
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Σε ένα δοκίμιό του για τη μοίρα της χερσονήσου μας, ο μεγάλος συγγραφέας Ισμαήλ Κανταρέ είχε σημειώσει πως η ταμπέλα του «Δον Κιχώτη» αποτελεί το πιο προσφιλές όπλο των εγχώριων ηγεμόνων για να υπονομεύσουν ή να αποδομήσουν τους αντιπάλους τους. Στην πολιτική μας γεωγραφία, συνηθίσαμε να βλέπουμε τους αυταρχικούς ηγέτες ως παραπλανημένους ιππότες που μάχονται με φανταστικούς εχθρούς.
Πρόκειται, όμως, για μια τεράστια οφθαλμαπάτη.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πεζή, και η φιγούρα που περιγράφει ανάγλυφα τον σύγχρονο ηγεμόνα της περιοχής δεν είναι ο ευγενής ιππότης, όπως τον παρουσίασε ο Θερβάντες, αλλά ο κυνικός συνοδοιπόρος του: ο Σάντσο Πάντσα.
Ο σύγχρονος αυτός άρχοντας πάσχει από μια μεταμοντέρνα εκδοχή του παλαιού, χοτζικού «συνδρόμου του καταφυγίου». Μόνο που το κόμπλεξ του δεν τον οδηγεί στην απομόνωση, αλλά στην αναζήτηση ισχυρών αφεντικών. Λειτουργώντας ως ο απόλυτος, γήινος τυχοδιώκτης, είναι πρόθυμος να υπηρετήσει «τον κάθε Δον» που θα εμφανιστεί στον ορίζοντα, αρκεί να εξασφαλίσει το προσωπικό του κέρδος. Ιππεύει τον γάιδαρό του και ακολουθεί τα μεγάλα γεωπολιτικά αφηγήματα των ξένων δυνάμεων, όχι από πίστη σε ιδανικά, αλλά από καθαρή, επαρχιώτικη υλική υστεροβουλία.
Για τον Σάντσο της εποχής μας, ο κόσμος χωρίζεται με βάση το πορτοφόλι και τη σκοπιμότητα. Η υποταγή του στους ισχυρούς δεν είναι ιδεολογική, αλλά βαθιά συναλλακτική, καθώς προσφέρει τη γη του ως αντίδωρο για την πολιτική του επιβίωση:
Η «ιπποτική» υποκρισία προς τη Δύση: Δέχεται στο έδαφός του τους εξόριστους Ιρανούς Μουτζαχεντίν, μετατρέποντας την επικράτειά του σε ένα ιδιότυπο στρατόπεδο, προκειμένου να εξασφαλίσει τις αμερικανικές χρηματοδοτήσεις και την πολιτική προστασία της Ουάσιγκτον.
Οι υποκλίσεις στην Αδριατική: Προσφέρει γη και ύδωρ στη Ρώμη, υπογράφοντας συμφωνίες για τη δημιουργία κέντρων κράτησης μεταναστών, και προχωρά σε θεατρικές υποκλίσεις στην ιταλική ηγεσία, με μοναδικό αντάλλαγμα έναν «συνήγορο» εντός των Βρυξελλών που θα εξουδετερώνει τις ευρωπαϊκές πιέσεις για το Κράτος Δικαίου.
Οι παραχωρήσεις στην Ανατολή: Παραδίδει τα κλειδιά της θρησκευτικής και πολιτισμικής επιρροής στον Σουλτάνο της Άγκυρας, επιτρέποντας την ανέγερση γιγαντιαίων τεμενών και την οικονομική διείσδυση, για να διαθέτει πάντα ένα ισχυρό περιφερειακό αντίβαρο.
Αυτό το σύστημα εναλλασσόμενης δουλείας τού εξασφαλίζει μια προσωρινή ασυλία, επιτρέποντάς του να εκδίδει ειρωνικές ανακοινώσεις ακόμα και όταν δυνάμεις ασφαλείας και ιδιωτικά συμφέροντα επιτίθενται σε μέλη ιστορικών κοινοτήτων εντός της επικρατείας του. Υποβαθμίζει τα γεγονότα σε «ιδιωτικές διαφορές» και χλευάζει τις αντιδράσεις των γειτόνων, βέβαιος ότι οι πλάτες των εκάστοτε «Δον» που υπηρετεί θα τον προστατεύσουν από τις συνέπειες.
Έχει μετατρέψει τη χώρα του σε ένα χρήσιμο γεωπολιτικό οικόπεδο, μια βολική αποθήκη ανθρωπίνων ψυχών και ένα πεδίο οικονομικής διείσδυσης.
Όπως ακριβώς ο Θερβάντες χάρισε στον Σάντσο τη διοίκηση της φανταστικής «Νήσου Barataria» για να σατιρίσει την απληστία των μαζών, έτσι και οι ξένοι πάτρωνες έχουν παραχωρήσει στον εγχώριο ιπποκόμο τη διοίκηση του δικού του μικρού φέουδου. Εκείνος πιστεύει ότι κυβερνά ένα κυρίαρχο κράτος, ενώ στην πραγματικότητα διαχειρίζεται απλώς μια παραχωρημένη επαρχία.
Η τραγωδία του, ωστόσο, δεν έγκειται στο γεγονός ότι, ως αυθεντικός χωριάτης, απέτυχε να καταλάβει τη μετάβαση σε μια άλλη εποχή. Ως ο κατεξοχήν γεωπολιτικός υπεργολάβος της περιοχής, κατάλαβε άριστα τη μετάβαση στη νέα εποχή: μια εποχή όπου οι διεθνείς αρχές έχουν υποχωρήσει και οι μεγάλοι «Δον» του κόσμου δεν αναζητούν πλέον ισότιμους συμμάχους, αλλά πρόθυμους εργολάβους ειδικών αποστολών. Δεν παρασύρεται από τις χίμαιρες των αφεντικών του· αντίθετα, αναλαμβάνει την εργολαβία των αναγκών τους – μετατρέποντας τη διεθνή υποτέλεια σε εγχώριο μηχανισμό νομής της εξουσίας.
Όταν το θέατρο της εξουσίας τελειώσει, όταν οι ξένοι προστάτες αποσύρουν την ασπίδα τους και η χώρα του θα έχει πλέον μετατραπεί σε μια πλήρως εκποιημένη, έρημη αποικία, ο ιπποκόμος θα βρεθεί γυμνός, στερημένος από τη φαντασιώδη «Νήσο» του. Ίσως τότε, συντριμμένος από την ίδια του την κοντόφθαλμη πονηριά, αναγκαστεί να φορέσει ξανά την παλιά, ξεχασμένη στολή του –εκείνη του καλλιτέχνη– για να ζωγραφίσει, ως μοναδικός μάρτυρας, τα ερείπια του τόπου που ξεπούλησε νομίζοντας ότι τον διοικεί.

