
Toυ Μελέτη Ρεντούμη
Η αναζωπύρωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο επίκεντρο μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες των οικονομιών διεθνώς: τον πληθωρισμό και την πορεία των επιτοκίων. Την ώρα που οι αγορές είχαν αρχίσει να προεξοφλούν μια περίοδο σταδιακής αποκλιμάκωσης του κόστους χρήματος μετά από δύο χρόνια περιοριστικής νομισματικής πολιτικής, η άνοδος των τιμών της ενέργειας και των μεταφορών δημιουργεί νέα δεδομένα.
Η επιστροφή του πληθωρισμού σε υψηλότερα επίπεδα, τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην Ελλάδα, αυξάνει την πιθανότητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να διατηρήσει ή ακόμη και να αυξήσει εκ νέου τα επιτόκια.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία, καθώς η χώρα βρίσκεται σε μια φάση ισχυρής επενδυτικής δραστηριότητας, με σημαντικά έργα να χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Το κόστος χρήματος αποτελεί βασικό παράγοντα για την επιτυχία αυτής της αναπτυξιακής προσπάθειας και οποιαδήποτε αλλαγή στην πορεία των επιτοκίων επηρεάζει άμεσα τις επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά, τις τράπεζες και τελικά την ίδια την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας.
Για τις επιχειρήσεις, η αύξηση των επιτοκίων μεταφράζεται σχεδόν αυτόματα σε υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης. Η ελληνική αγορά εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μεγάλο ποσοστό δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο, συνδεδεμένο με το Euribor. Αυτό σημαίνει ότι κάθε αύξηση του δείκτη μεταφέρεται σχετικά γρήγορα στις δανειακές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων.
Γενικά, σε μια περίοδο όπου πολλές εταιρείες ήδη αντιμετωπίζουν αυξημένα κόστη ενέργειας, μεταφορών, ασφαλιστικών εισφορών και μισθολογικών δαπανών, η επιβάρυνση από τους τόκους λειτουργεί σωρευτικά. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι ιδιαίτερα ευάλωτες, καθώς διαθέτουν μικρότερα περιθώρια απορρόφησης πρόσθετων εξόδων. Ως αποτέλεσμα, αρκετές επενδύσεις ενδέχεται να καθυστερήσουν ή να αναβληθούν, περιορίζοντας τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την παραγωγική επέκταση.
Τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν διαφορετικού τύπου πιέσεις. Αν και η άμεση επίπτωση μιας μικρής αύξησης επιτοκίων σε ένα μέσο στεγαστικό δάνειο μπορεί να φαίνεται σχετικά περιορισμένη, η συνολική εικόνα είναι πιο σύνθετη. Οι οικογένειες δεν επηρεάζονται μόνο από τη δόση του δανείου τους αλλά και από το γενικότερο κόστος ζωής.
Εάν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή οδηγήσει σε παρατεταμένη άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, τότε η ακρίβεια θα επανεμφανιστεί σε καύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια, μεταφορές και βασικά αγαθά. Έτσι, ακόμη και αν η επιβάρυνση της δόσης είναι σχετικά μικρή, η συνολική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος μπορεί να είναι αισθητή. Οι περισσότεροι δανειολήπτες που βρίσκονται κοντά στην αποπληρωμή των στεγαστικών τους θα επηρεαστούν λιγότερο, καθώς πλέον πληρώνουν κυρίως κεφάλαιο και όχι τόκους. Ωστόσο, όσοι απέκτησαν κατοικία τα τελευταία χρόνια ή έχουν σημαντικά υπόλοιπα δανείων παραμένουν περισσότερο εκτεθειμένοι.
Οι τράπεζες αποτελούν ίσως τον μεγαλύτερο βραχυπρόθεσμο κερδισμένο από ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων. Τα επιτοκιακά τους έσοδα αυξάνονται καθώς τα δάνεια ανατιμολογούνται ταχύτερα από τις καταθέσεις.
Παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια οι προθεσμιακές καταθέσεις έχουν αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών, η διαφορά μεταξύ επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων εξακολουθεί να παραμένει σημαντική.
Για τις ελληνικές συστημικές τράπεζες, κάθε αύξηση του Euribor κατά 25 μονάδες βάσης μεταφράζεται σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ επιπλέον καθαρών εσόδων από τόκους ετησίως. Αυτό εξηγεί γιατί οι τράπεζες εμφανίζονται σήμερα πολύ πιο ανθεκτικές απέναντι σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων σε σχέση με την περίοδο πριν από την οικονομική κρίση.
Ωστόσο, η εικόνα για τις τράπεζες δεν είναι μονοδιάστατα θετική. Εάν τα επιτόκια παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε υψηλά επίπεδα, υπάρχει ο κίνδυνος να αυξηθούν οι καθυστερήσεις πληρωμών από νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας μπορεί να επηρεάσει τη ζήτηση για νέα δάνεια, περιορίζοντας τις ευκαιρίες ανάπτυξης του τραπεζικού συστήματος. Με άλλα λόγια, ένα μέτριο επίπεδο υψηλών επιτοκίων ευνοεί τις τράπεζες, αλλά ένα υπερβολικά περιοριστικό περιβάλλον μπορεί τελικά να επηρεάσει αρνητικά την πιστωτική επέκταση και την ποιότητα του χαρτοφυλακίου τους.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το δίλημμα για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Από τη μία πλευρά, η άνοδος του πληθωρισμού απαιτεί αυστηρότερη νομισματική πολιτική ώστε να αποτραπεί η δημιουργία ενός νέου κύκλου αυξήσεων τιμών και μισθών.
Η μεγάλη πρόκληση των επόμενων μηνών θα είναι η ισορροπία μεταξύ σταθερότητας των τιμών και διατήρησης της ανάπτυξης. Εάν η γεωπολιτική κρίση αποκλιμακωθεί και οι τιμές της ενέργειας σταθεροποιηθούν, οι πιέσεις στον πληθωρισμό μπορεί να αποδειχθούν προσωρινές.
Παρόλα αυτά, αν η ένταση παραταθεί, η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δυσάρεστο μείγμα χαμηλότερης ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού, ένα φαινόμενο που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «στασιμοπληθωρισμό».
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η πιθανή νέα άνοδος των επιτοκίων αποτελεί ένα διπλό μήνυμα για την οικονομία. Από τη μία πλευρά προστατεύει τη σταθερότητα των τιμών και ενισχύει τα έσοδα των τραπεζών, ενώ από την άλλη πλευρά αυξάνει το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, περιορίζει τις επενδύσεις και ενδέχεται να επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

