
Της Ιωάννας Λάκκα
“Στην παλαιότερη γλυπτική, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, η δουλειά μας (προσθετική ή λαξευτική) θα μπορούσε ευσύνοπτα να ορισθεί ως κατασκευή γκρεμών (προς τα μέσα ή προς τα έξω). Το αληθινό ταλέντο του καλού γλύπτη είναι η ικανότητα να κουμαντάρει το ψυχικό υλικό του ιλίγγου”.
Γιώργος Λάππας
.
“Πιστεύω ότι υπήρξα καλός δάσκαλος γιατί έχω ένα πηγαίο χάρισμα κωμικού ηθοποιού. Μέσα από αυτό μπορώ να σπάω τον τρόμο του ιλίγγου και να βοηθώ τους φοιτητές να μανουβράρουν την έλξη του και να εποπτεύουν την έννοια του βάθους”.Ο μεγάλος Έλληνας γλύπτης και καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών Γιώργος Λάππας, που πέθανε την Κυριακή στα 66 του χρόνια,είχε προκαλέσει αίσθηση με μια σειρά γλυπτών και κινηματογραφικών προβολών στο Εβραϊκό Μουσείο -μια παρέμβαση εναντίον του μίσους.«Το αληθινό ταλέντο του καλού γλύπτη, είναι η ικανότητα να κουμαντάρει το ψυχικό υλικό του ιλίγγου» έλεγε χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του κωμικό ηθοποιό που βοηθά τους μαθητές του να λυθούν.
“Το άλλοθι του κοινού είναι ότι ενδιαφέρεται για το μέλλον, ενώ θα έπρεπε να ενδιαφέρεται για το παρόν. Οσο για την Ιστορία της τέχνης δεν υπάρχει. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει μόνον η “μουμιοποίηση” της Τέχνης και για το λόγο αυτό προκαλώ τους ιστορικούς της Τέχνης να δουλεύουν όσο και οι καλλιτέχνες” είπε μιλώντας στην εφ. Μακεδονία. “Ετσι φτάνει και το τέλος. Σημασία έχει με ποιο τρόπο επικοινωνεί κανείς με την τέχνη. Εκεί βρίσκεται όλο το ενδιαφέρον. Σε κάποιες πόλεις τα βλέπεις δυστυχισμένα γιατί τα κυνηγούνε, σε άλλες, όπως στη Θεσσαλονίκη, είναι μάλλον κοιμισμένα και σε άλλες όπως στην Αθήνα, είναι χαρούμενα, γιατί τα ταϊζουν”.

Σε μια συνέντευξή του στα Νέα της Τέχνης αυτοβιογραφείται. “”Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 1950. Έζησα τα πρώτα 8 μου χρόνια στο Κάιρο μέχρι τον επαναπατρισμό της οικογένειάς μου στην Αθήνα. Καθημερινά συλλαλητήρια, εμπρησμοί, διώξεις Ελλήνων, δημεύσεις περιουσιών και αργότερα, στον πόλεμο του Σουέζ το ’56, οι βομβαρδισμοί της πόλης από Εγγλέζους και Γάλλους: Μια εξάχρονη ανάφλεξη της πόλης του Καΐρου, αυτή είναι η εικόνα της ζωής της ομογένειας εκείνη την περίοδο. Η σωτηρία μας οφειλόταν στη συσπείρωση της ομογένειας και τη δύναμη συνοχής της οικογενείας του παππού μου Γιώργη Λάππα. Θυμάμαι με εξαιρετική καθαρότητα τον τρόπο που προετοιμάζαμε τη συσκότιση για τους βομβαρδισμούς, απλώνοντας σκούρες μπλε κόλλες στα παράθυρα. Αυτή η αίσθηση της φωτεινής πίεσης πίσω από ένα χρώμα είναι έντονα παρούσα στη δουλειά μου”.
Ο πατέρας μου είχε γεννηθεί κι αυτός στην Αίγυπτο. Ήταν άνθρωπος συγχρόνως σώφρων και ευέξαπτος, με αχαλίνωτη φαντασία που μου την κληροδότησε ατόφια. Με γυρνούσε με το καρότσι ή στους ώμους, κι αργότερα με το αυτοκίνητο, σε όσα περισσότερα φαραωνικά μνημεία αντέχαμε να επισκεφθούμε. Κοντά στις πυραμίδες είχαμε για εξοχικό ένα μικροσκοπικό ξύλινο καλύβι. Γύρω μας σε κύκλο απλωνόταν η έρημος και μόνο σε ένα σημείο η περιφέρειά του κοβόταν από τις πέτρινες πατούσες της Σφίγγας.

Την Αθήνα εξέλαβα ευθύς εξαρχής σαν έδαφος εχθρικό, σαν τόπο εξορίας. Ο μαρασμός μου ήταν τόσο βαθύς, που αρχικά έπαθα μια ολική απώλεια της μνήμης της Αραβικής γλώσσας. Έπειτα, δεν αισθανόμουν νοσταλγία γιατί εγκαταστάθηκε στην ψυχή ένα πένθος χώρου. Από τη μελαγχολία μου με ανέσυρε και με στύλωσε στα πόδια μου η επίδραση της ακτινοβολίας της τέχνης του Σωτήρη Σπαθάρη, στην οποία εκτέθηκα σε μεγάλες δόσεις επί 4 και πλέον χρόνια στη θερινή κατασκήνωση Χιδίρογλου. Ήταν ένας ασύγκριτος μάστορας της υποβολής, της εκδίκησης, της συγχώρεσης και της δικαιοσύνης. Στο μικροσκοπικό ακροατήριο του, (η κατασκήνωση ήταν γεμάτη παιδιά Αιγυπτιωτών και Ελλήνων της Αφρικής), μας έκλεβε την ψυχή, άλλαζε το σώμα μας και καίγοντας τα όριά του από μέσα προς τα έξω, όριζε μια πατρίδα από φως χωρίς έδαφος. Η βραχνή φωνή του, που άλλαζε συνέχεια τόνους καθώς υποδυόταν τόσους χαρακτήρες, κέρδιζε στη μέση της παράστασης παλμό σαν να αθροιζόντουσαν όλοι οι προηγούμενοι κυματισμοί σε μία και μόνο υπνωτική δέσμη, της οποίας το τρομακτικό και θριαμβικό βούισμα θύμιζε το ανεβοκατέβασμα της φωνής στο «θανάτω θάνατον πατήσας». Ήταν μοναδικός, όμοιος μόνο με την Ουμ Καλσούμ, την τραγουδίστρια της Αιγύπτου, στην κηδεία της οποίας ορισμένοι Άραβες αυτοκτόνησαν.



Συνειδητοποίησα αμέσως, διαισθητικά, ότι το πεδίο στο οποίο αναφέρονταν οι μελέτες, μολονότι τυπικά ανήκε στην ψυχολογία, ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν σαν θεμέλιο της τέχνης μου! Αμέσως εντάχθηκα στον κύκλο σπουδών της Ψυχολογίας και, βρίσκοντας μια επαφή μέσα από την καθηγήτρια της Κλινικής Ψυχολογίας, αποφάσισα να δουλέψω εθελοντής στους θαλάμους υψίστης ασφαλείας του Ψυχιατρείου του Salem. Ο ρόλος που μου ανέθεσαν ήταν αυτός του «διασκεδαστή» για τα γυναικεία και αντρικά τμήματα, δηλαδή του οργανωτή και επόπτη ψυχαγωγίας κυρίως μέσα στο ψυχιατρείο. Αυτοί οι δύο θάλαμοι βρίσκονταν στις άκρες ενός μακρινού διαδρόμου που θύμιζε γιγάντια θήκη καταψύκτη ιδωμένη από ποντίκι.
Ορισμένες μέρες της εβδομάδας, οι πύλες των 2 θαλάμων άνοιγαν και επιτρέπονταν επισκέψεις. Πιο σπάνια, οργανώναμε περιφρουρημένες εκδρομές σε μέρη παραδεισένιας ομορφιάς, που έμοιαζαν με ρώσικα δάση. Άλλοτε πηγαίναμε σε κλειστά γήπεδα για άσκηση. Οι πιο όμορφοι και μελαγχολικοί χώροι ήταν πρώην παγοδρόμια. Ήταν σχεδόν αρχαία, γκρίζα, πανύψηλα δώματα, όπου χορεύαμε στο ρυθμό μιας μουσικής από εκκλησιαστικά όργανα. Η μουσική ήταν διασκευασμένη για πατινάζ, αλλά εμείς, παρ’ όλα αυτά, ρυθμίζαμε τα βήματά μας και κινούμασταν απογειωμένοι αγκαλιά σαν ομάδα Αναστενάρηδων σε εξαιρετικά αργή slow motion.


Παρακολούθησε μαθήματα αρχιτεκτονικής στο Λονδίνο και στη συνέχεια μπήκε στην ΑΣΚΤ της Αθήνας, όπου σπούδασε γλυπτική με καθηγητές τον Γ. Παππά και τον Γ. Νικολαΐδη. Μετά τις σπουδές του στην Αθήνα πήγε στην Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού. Από το 1992 δίδασκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα .Έχει πραγματοποιήσει πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΑΡΤΕΜΙ ΚΑΡΔΟΥΛΑΚΗ – ART NEWS


