
Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος
Όταν μιλάει λες: “Αυτός είναι ο καλύτερος εαυτός του”. Μετά ακούς τη δισκογραφία του: “Οχι ,αυτός είναι πιο καλός”. Αλλά μόλις τον δεις στη σκηνή αλλάζεις: “Αυτός πάνω από τους άλλους”.
Στο VOX της Ιεράς Οδού ο Γιώργος Νταλάρας σε ένα ριμέικ με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου λυτρώνουν τον Οδυσσέα Ιωάννου -που μένει μαζί τους στη σκηνή σε όλη την παράσταση- από έναν εφιάλτη: την εξαφάνιση του ελληνικού τραγουδιού.
Κατά την καθηλωτική αφήγησή του, ένα πρωί -μπορεί και βράδυ- κάποιος σβήνει τα τραγούδια από τις ψηφιακές πλατφόρμες, από τα ραδιόφωνα και τη μνήμη των ανθρώπων. Σε ελάχιστο χρόνο αποφάσισαν ποια τραγούδια έπρεπε να σώσουν και τα παρουσιάζουν με τη μοναδικότητα της σκηνικής παρουσίας τους.
Πόσο κρατάει αυτό; Όσοι πήγαν στο VOX δεν τόχουν καθαρό: άλλοι λένε τρεις ώρες, άλλοι τρεις αιώνες…
Πάντως, ακόμη και αν δεν υπήρχε η μαγική τριάδα της Ιεράς Οδού που καθηλώνει, από μόνος του ο Νταλάρας μπορεί να σώσει το άπαν του ελληνικού τραγουδιού, όλων των ειδών και όλων των εποχών. Μετά από έξι δεκαετίες είναι η κιβωτός του.
Η μεταπολεμική και η μεταπολιτευτική Ελλάδα ευτύχησε να ακούσει πολλές σπουδαίες φωνές. Ερμηνευτές που ανέβησαν στις κορυφές, από τους δρόμους που άνοιξαν ο Μάρκος, ο Τσιτσάνης, ο Μίκης, ο Χατζηδάκις, ο Ξαρχάκος και από μονοπάτια που χάραξαν άλλοι.
Αλλά, στα μέσα της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, όλο και περισσότεροι συγκλίνουν: ο Νταλάρας είναι ό,τι σημαντικότερο είχε ποτέ το ελληνικό τραγούδι σε ποιότητα, εύρος, διάρκεια και ερμηνεία. Σε συνδυασμό με τη γήινη οντότητα ενός απλού, χαμογελαστού ανθρώπου, με υψηλό βαθμό κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης.
Η φωνή του ανακυκλώνεται με το ύφος, το ήθος και το πάθος του και βάζει νότες και στίχους να πειθαρχήσουν στο ηχόχρωμά του- ανάλογα με το ρυθμό και τη μελωδία κάθε φορά. Όπως και αν τον δεις και όπως και αν τον ακούσεις, είναι φως που δεν σβήνει -δεν χαμηλώνει καν.
Στο VOX η σχεδόν βιβλική παρουσία του Ιωάννου, που δραματοποιεί την “υπόθεση” της παράστασης, διαμορφώνει την καλύτερη δυνατή συνθήκη για όσους μεγάλωσαν με την ανατρεπτική επιμονή του Παπακωνσταντίνου, αλλά με πλήρη συναίσθηση ότι ο Νταλάρας είναι αυτός που τους μεγάλωσε.
Τρυφερός, επικός, νοσταλγικός, πιο μεστός κάθε φορά από την προηγουμένη δεν βρίσκεται διαρκώς στην επικαιρότητα. Ο ίδιος είναι η επικαιρότητα. Ο τραγουδιστής των πάντων και δια παντός, που έχτισε το είδωλό του στους ανοιχτούς χώρους κόντρα στη νύχτα -και την κακογλωσσιά.
Εΐναι η πιο ολοκληρωμένη φιγούρα καλλιτέχνη τις τελευταίες δεκαετίες, με αρτιότητα στη δουλειά του, αισθητική, ταλέντο και δημόσιο λόγο- ήπιο και χωρίς κραυγές. Δεν είναι απλώς ο τραγουδιστής που πουλάει πολλούς δίσκους, γεμίζει στάδια, ψυχώνει τις παρέες. Και άλλοι το έχουν κάνει. Είναι ο τραγουδιστής που για ό,τι έχει πει ισχύει ο στίχος του Σαββόπουλου; “Μη πετάξεις τίποτε”.
Εκτός από μεγάλη φωνή και “λαϊκός” άνθρωπος -“με περηφάνεια” όπως είπε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος-τα υλικά της αντοχής του στο χρόνο, πέρα από το ταλέντο και τη σκληρή δουλειά, είναι η σεμνότητα, ο λιτός προσωπικός βίος, η ευπρέπεια της δημόσιας παρουσίας. Υπάρχει πολύς Νταλάρας μέσα στον Νταλάρα.
Είναι η πιο σαγηνευτική παρουσία στο χώρο της έντεχνης λαϊκής μουσικής, ίσως γιατί η πολιτική γοητεία του Νταλάρα ενίοτε συναγωνίζεται την καλλιτεχνική. Υπάρχει στη σκηνή και στη δισκογραφία με τα τραγούδια του, αλλά υπάρχει και στο δημόσιο χώρο με την πολιτική πλευρά του. Ως προσωπικότητα με δημοκρατική κουλτούρα και βαθιά πολιτικοποίηση -χωρίς ταμπέλα.
Στην όγδοη δεκαετία της ζωής του -εκτός από νότες και μελωδίες συνθετών και λόγια στιχουργών-έχει να παρουσιάσει μεγάλο απόθεμα με απόψεις και δράσεις για τα κοινά. Καθαρές σκέψεις για την πορεία της χώρας, εμπροσθοβαρή αντίληψη για την κοινωνία, αίσθηση των προβλημάτων και της ευαισθησίας του λαού.
Εκτός από ταλαντούχος τραγουδιστής και μουσικός, είναι και ταλαντούχος πολίτης. Οικογενειακό τους μάλλον, αν κριθεί από τη -σύντομη, αλλά περιεκτική- θητεία της Άννας Νταλάρα στην επίσημη πολιτική.
Λέει τη γνώμη του με συγκροτημένο λόγο και καλά ελληνικά για ό,τι συμβαίνει στη χώρα. Σε μια προεκλογική περίοδο είπε: “Ο καθένας να κουβαλήσει το χαρακτήρα και τα χρόνια του, να πάει να ψηφίσει και να χρεωθεί την ευθύνη της επιλογής του”. Ήταν σαν συστημένο γράμμα για τον καθένα.
Επειδή η καλλιτεχνική του αξία είναι “τεφάλ”, όσοι θέλουν να τον πλήξουν άλλοτε σχολιάζουν την πολιτικοποιημένη πλευρά του και άλλοτε δημιουργούν νέφος παραπληροφόρησης για τη ζωή, τον χαρακτήρα και τον επαγγελματισμό του, πάνω από το όνομά του. Αλλά τίποτε δεν καταφέρνει να το σκιάσει. Προσπαθώντας να τον ακυρώσουν τον έκαναν σήμα κατατεθέν από τη μια εποχή στην άλλη.
Πέρα από τις επαγγελματικές εμφανίσεις του, μετέχει σε αμέτρητες εκδηλώσεις της κοινωνίας των πολιτών- για την ειρήνη, τα εθνικά θέματα, τα καθημερινά προβλήματα, τη νεολαία, τα κινήματα- και ωθεί νέους καλλιτέχνες με τη συμμετοχή του στην πρωτόλεια δισκογραφία τους.
Σε εποχή εμπορευματοποίησης των πάντων ο, κατ’ αξίαν, εμπορικός Νταλάρας δεν φτιασιδώνεται για να πετύχει. Απλώς διατηρεί ανοικτούς διαδρόμους επαφής με τον καθημερινό άνθρωπο. Το διαρκές καλλιτεχνικό του ιμπέριουμ είναι συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα του και της αντίληψής του ως πολίτη.
Αυτός ο συνδυασμός είναι η άμυνά του απέναντι σε όσους επιχειρούν να τον πλήξουν, επειδή όπως θα έλεγε ο Τσόρτσιλ: “Έχει όλες τις αρετές που απεχθάνονται και κανένα από τα ελαττώματα θαυμάζουν”.

