Δύο δυσχέρειες -και κάποια άλλα «προβληματάκια»- για την επιστροφή του Τσίπρα

Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος

Ο Γιώργος Λακόπουλος αναλύει γιατί «ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει αιθεροβάμων».

Έχει δύο προσπάθειες στην αξιωματική αντιπολίτευση: μια επιτυχημένη μετά το 2012 και μία αποτυχούσα οικτρά μετά το 2019.  Εγκατάλειψε την τρίτη -χωρίς να ρίξει ούτε τουφεκιά- μετά το 2023 και τώρα μιλάει σαν να βρίσκεται ήδη στην τέταρτη.

Προεξοφλεί ως διασφαλισμένη τη δεύτερη θέση στις εκλογές και επιδιώκει την πρώτη.

Η αισιοδοξία είναι κινητήρια δύναμη στην πολιτική, αλλά από πουθενά δεν προκύπτει ότι η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα κάνει «γκελ» στην κοινωνία. Ότι το εκλογικό σώμα θα τη βγάλει από τις επόμενες κάλπες με ρόλο μείζονος αντιπολίτευσης —ίσως και παραπάνω.

Αν επικαλείται τις δημοσκοπήσεις της συγκυρίας —που τον φέρουν να ανταγωνίζεται την… Καρυστιανού και όχι το ΠΑΣΟΚ— και τις υιοθετεί, γιατί παραλείπει ότι τον αφήνουν πολύ πίσω από τον Μητσοτάκη, τον οποίο απειλεί να διαδεχθεί, εδώ και τώρα;

Η προσωπική αντιπαράθεση ως επικοινωνιακό εργαλείο

Κατά τη συμμετοχή του στο Φόρουμ του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», ο πρώην πρωθυπουργός είπε, σωστά, ότι χαίρεται για «την αλαζονεία με την οποία με αντιμετωπίζει ο κ. Μητσοτάκης» — τον οποίο όρισε ως «βασικό πολιτικό του αντίπαλο». Όπως άλλωστε και ο απερχόμενος Πρωθυπουργός… τον ίδιο!

Ακόμη πιο σωστά είπε «δεν είμαστε όλοι ίδιοι» και «όλοι αλλάζουμε, αλλά ταυτόχρονα παραμένουμε ίδιοι». Παρ’ ότι δεν είναι ευδιάκριτη η αναλογία σε ό,τι τον αφορά.

Είναι όμως διακριτό ότι χρησιμοποιεί πλέον άλλα επικοινωνιακά εργαλεία. Διαφορετικά από την παραδοσιακή προβολή της ιδεολογίας του και της αντίστοιχης πολιτικής. Ίδια με τα εργαλεία του Μητσοτάκη. Πλέον επιχειρεί την αντιπαράθεσή τους ως πρόσωπα.

«Εγώ γεννήθηκα στους Αμπελόκηπους, σε ένα τριάρι διαμέρισμα εκατό τετραγωνικών, από μια μέση οικογένεια, δεν σπούδασα σε ξένα πανεπιστήμια, δεν πήγα στο Columbia, έμαθα αγγλικά σε συνοικιακό φροντιστήριο, γι’ αυτό δεν έχω καλή προφορά, δεν είχα νταντάδες ξενόγλωσσες, δεν ήμουν γιος πολιτικού, δεν μεγάλωσα σε κάποιο τζάκι».

Η «τελείως διαφορετική διαδρομή» του Μητσοτάκη δεν λέει πολλά για την έκβαση της αναμέτρησης μεταξύ τους, αν λάβουμε υπόψη την Ιστορία της πολιτικής. Περισσότερο στον κινηματογράφο συγκινούν αυτές οι διαφορές.

Με άλλα λόγια: δεν προκύπτει πώς ακριβώς αυτή η αυτοπαρουσίαση του δίνει σήμερα πλεονέκτημα – όταν τα στοιχεία της υπήρχαν στο παρελθόν και δεν τον ωφέλησαν.

Το πραγματικό πρόβλημα και το έλλειμμα εναλλακτικής

Μεταξύ μας: αν κάποιος είχε μεγαλώσει σε διαμέρισμα 60 τετραγωνικών και δεν είχε καν τη δυνατότητα να πληρώσει για φροντιστήριο αγγλικών, ή γεννήθηκε σε καλύβα, θα ήταν προτιμότερος για αντίπαλος του σημερινού Πρωθυπουργού;

Το πρόβλημα με τον Μητσοτάκη δεν είναι τα ξένα πανεπιστήμια στα οποία σπούδασε. Αντίθετα, του δίνουν τεχνική επάρκεια στον απαιτητικό χώρο της πολιτικής.

Άλλωστε ουδείς εμποδίζει να λέει τόσο συχνά και ο Τσίπρας «καταλαβαίνω τι σημαίνει να μη βγαίνει ο μήνας». Όπως δεν τον έχει εμποδίσει το κακόφημο οικογενειακό παρελθόν, ο χαρακτήρας του, ο ρηχός λόγος και η σκηνική αδεξιότητα.

Η πολιτική του είναι το πρόβλημα. Και αυτό δεν αντιμετωπίζεται με ηθικολογίες, ευχολόγια, εύκολες υποσχέσεις, αυτοβιογραφικά βιβλία και καλοπιάσματα κοινωνικών ομάδων.

Χρειάζεται καθαρή ιδεολογία, σαφής πολιτική, χειροπιαστό πρόγραμμα, οργανωμένο κόμμα, αξιόμαχο πολιτικό προσωπικό, γνήσια επαφή με την κοινωνική βάση, μιντιακή στήριξη.

Με εξαίρεση το τελευταίο, όλα στην περίπτωση της ΕΛΑΣ είναι άγνωστα ακόμη. Και η προσωπική σύγκριση στο δημόσιο χώρο, όσο και αν είναι υπέρ του Τσίπρα, δεν τον ωφέλησε ως τώρα ούτε μια φορά…

Λογικά κενά και πολιτικές ακροβασίες

Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος έκανε μια δήλωση που δεν δείχνει τεκμηριωμένη από τα πράγματα -ως τώρα τουλάχιστον-: «Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξέρει ότι στη δεύτερη κάλπη θα χάσει» και «θα δώσουμε μάχη να χάσει και στην πρώτη».

Εδώ υπάρχουν λογικά κενά και πολιτικές ακροβασίες. Αν δεν χάσει στην πρώτη, πώς θα υπάρξει δεύτερη; Και για να χάσει, ποιοι ακριβώς θα «δώσουν τη μάχη»;

Οι στρατιές της ΕΛΑΣ που δεν υπάρχουν —ακόμη τουλάχιστον; Οι, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, Συριζαίοι που ήδη προσχωρούν στο κόμμα του και εξασφαλίζουν θέσεις στα ψηφοδέλτιά του;

Ο Τσίπρας θα πάρει μέρος στις επόμενες εκλογές με τον ίδιο προσωπικό εξοπλισμό που είχε στις προηγούμενες:

– Έχει καλή σκηνική παρουσία, οργανωμένο πολιτικό λόγο και πρωθυπουργική εμπειρία, έβγαλε τη χώρα από τον Μνημονιακό κύκλο και έλυσε το Μακεδονικό, ενώ οι κυβερνήσεις του δεν βαρύνονται με σκάνδαλα διαφθοράς και η εντιμότητα του ιδίου δεν αμφισβητήθηκε —ώστε να την προβάλει συνέχεια.

Από εκεί και πέρα όμως, έχει ποίκιλες επιβαρύνσεις που δεν αίρονται επειδή ο ίδιος τις αποδίδει σε έναν περιορισμένο κύκλο συνεργατών και υπουργών του – αφήνει πίσω ως «βαρίδια». Ούτε αποκτά εικόνα του σπαρασσόμενου πλανήτη επειδή πήγε ένα ταξίδι στην Αμερική και μιλάει με κάποιους περιθωριακούς στην Ευρώπη.

Επιπλέον, στα ελληνικά πράγματα τον βαρύνει η χαμένη ευκαιρία να ανασυντάξει τη Δημοκρατική παράταξη και να εξελιχθεί σε φυσικό επικεφαλής της. Αυτές οι ευκαιρίες δεν επαναλαμβάνονται — και ούτε είναι υπόθεση πολιτικού μάρκετινγκ.

Το ιδεολογικό μωσαϊκό και η ανάγκη για ανανέωση

Ως τι λοιπόν διεκδικεί τώρα την εκλογική νίκη; Ο συνδυασμός «Ριζοσπαστική Αριστερά, Σοσιαλδημοκρατία, Πολιτική Οικολογία» που προβάλλει, όχι μόνο δεν έχει πλειοψηφικά χαρακτηριστικά, αλλά οι εσωτερικές αντινομίες τους και η επιμέρους κατάσταση των «ρευμάτων» του τον καθηλώνουν, πανευρωπαϊκά.

Προφανώς ως κεντρικό πλεονέκτημα υπολαμβάνει τον εαυτό του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό το στοιχείο υπάρχει —με μικρότερες αναλογίες από το παρελθόν προφανώς. Άλλαξαν οι καιροί. Αρκεί όμως για να φέρει πολιτική αλλαγή —ειδικά προβάλλοντας την «επιστροφή» ως αυτοσκοπό;

Πολύ σωστά λέει ότι «η πολιτική ζωή της χώρας χρειάζεται ανανέωση». Αλλά ο ίδιος δεν είναι ακριβώς «νέος», σίγουρα δεν είναι καινούργιος και κατά κανόνα η ανανέωση αρχίζει από την κορυφή —με άφθαρτους επικεφαλής.

Στο επιτελείο του Τσίπρα, λίγοι έχουν τις πολιτικές προϋποθέσεις να εκφράσουν την τάση της κοινωνίας να υιοθετεί νέα σχήματα. Και πάντως, όπως φάνηκε στις συγκεντρώσεις του, το ακροατήριό του απέχει από το να είναι νεανικό.

Ο αιθεροβάμων ηγέτης και οι δύο σκόπελοι

Θα μπορούσε να είναι προσόν ότι παίρνει τα πράγματα από την αρχή, αν δεν είχε προηγηθεί η αυτοκαταστροφική «Ιθάκη» που έπληξε την ικανότητά του να αποφασίζει έγκαιρα και να οικοδομεί σχέσεις εμπιστοσύνης.

Ό,τι ο πρώην Πρωθυπουργός λέει δίκην απολογισμού, «κυβέρνησα 4,5 χρόνια, έχω νίκες, έχω και ήττες», θα μπορούσε να διαβαστεί ως τεκμήριο πολιτικής ωρίμανσης.

Αλλά όταν ούτε καν δύο μήνες μετά το Θησείο —χωρίς, ακόμη, διακριτό κόμμα, σαφή ιδεολογία και καθαρές πολιτικές θέσεις— προβάλλεται ως προσωπικό επιχείρημα επικείμενης επιστροφής στην πρωθυπουργία, δείχνει ότι παραμένει αιθεροβάμων.

Ακόμη και να είναι με διαφορετικό τρόπο από το 2015, έχει δύο δυσχέρειες: Η πρώτη είναι ότι πριν «νικήσει τον Μητσοτάκη» πρέπει το κόμμα του να βγει από την κάλπη ισχυρότερο από το ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι τόσο εύκολο όσο νομίζουν τα μειράκια και οι ξεπερασμένοι που συνθέτουν το προσωπικό επιτελείο του.

Η δεύτερη είναι ίσως σημαντικότερη: οι πρόθυμοι να πειραματιστούν λιγοστεύουν και τα κορόιδα τελείωσαν.

ΑΠΟ ΤΟ IEIDISEIS.GR