παραμορφώσεις του δημόσιου σχηματισμού. Οι κύριοι επιταχυντές, όμως, δρουν στο πολιτικό πεδίο: όχι απρόσμενα, το Μακεδονικό σφράγισε το 2018, βάζοντας τις δικές του οριοθετήσεις στο συλλογικό φαντασιακό, αλλά κυρίως στις πολιτικές βουλήσεις.

Υπό μία έννοια, το Μακεδονικό σαν λύση ή σαν εκκρεμότητα και υπεραναπλήρωση ενέτεινε δραματικά τα ερωτήματα που έθεσε η πολύχρονη κρίση στην ελληνική κοινωνία: τι χώρα θέλουμε, τι χρειαζόμαστε, πώς θα πορευτούμε, ποιοι είμαστε;
Μαζί με την αναδιάρθρωση της οικονομίας και της διοίκησης, μαζί με την ανανέωση των θεσμών, μαζί με τη μείζονα αναδιάταξη των πολιτικών εκφράσεων, τίθεται με επείγοντα τρόπο η γεωπολιτική τοποθέτηση της χώρας στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον των Βαλκανίων και της ΝΑ Μεσογείου.

Ωστε η έξοδος από τα μνημόνια κάθε άλλο παρά είσοδος στην κανονικότητα είναι. Είναι είσοδος σε νέα περιοχή, αγεωγράφητη. Αλλωστε ποια κανονικότητα; Του 2008; Του 2004; Του 2000; Του πότε; Και ο τελευταίος πολίτης, στα οχτώ χρόνια της Μεγάλης Υφεσης, έχει αντιληφθεί ότι δεν θα υπάρξει επαναφορά σε καμία προτέρα κατάσταση, αλλά σταθεροποίηση και ισορροπία με νέες προϋποθέσεις, όρους και περιορισμούς.

Αρα: Μακεδονικό, λήξη μνημονίων, αναμονή για φοροελαφρύνσεις, αναμονή για τις συντάξεις, συν η τραγωδία της Αν. Αττικής, αυτά ήταν το φόντο για την κατάθεση προγραμμάτων και δρομολογήσεων από τον πρωθυπουργό και την αντιπολίτευση στη ΔΕΘ. Και αυτό είναι το πλέγμα συμβάντων, υποσχέσεων και προσδοκιών επί του οποίου διαμορφώνεται το πολιτικό κλίμα εν όψει των εκλογικών αναμετρήσεων του 2019. Αυτό το κλίμα κατεγράφη στις πολλές πρόσφατες δημοσκοπήσεις.

Αργή, μα σταθερή επιστροφή

Κοινή συνισταμένη των δημοσκοπήσεων: Η συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ αυξάνεται. Οι αναποφάσιστοι ή οι κριτικά ιστάμενοι ψηφοφόροι του αρχίζουν να επιστρέφουν, μειώνοντας τη διαφορά από τη ΝΔ και αυξάνοντας την απόσταση από το ΚΙΝΑΛ. Η ΝΔ έχει αγγίξει την οροφή της συσπείρωσής της, περίπου 85%. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ακόμη χαμηλά, στο 55%. Η δυναμική αυτής της ανάκαμψης αριστερών-κεντροαριστερών ψηφοφόρων θα κρίνει εν πολλοίς τις πολιτικές εξελίξεις.

Γιατί οι ψηφοφόροι του 2015 επιστρέφουν τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ, αργά μα σταθερά; Πρώτον, η ακροδεξιά στροφή της ΝΔ, με προεξάρχουσα την υπαναχώρηση-αντίθεση στο Μακεδονικό, μπορεί να την έφερε κοντά στα ποικιλόχρωμα πλήθη των συλλαλητηρίων ―τα οποία όμως θα διεκδικήσουν εκλογικά και άλλοι σχηματισμοί, αναλόγως ποικιλόχρωμοι―, αλλά της προκαλεί παράπλευρες ζημίες: εγκλώβισε τον πρόεδρό της και άλλα μετριοπαθή στελέχη σε μια ρητορική που δεν την κατέχουν, τους έβαλε να σύρονται πίσω από ακροδεξιά στοιχεία με αλλοπρόσαλλες ή ιδιοτελείς ατζέντες, και κυρίως ξύπνησε τα αντιδεξιά αντανακλαστικά στη μεγάλη προοδευτική πλειοψηφία, προκαλώντας αντισυσπείρωση. Ακόμη και μετριοπαθείς κεντρώοι, που βρίσκονταν στο αντι-Σύριζα ρεύμα, μετατοπίστηκαν ή τουλάχιστον κλονίστηκαν, επειδή σοκαρίστηκαν όχι μόνο από τις εικόνες των συλαλλητηρίων, αλλά και από την αυτάρεσκη ρητορική ακροδεξιών εκφωνητών, μείγμα ταξικής αλαζονίας, νεοφιλελεύθερου κυνισμού και εμφυλιακού μίσους.

Θαμπή κεντροαριστερά

Δεύτερον, το αντι-Σύριζα ρεύμα αυξήθηκε την περασμένη χρονιά, ιδίως εντός του ηττημένου και αμήχανου κεντρώου χώρου, αλλά τρεφόμενο περισσότερο από αισθητικές και ψυχολογικές αιτιάσεις, και όχι από πολιτικές αναλύσεις και πειστικές εναλλακτικές. Στην αναξιοπιστία και εντέλει στον κορεσμό του αντι-Σύριζα ρεύματος συντείνει η τροφοδότησή του από ολιγάρχες, πρόσωπα σε εκκρεμοδικίες, ακυρωμένους κατασκευαστές fake news, γραφικούς μα επικίνδυνους μεταφασίστες, με τους οποίους σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ταυτιστούν μετριοπαθείς κεντροαριστεροί και κεντρώοι, πόσο μάλλον αριστεροί που κριτικάρουν την κυβέρνηση.

Επιπλέον, η ανασυγκρότηση του Κέντρου-Κεντροαριστεράς, υπό τη μορφή του ΚΙΝΑΛ, δεν δείχνει δυναμική τρίτου πόλου. Οι ισχυρές φυγόκεντρες τάσεις, η θαμπή πολιτική φυσιογνωμία, η αδύναμη ή και πολυπολική ηγεσία, η εμμονή στη στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, είναι οι αδυναμίες του εγχειρήματος, που εντέλει φαίνεται να οδηγούν σε de facto ηγεμόνευση του κεντροαριστερού χώρου από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η σταθεροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ

Τρίτον, η έξοδος από τα μνημόνια, οσοδήποτε τυπική, σημαίνει μια νέα ιστορική φάση. Βοηθούντος του μεγάλου τουριστικού ρεύματος και των εξαγγελθέντων μέτρων ανακούφισης και ελαφρύνσεων από τον πρωθυπουργό στη ΔΕΘ, σταδιακά εμπεδώνεται μια αίσθηση σταθεροποίησης και εξομάλυνσης. Τα μεταμνημονιακά νομοσχέδια που προωθούνται ήδη από τον άνοιξη 2018, η επαναφορά συλλογικών συμβάσεων, η αύξηση του κατώτατου μισθού, η κατάργηση του νεανικού υποκατώτατου, συντείνουν στην εμπέδωση τέτοιου κλίματος, τουλάχιστον συμβολικά-ψυχολογικά. Αλλά και στο υλικό πεδίο: αρκετές επενδύσεις προχωρούν, ιδίως στον τουρισμό, που βελτιώνουν την απασχόληση και θερμαίνουν την αγορά. Η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί επίσης να σηματοδοτήσει τον αναγκαίο θεσμικό εκσυγχρονισμό.

Δοκιμή επί του προγραμματικού

Τούτων δοθέντων, το σενάριο στρατηγικής ήττας και ερείπωσης του ΣΥΡΙΖΑ, που γράφεται τόσο καιρό, δεν φαίνεται να βγαίνει, ούτε καν δημοσκοπικά. Η αντισυσπείρωση θα κλιμακώνεται, εκτός απροόπτου. Οι συντάξεις, η φιλολαϊκή και μεταρρυθμιστική πολιτική, η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών και η γεωπολιτική αναβάθμιση, η ηγετική θέση του ΣΥΡΙΖΑ στην ευρωπαϊκή Αριστερά, δίνουν καταρχάς το υλικό και συμβολικό περιεχόμενο μιας νέας πολιτικής ισορροπίας· οποιαδήποτε δε σοβαρή και στοιχειοθετημένη εξέλιξη στα υπό έρευνα μεγάλα σκάνδαλα Novartis, ΚΕΛΠΝΟ μπορεί να γείρει αποφασιστικά την εκλογική ζυγαριά, να αποβεί game changer.

Βεβαίως, στη μεγάλη πολιτική διάρκεια, την πέραν των επικείμενων εκλογών, και σε ένα χρόνο που θα φέρει πολλές προκλήσεις, διανοητικές, θεσμικές και ηθικές, η Αριστερά θα δοκιμαστεί στρατηγικά βάσει του προγραμματικού της λόγου και των πράξεων, από τη μεταρρυθμιστική της τόλμη και την κοινωνική ενσυναίσθηση, από την ακτινοβολία και το ρίζωμα μιας ανανεωμένης ηγετικής ελίτ.

Η Αριστερά του 5% μετέβη στο 36% τυπικά μέσα σε πέντε χρόνια, ουσιαστικά σε τρία, από τις αρχές του 2012 έως τις αρχές του 2015, και κατόπιν υπέστη διασπάσεις και αποχωρήσεις. Ο χρόνος δε από το 2015 έως σήμερα είναι υπερπλήρης συγκρούσεων, ανατροπών, μεταμορφώσεων, συμβιβασμών. Τίποτε και κανείς δεν έχει μείνει αμετάβλητο.

Ενα πρώτο μεγάλο μάθημα από την εν προόδω εμπειρία διακυβέρνησης: δεν αρκούν οι ιδέες, οι προθέσεις και οι αυταπάτες για να κυβερνήσεις. Απαιτούνται τόλμη, γνώση, επινοητικότητα, πρακτικό πνεύμα. Δεύτερο μεγάλο μάθημα: δεν αρκεί η διαχείριση, όσο καλή κι αν είναι, δεν αρκούν οι τεχνοκράτες. Απαιτείται Πολιτική, δηλαδή σχέδιο, πρόγραμμα, κοινωνικές συμμαχίες· προπάντων: διαρκής άντληση νομιμοποίησης από τον λαό, διαρκής λογοδοσία στην κοινωνία. Και άλλα πολλά διδάγματα. Μας χρειάζονται όλα τα διδάγματα, πικρά και υπόξινα, όλες οι εμπειρίες, ενόψει των μεγάλων μαχών, πολιτικών και διανοητικών, και ενόψει της νέας γεωγραφίας που θα γεννήσει η απλή αναλογική. Η Ελληνική Δημοκρατία χρειάζεται την Αριστερά, μυαλωμένη και ψυχωμένη.

* Βουλευτής Β΄ Αθηνών, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος ΣΥΡΙΖΑ.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ