Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Αφήγημα απελπισίας της κυβέρνησης εν όψει ΔΕΘ

Η συνοχή στην Ευρώπη καταρρέει. Το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου είναι αρκετά μεγάλο, δεν χρειάζεται να διευρυνθεί και να αποξενωθούν οι Έλληνες. Η απόρριψη της ελάφρυνσης του χρέους θα αποτελούσε προσβολή. Οι Έλληνες προσπαθούν, υποφέρουν από μια πρωτοφανή πολιτική λιτότητας, αλλά σημειώνουν προόδους. Το να μην τους βοηθήσουμε θα ήταν σκληρόκαρδο και θα τους οδηγούσε στο στρατόπεδο της Κίνας. Αυτό δεν θα ήταν ξεκίνημα για την Ευρώπη, όπως υπόσχεται η νέα κυβέρνηση. Θα ήταν διάλυση».

Του Μελέτη Ρεντούμη

Το φθινόπωρο αισίως έφτασε και η πρώτη μεγάλη πολιτική πράξη για κάθε κυβέρνηση είναι η παρουσία της δια του πρωθυπουργού στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης αναλύωντας τα πεπραγμένα της κυβέρνησης και δίνοντας το στίγμα της επόμενης περιόδου όσον αφορά την οικονομία, την παιδεία, την υγεία και μία σειρά από θέματα που απασχολούν τους πολίτες και την κοινωνία.

Αυτή όμως η περίοδος σίγουρα είναι πολύ διαφορετική για τον Α.Τσίπρα και τον Σύριζα, καθώς καλείται να υπερασπιστεί μέτρα που έχει ψηφίσει και εφαρμόζει, που δεν συνάδουν αφενός με το ιδεολογικό του υπόβαθρο και αφετέρου συμπίπτουν με γενικότερες πολιτικές αλλαγές στον χώρο του κέντρου και του μεσαίου χώρου.

Ο πρωθυπουργός παρά το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης, γνωρίζει ότι έχει μία 3η και δύσκολη αξιολόγηση που δεν αφορά τόσο δημοσιονομικά αλλά θεσμικά μέτρα πάνω στα εργασιακά που θα τον φέρει αντιμέτωπο με τον κόσμο της εργασίας και τα συνδικάτα.

Επίσης γνωρίζει καλά, ότι η φοροδοτική ικανότητα των Ελλήνων έχει εξαντληθεί και είναι θέμα χρόνου μέσα στην επόμενη χρονιά να παρατηρηθούν σοβαρές αποκλίσεις εσόδων λόγω της φορολογικής κόπωσης, αλλά και λόγω της αδυναμίας ανάκαμψης της αγοράς και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός προσωπικά αναζητούν ένα νέο αφήγημα επικοινωνίας με τον λαό, ώστε ν’ανανεωθεί η εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος προς τον ίδιο και την κυβέρνηση κερδίζοντας για μία ακόμη φορά πολιτικό χρόνο ώστε ν’αποφύγει τις πρόωρες εκλογές υπό την πίεση των συνθηκών.

Το ερώτημα είναι κατά πόσο είναι εφικτή μία επαναπροσέγγιση του Σύριζα με το εκλογικό σώμα καθώς έχει χαθεί σχεδόν ένας χρόνος για το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης έχοντας μάλιστα και ανοιχτά προαπαιτούμενα, με σοβαρές πληγές στην οικονομική δραστηριότητα.

Ο Αλέξης Τσίπρας, γνωρίζοντας ότι υπάρχει κυβερνητική φθορά και χάνοντας κατά κράτος στις δημοσκοπήσεις μέχρι στιγμής, επιστρατεύει παλαιοκομματικές τακτικές για να συσπειρώσει το κόμμα του αλλά και για να βρει νέα ακροατήρια.

Πιο συγκεκριμένα, βλέποντας την σταδιακή ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς με τα όποια οργανωτικά προβλήματα, προσπαθεί να οικειοποιηθεί το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου της δεκαετίας του 80 ως γνήσιος συνεχιστής των αξιών του, κλείνοντας το μάτι σε όλους τους λεγόμενους προεδρικούς του άλλοτε κραταιού κινήματος, που θα ήθελαν να βρουν πολιτική στέγη.

Ο πρωθυπουργός ελπίζει ότι με τις παρεμβάσεις του θα καταφέρει να διασπάσει την ευρύτερη Κεντροαριστερά ώστε να αποσπάσει κόμματα, ακροατήρια και ψήφους στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, ώστε να παίξει το χαρτί του ηγέτη του νέου κέντρου.

Μάλιστα στοχοποιεί την ΝΔ ως νεοφιλελεύθερη όπως και το νέο ΠΑΣΟΚ και όσους ονομάζονται εκσυγχρονιστές ότι δήθεν θέλουν μία άναρχη οικονομία ενώ εκείνος μπορεί να εγγυηθεί θέσεις εργασίας και ανάπτυξη για όλους.

Ο πρωθυπουργός ελπίζει ότι με τις παρεμβάσεις του θα καταφέρει να διασπάσει την ευρύτερη Κεντροαριστερά ώστε να αποσπάσει κόμματα, ακροατήρια και ψήφους στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, ώστε να παίξει το χαρτί του ηγέτη του νέου κέντρου.

Με την προσθήκη λοιπόν της ταμπέλας ‘’νεοφιλελεύθερος’’ ως το αντίπαλο δέος από την μία και ‘’ριζοσπαστικός’’ από την άλλη ως την χαμένη έννοια του παρελθόντος που θέλει ν’αναστήσει, ο πρωθυπουργός επιχειρεί να δημιουργήσει ένα νέο αφήγημα που μόνο σαφές δεν είναι και προκαλεί εύλογες απορίες.

Θα μπορούσε κάποιος να πει, ότι πρόκειται για κίνηση απελπισίας, καθώς μετά τον μεγάλο σαματά που προκλήθηκε στην αντιπαράθεση των εννοιών κομμουνισμού και ναζισμού, ο Σύριζα επιχειρεί να κινηθεί σε διχαστικές μετεμφυλιακές διαχωριστικές γραμμές γυρίζοντας τον χρόνο πίσω πολλές δεκαετίες, ώστε να ξυπνήσει μνήμες περί δεξιάς ή χούντας, αγνοώντας την ζημιά που έχει προκληθεί στην οικονομία και στην κοινωνία με την δραματική μείωση των εισοδημάτων, την υπερφορολόγηση, την εγκληματικότητα και την διαρκή απαξίωση των θεσμών.

Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο ότι τόσο κατά την διάρκεια της ΔΕΘ όσο και μέχρι το τέλος του έτους, θα υπάρξει πόλωση στο πολιτικό σύστημα και ισχυρές αντιπαραθέσεις όσο η κυβέρνηση νιώθει ότι χάνει έδαφος και πλέον θα πιέζεται εκλογικά τόσο από τη ΝΔ όσο και από τη νέα Κεντροαριστερά που σίγουρα δεν πρόκειται να υποταχθεί στα κελεύσματα εξουσίας του Σύριζα δίνοντάς του άλλοθι για την τραγική διακυβέρνηση των τελευταίων ετών σε όλα τα επίπεδα.

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός.