
Toυ Μελέτη Ρεντούμη
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις φαίνεται να δημιουργούν ένα νέο και ιδιαίτερα σύνθετο πολιτικό τοπίο για το ΠΑΣΟΚ, καθώς το κόμμα βρίσκεται αντιμέτωπο με δύο παράλληλες προκλήσεις. Από τη μία πλευρά, η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο και η αυξημένη δημοσκοπική του επιρροή επαναφέρουν στο τραπέζι το ζήτημα της ηγεμονίας στον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Από την άλλη, η συνεχής προβολή της Μαρίας Καρυστιανού ως ενός προσώπου με ισχυρό κοινωνικό αποτύπωμα δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας αναζητά πλέον εκφράσεις εκτός των παραδοσιακών κομματικών σχηματισμών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εσωτερική συζήτηση στο ΠΑΣΟΚ αποκτά ιδιαίτερη ένταση. Η πρόσφατη τοποθέτηση του Δημάρχου Αθηναίων, Χάρη Δούκα, υπέρ μιας πιθανής συμπόρευσης με τον Αλέξη Τσίπρα σε δεύτερες πιθανές εκλογές, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο για την απομάκρυνση της Νέας Δημοκρατίας από την εξουσία, αναζωπυρώνει μια συζήτηση που ουσιαστικά δεν έχει κλείσει ποτέ από την εποχή της οικονομικής κρίσης.
Η πρόταση αυτή βασίζεται στη λογική ότι ο κατακερματισμός του προοδευτικού χώρου ευνοεί διαχρονικά τη Νέα Δημοκρατία και ότι μόνο μέσω συνεργασιών μπορεί να διαμορφωθεί μια εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη ρητορική δημιουργεί και σοβαρά ερωτήματα για την πολιτική ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη επιχείρησε τα τελευταία χρόνια να παρουσιάσει τον εαυτό του ως έναν αυτόνομο τρίτο πόλο, ο οποίος δεν αποτελεί ούτε συμπλήρωμα της Νέας Δημοκρατίας ούτε συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ.
Η στρατηγική αυτή είχε ως στόχο να ανακτήσει ψηφοφόρους που εγκατέλειψαν το ΠΑΣΟΚ την προηγούμενη δεκαετία και μετακινήθηκαν προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Εάν όμως η συζήτηση μετατοπιστεί πρόωρα σε σενάρια συνεργασίας με τον Τσίπρα, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί το μήνυμα της αυτονομίας και να ενισχυθεί η εντύπωση ότι το ΠΑΣΟΚ αδυνατεί να διεκδικήσει μόνο του πρωταγωνιστικό ρόλο.
Παράλληλα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μια τέτοια συνεργασία θα είχε εκλογικά οφέλη. Ένα μέρος των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ διατηρεί ακόμη ισχυρές αντιρρήσεις απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ λόγω της περιόδου 2015-2019 και ενδέχεται να αντιδράσει αρνητικά σε ένα κοινό πολιτικό σχήμα.
Αντίστοιχα, ένα τμήμα των πρώην ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ που απομακρύνθηκε από τον Α.Τσίπρα δεν είναι βέβαιο ότι θα επέστρεφε μόνο και μόνο λόγω μιας συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ. Συνεπώς, η αριθμητική πρόσθεση ποσοστών δεν συνεπάγεται απαραίτητα και πολιτική ή εκλογική πρόσθεση δυνάμεων.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα της ηγεσίας. Κάθε πιθανή συνεργασία θα απαιτούσε συμφωνία για το ποιος θα ηγηθεί, ποιο πρόγραμμα θα εφαρμοστεί και ποια θα είναι η κατανομή της πολιτικής ισχύος. Αυτά είναι ζητήματα που ιστορικά έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολα στον ελληνικό πολιτικό χώρο. Χωρίς σαφείς απαντήσεις, η συζήτηση κινδυνεύει να παραμείνει περισσότερο θεωρητική παρά ρεαλιστική.
Την ίδια στιγμή, η ανάδειξη της Μ.Καρυστιανού και άλλων εξωκομματικών προσωπικοτήτων υπενθυμίζει ότι ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας δεν αναζητά απλώς νέες συμμαχίες μεταξύ των υφιστάμενων κομμάτων, αλλά νέους τρόπους πολιτικής έκφρασης. Αυτό αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για το ΠΑΣΟΚ, καθώς καλείται να αποδείξει ότι διαθέτει σύγχρονο πολιτικό αφήγημα και όχι μόνο εκλογικούς υπολογισμούς.
Συμπερασματικά, η συζήτηση περί συνεργασίας ΠΑΣΟΚ και του νέου κόμματος του Α.Τσίπρα αντανακλά την αγωνία του προοδευτικού χώρου να βρει αποτελεσματικό αντίβαρο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Ωστόσο, η πρόωρη υιοθέτηση μιας τέτοιας στρατηγικής ενδέχεται να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Η πραγματική δοκιμασία για το κόμμα δεν είναι να αποφασίσει με ποιον θα συνεργαστεί στο μέλλον, αλλά να πείσει τους πολίτες ότι διαθέτει αυτόνομη πρόταση διακυβέρνησης, ικανή να διεκδικήσει την εμπιστοσύνη τους χωρίς δεκανίκια και χωρίς εξάρτηση από τις ισορροπίες άλλων πολιτικών δυνάμεων.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

