
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Αν κάποιος επιχειρήσει να διαβάσει την «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα, γρήγορα θα συνειδητοποιήσει ότι πρόκειται για ένα έργο που θυμίζει περισσότερο πανεπιστημιακές σημειώσεις Μαθηματικών παρά πολιτική αυτοβιογραφία. Ο συγγραφέας, με σοβαρότητα και στόμφο, μας καθοδηγεί μέσα σε ένα σύστημα εξισώσεων όπου η ανεξάρτητη μεταβλητή είναι η Ιστορία και η εξαρτημένη… η υπομονή του αναγνώστη.
Βλέποντας το βιβλίο μέσα από τον φακό των διαφορικών εξισώσεων, των μετασχηματισμών και των μιγαδικών συναρτήσεων, θα μπορούσε να θεωρηθεί μάθημα «Εφαρμοσμένης Πολιτικής Μαθηματικής Ανάλυσης». Η Ιστορία λειτουργεί ως ανεξάρτητη μεταβλητή, η υπομονή του αναγνώστη ως εξαρτημένη, και η ζωή του Τσίπρα παρουσιάζεται σαν παραμετρική καμπύλη: ξεκινά από το σημείο (Αριστερά, Ρομαντισμός), περνά από το (Κυβέρνηση, Συμβιβασμός) και τείνει ασυμπτωτικά προς το (Αυτοκριτική, Μελλοντική Διεκδίκηση).
Η διαδρομή αυτή θα μπορούσε να εκφραστεί με μια εξίσωση όπως:
dx/dt = Όραμα – Πραγματικότητα,
όπου το αποτέλεσμα ταλαντώνεται περιοδικά, σαν εκκρεμές που πότε ακουμπά τον λαϊκισμό και πότε την τεχνοκρατική νηφαλιότητα. Κάθε κεφάλαιο λειτουργεί σαν διαφορική εξίσωση πρώτης τάξης, περιγράφοντας τη μεταβολή μιας ιδέας σε συνάρτηση του πολιτικού χρόνου. Στο κεφάλαιο για το 2015, για παράδειγμα, ο ρυθμός μεταβολής της ελπίδας είναι θετικός μέχρι το δημοψήφισμα, ενώ έπειτα η καμπύλη παρουσιάζει ασυνέχεια τύπου «άπειρη κάθοδος». Η λύση της εξίσωσης είναι γνωστή: μετασχηματισμός Laplace της αντίστασης σε ρεαλισμό. Κάθε κεφάλαιο λειτουργεί σαν διαφορική εξίσωση πρώτης τάξης: περιγράφει τη μεταβολή μιας ιδέας σε συνάρτηση του πολιτικού χρόνου. Στο κεφάλαιο για το 2015, για παράδειγμα, ο ρυθμός μεταβολής της ελπίδας είναι θετικός μέχρι το δημοψήφισμα· έπειτα, η καμπύλη παρουσιάζει ασυνέχεια τύπου «άπειρη κάθοδος».
Εδώ εμφανίζεται και το πρώτο μεγάλο θεώρημα της πολιτικής του φυσικής: κάθε ριζοσπαστική ενέργεια έχει ένα συμμετρικό αντίθετο αποτέλεσμα, ίσης και αντίθετης ισχύος. Ή, πιο απλά, για κάθε “Go back, Mrs Merkel” υπάρχει ένα “Yes, but responsibly” [Ναι, αλλά υπεύθυνα].
Στο μιγαδικό επίπεδο, η συνάρτηση της πολιτικής του ζωής αναπτύσσεται τόσο στον πραγματικό όσο και στον φανταστικό άξονα. Το πραγματικό μέρος περιγράφει την οικονομική κατάσταση, τις διαπραγματεύσεις και τα δημοσκοπικά αποτελέσματα, ενώ το φανταστικό περιλαμβάνει το ιδεώδες σενάριο όπου η Αριστερά υλοποιεί πλήρως τα προγράμματά της χωρίς περιορισμούς. Καθώς οι συνθήκες γίνονται δυσμενείς, η συνάρτηση εκτελεί μια στροφή 90°, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον στο φανταστικό, δημιουργώντας μια ομαλή αλλά εντελώς μη συσχετισμένη καμπύλη με την πραγματικότητα — ένα μιγαδικό παιχνίδι άπειρων πιθανών κόσμων, όπου κάθε εκδοχή του μέλλοντος συναρτάται μόνο με το τελευταίο βήμα της διαδρομής.
Η διαδρομή της ελληνικής πολιτικής ανάμεσα στο 2010 και το 2015 μπορεί να απεικονιστεί σαν ένα σύστημα μη γραμμικών διαφορικών εξισώσεων, όπου κάθε κρίση λειτουργεί ως όρος που τροποποιεί τη λύση σε πραγματικό χρόνο. Η οικονομική κατάρρευση, τα μνημόνια και οι κοινωνικές αντιδράσεις εισάγουν ασυνέχειες και αστάθειες, δημιουργώντας σημεία bifurcation: επιλογές όπου η χώρα θα μπορούσε να αποκλίνει σε εντελώς διαφορετικές τροχιές, ανάλογα με το πόσο ισχυρή είναι η «παράγωγος της πολιτικής βούλησης» σε κάθε χρονική στιγμή. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τσίπρας εμφανίζεται σαν ένας μαθηματικός εξερευνητής, που προσπαθεί να εντοπίσει τις σταθερές λύσεις μέσα σε ένα χάος δυναμικών μεταβλητών.
Κάπου στη μέση του βιβλίου, ο αναγνώστης αρχίζει να νιώθει ότι βρίσκεται μέσα σε μια αλυσίδα Μάρκοβ: μια ακολουθία γεγονότων όπου το κάθε επόμενο εξαρτάται μόνο από το προηγούμενο — όχι από το τι ειπώθηκε στις Πρέσπες ή στο Ζάππειο, αλλά από το τελευταίο δημοσκοπικό ποσοστό. Η πολιτική του πορεία μοιάζει με στοχαστικό μοντέλο τριών καταστάσεων: Αντιπολίτευση → Συμβιβασμός → Κυβέρνηση. Από κάθε στάδιο υπάρχει μια πιθανότητα μετάβασης στο επόμενο — ή επιστροφής στο αρχικό, ανάλογα με τη θερμοκρασία των social media και τη φορά του πολιτικού ανέμου.
Εδώ ισχύει και το περίφημο Θεώρημα Chapman–Kolmogorov: οι πιθανότητες του n-βήματος μετάβασης ισούνται με το άθροισμα των πιθανοτήτων μέσω όλων των ενδιάμεσων καταστάσεων. Ή, σε απλά ελληνικά: αν δεν γίνεις Πρωθυπουργός με την πρώτη, μπορείς πάντα να περάσεις από μερικά ενδιάμεσα βήματα — μια κυβέρνηση συνεργασίας εδώ, μια στρατηγική ήττα εκεί — και στο τέλος πάλι θα καταλήξεις στο ίδιο αποτέλεσμα.
Το θεώρημα βασίζεται στην αρχή της απουσίας μνήμης των μαρκοβιανών αλυσίδων· κάτι που ταιριάζει ιδανικά στη μεταμνημονιακή πολιτική πραγματικότητα. Κανείς δεν θυμάται τι ειπώθηκε στο προηγούμενο συνέδριο, ποιος ψήφισε τι, ποιος ήταν “ο ρεαλιστής της ευθύνης” και ποιος “η ευθύνη του ρεαλισμού”. Το σύστημα συνεχίζει να κινείται, κάθε φορά σαν να είναι η πρώτη.
Όπως σε κάθε αλυσίδα Μάρκοβ, υπάρχει και μια σταθερή κατάσταση: εκεί όπου όλα επαναλαμβάνονται με μαθηματική ακρίβεια. Οι μετασχηματισμοί εφαρμόζονται, οι διαφορικές εξισώσεις λύνονται, αλλά το σύστημα επανέρχεται στο ίδιο σημείο ισορροπίας — στο (0,0) του πολιτικού επιπέδου, όπου όλοι δηλώνουν δικαιωμένοι, κανείς δεν θυμάται τίποτα, και το μέλλον… παραμένει διαρκές.
Στο τέλος, η «Ιθάκη» μοιάζει περισσότερο με άσκηση στη Γραμμική Άλγεβρα παρά με αφήγηση ζωής: ο συγγραφέας εφαρμόζει διαδοχικούς πολιτικούς μετασχηματισμούς, προσπαθώντας να βρει το αντίστροφο του παρελθόντος, χωρίς όμως να υπολογίσει ότι ο πίνακας των γεγονότων είναι μη αντιστρέψιμος. Το σύστημα δεν έχει μοναδική λύση — έχει μόνο επαναλήψεις, προσεγγίσεις και επ’ άπειρον ελπίδες σύγκλισης.
Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως μετασχηματισμός Laplace της πολιτικής εμπειρίας: η σύνθεση των γεγονότων, των αποφάσεων και των προσωπικών διλημμάτων μετατρέπεται σε ένα νέο «πολιτικό σήμα», όπου η ένταση και η συχνότητα της πίεσης καθορίζουν την απόκριση του συστήματος. Τα γεγονότα δεν απλώς καταγράφονται· εφαρμόζεται ένας διαδοχικός μετασχηματισμός σε κάθε κρίσιμη στιγμή, προσπαθώντας να εξάγει ένα αναλυτικό πρότυπο, μια λύση στο «ιστορικό πρόβλημα» που ποτέ δεν έχει μοναδική απάντηση. Το αποτέλεσμα είναι μια ακολουθία προσεγγίσεων, όπου η χώρα και ο ηγέτης της περιφέρονται μεταξύ σταθερών καταστάσεων, επαναλήψεων και ασυμπτωτικών ελπίδων, σαν ένα σύστημα που συγκλίνει αργά, αλλά με μαθηματική συνέπεια, προς μια θεωρητική ισορροπία.
Ίσως, τελικά, το βιβλίο να είναι πράγματι ένα έργο μαθηματικής ακρίβειας: αποδεικνύει πως, στην ελληνική πολιτική, όσα χρόνια κι αν περάσουν, η παράγωγος της αυτογνωσίας παραμένει μηδέν.

